Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΟΛΥΜΠΙΟΥ





Ο Κυριάκος Ολυμπίου γεννήθηκε στην Λάρνακα. Αφού αποφοίτησε από την Μέση Εκπαίδευση, φοίτησε στην Σχολή Εμπορικού Ναυτικού Ασπρόπυργου. Με το πέρας των σπουδών του ταξίδεψε με διάφορα καράβια, εταιρείες και σημαίες, μέχρι που απέκτησε τον βαθμό του Πλοιάρχου Εμπορικού Ναυτικού. Τώρα ζει μόνιμα στην Κύπρο και εργάζεται σαν εκπαιδευτής στο Ναυτιλιακό Κέντρο Ναυτικών Σπουδών BSM MTC.







ΡΑΔΑ  (2006)


  Η ΡΑΔΑ

 Εκεί μουγκό και καρτερεί
καράβι εις τη ράδα,
μια Τρίτη, μια Παρασκευή,
το ναύλο για να πάρει,
ούριου άνεμου την πνοή
πάλι για να σαλπάρει.

Γλυκό λιμάνι μακρινό!

Την άγκυρα να πάρουνε
και κύμα να σηκώσει,
κύμα που καλοτάξιδο
Άγιε Νικόλα να 'ναι,
και οι καπεταναίοι του
αγάλι να το πάνε,
σ' ένα σμαραγδονήσι.

Διάβα τον Ισημερινό!



ΛΙΜΑΝΙΑ


Στα πελάγη
και στις θάλασσες μου 'λεγες,
θυμάμαι
«όταν θα 'χουμε νετάρει
καπετάνιε μου»
Μεσάνυχτα.
Νέκρωσε πάλι το καράβι.
Σαγήνη στην οργιασμένη μου ψυχή.

Μα γιατί να μοιάζουν, έτσι τα λιμάνια δηλαδή;



ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ


Σ' αυτή τη θάλασσα
δεν υπάρχει ήλιος
δεν υπάρχει φως
δεν υπάρχει ορίζοντας
δεν υπάρχει ουρανός.

Σ' αυτή τη θάλασσα
υπάρχει μόνο ο άνεμος
και τ' άγρια κύματα,
συννεφιά
και βαρύ σκοτάδι.

Σ' αυτή τη θάλασσα
υπάρχουμε εμείς
οι ναυτικοί!!!



ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΜΑΓΙΟΥ


Τρεις χρονιές γραμματικός
και πέντε καπετάνιος
σ' ένα βαπόρι γκαζάδικο
αφιέρωσα μόνο γι' αυτό
ψυχή και σώμα και μυαλό.

Ήταν μια νύχτα του Μαγιού
που κύμα βουβό
σε τσάκισε και σε 'κόψε στα δυο.

Τις βάρκες κατεβάσαμε
και μπήκαμε όλοι μέσα,
κωπηλατώντας γρήγορα
να φύγουμε μακριά σου,
αφήνοντας εσένα.

Μα εσύ με τη σειρήνα σου
σ' ακούω,
ακόμα να μου λες,
σαν να 'ταν χθες,
«Ηλία βουλιάζω, γεια σου,
ζωή σε σένα».

Ήταν μια νύχτα του Μαγιού
που κύμα βουβό
με τσάκισε και με 'κόψε στα δυο.



ΟΛΑ


Στης COLUMBIAS και
στης BRAZILIAS
τα πόρτα αριβαρούνε -
λογής-λογής καράβια.
Εδώ μπορούνε οι ναυτικοί
με λιγοστά δολάρια,
τη γυναικεία συντροφιά
που τόσο τους λείπει,
εδώ μπορούνε οι ναυτικοί
με λίγα πράσινα,
τον έρωτα, τη μέθη
να αγοράσουνε,
για να ξεχάσουνε.

Όλα τα αγοράζουμε
εμείς οι ναυτικοί,
την οικογένεια,
τους φίλους και τους συγγενείς,
κανείς δεν μας χαρίζεται,

κανείς ! ! !



ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ;


Ποιο είναι τούτο το λιμάνι,
που σαν βραδιάσει,
τα καράβια στους ντόκους
μοιάζουνε, μια λαμπερή,
γιρλάντα φωτεινή;

Ποιο είναι τούτο το λιμάνι
που σαν ξημερώσει,
τα καράβια στους ντόκους
μοιάζουνε, μια ραγισμένη,
καδένα σκουριασμένη;

Ποιο είναι άραγες
τούτο το λιμάνι;
Ποια είναι άραγες
τούτα τα λιμάνια;



ΓΙΑ ΠΑΛΙΟΣΙΔΕΡΑ

 

Απ' τα πελάη έρχεται
και για το μώλο πάει,
θλιμμένο.

«Γέρικο, γκρίζο κάραβο,
γιατί έχεις βλέμμα μάκρο
και αδειανό;
κομοδέσιο ρυτιδιασμένο
και χλωμό;»

«Εκεί στο διαλυτήριο μου δίνουνε
τριάντα χρόνια ευχαριστώ».
Κι' αλλάζοντας την τελευταία του πορεία
πλέει γι' αυτό,
κλαίει γι' αυτό.



ΣΚΟΤΑΔΙ


Σκουριασμένα καράβια μέσα σε αφιλόξενες
θάλασσες με σκυφτούς ανθρώπους μέσα,
που 'χουνε πονεμένες ψυχές, ξεχασμένες.

Και ο ουρανός,
μουντός κι' αυτός,
θειάφι να ρίχνει, αντί βροχή,
θέλοντας να τα κάψει όλα,
να τα κάνει στάχτη.

Θεέ μου,
πόση καταχνιά και βαρύ σκοτάδι υπάρχει στο
φωτεινό μας κόσμο.



Ο ΤΡΙΤΟΣ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ


Διαβάζοντας για τους Λάμα
ο τρίτος ο Βασίλης
θυμόταν πάντα,
όπως μου 'λεγε
για χαμένες μέρες που 'χε
σε τούτη γη,
τη γη τη δίκιά μας,
μέρες των drugs, της πλάνας ύλης.

Μίλαγε ώρες για εμπειρίες,
απορίες τόσες που πέρασε
μα στη στεριά τις ξέχασε.

Είχε κάτι τ' αλλιώτικο σήμερα,
λες και βρισκόταν
σε μια άλλη διάσταση
σε κόσμο αστρικό.

Καλό ταξίδι φίλε μου
Καλό ταξίδι δάσκαλε
σ' ευχαριστώ.




 ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ


Παροπλισμένα ναυάγια
ντάνα δεμένα
στων Μύδων τις αχτές
χωρίς δρομολόγια και γραμμές.

Τρία στοιχειωμένα καράβια
με τις ανεμόσκαλες κρεμασμένες
μα σάπιες
και τις τσιμινιέρες τους
ψηλές μα βουβές
πνιγμένες μέσα στο πέρασμα
των καιρών.
Των καιρών που κουρσεύουν.



ΔΥΟ ΚΟΚΚΙΝΑ ΦΑΝΑΡΙΑ


Η νυχτερινή η βάρδια
με αναμμένα τα δυο κόκκινα φανάρια,
μεσ' στα χέρια μου να τρέμει αργά
το κομπολόι,
και ο σχιστομάτης σκάπουλος
ακουμπισμένος στο φτερό να μουρμουρεί
ένα BURMANICO μοιρολόι.

Μέσα σε τούτη τη νυχτιά,
που το μυαλό θολώνει,
πούσι πλακώνει, καταχνιά,
που το καράβι λιώνει.

Θεέ και τι να θυμηθώ,
τι έχω πια να χάσω,
το αλογίσιο το μαλλί
της μαύρης CONACRESSAS,
ή το αιδοίο της ξανθής
στο πόρτο της ODESSAS.

Μέσα στου καφέ την άχνα,
και του τσιγαριού την καύτρα,
στη νυκτερινή τη βάρδια,
μ' αναμμένα τα δυο κόκκινα φανάρια.



ΣΤ' ΑΠΑΝΕΜΑ


Στο κενό που άφησε
η αγάπη η άπιαστη,
καταφύγιο σου η θάλασσα
που άνεμος τρεμουλιάζει
πάνω της,
συντροφιά σου
τα ψαροπούλια και τα απόνερα,
το πνιχτό βουητό της.

Πονεμένες ματιές
στα κάτωχρα πρόσωπα
τα ρυτιδιασμένα.

Η τσιμινιέρα
με την αλλόκοτη ομορφιά
στ' απάνεμα
να σε περιμένει.



ΣΚΟΡΠΙΑ A'


Στεφάνια, υπερηφάνεια, λιμάνια,
κρεμαστές, πιστές,
κατεβαίνει, περιμένει, απομένει,
διαμάντια, αγνάντια,
ακούνε, ξεκινούνε, πετούνε, τραγουδούνε,
μιλούνε, υποδεχτούνε, γλιστρούνε, κυλούνε,
νεκρός, καιρός, πικρός,
μοιάζει, μοιράζει, ρημάζει, κοιτάζει,
αργεί, νοσταλγεί,
εκείνη, γαλήνη, σαγήνη, σβήνει,
μάτια, κομμάτια,
τόσο, νυχτώσω, πόσο,
πιστοί, θνητοί,
χείλη, φίλοι,
γαλανά, ξυπνά,
λες, κλαις.


ΣΚΟΡΠΙΑ Β'


Ταξιδεύεις, αγναντεύεις, στοχεύεις,
νομίζεις, γυρίζεις, δακρύζεις,
μιλάς, κοιτάς,
αναπολείς, ονειροπολείς, μπορείς,
γελάς, πονάς, - τι ζητάς;
πεθαίνεις,
σωπαίνεις.





ΤΗΣ ΒΑΡΔΙΑΣ ΣΚΕΨΕΙΣ  (2012)



ΞΕΝΟ ΛΙΜΑΝΙ


Χειμερινές καταιγίδες,
οι χαμένες ελπίδες
τα μεγάλα καράβια,
που προσάραξαν στην καμένη γη.

Σιωπηλό σεργιάνι,
στο έρημο λιμάνι,
τα ζευγαράκια, αμίλητα,
πιασμένα χέρι-χέρι.

Η ματιά που χάθηκε,
στο ουράνιο τόξο,
στην απεραντοσύνη του κόσμου,
του κόσμου του μικρού.

Αλάργα το μυαλό,
που βούλιαξε σαν γέρικο καράβι,
μέσα στις θάλασσες,
στ’ απέραντο, της χαμένης μου ψυχής



          *   *   *


Ακούς στεριανούς να λένε ότι διάλεξαν λάθος επάγγελμα.
Αναρωτιούνται που πήγαν τα όνειρά τους, οι προσδοκίες
τους. Λένε ότι οι ναυτικοί, είναι ‘προνομιούχοι ’ γιατί κάνουνε
αυτό το επάγγελμα. Κάποιες φορές μάλιστα, τους ζηλεύουνε,
γιατί όπως λένε και πάλι, "είναι τυχεροί που ταξιδεύουνε όλο
τον κόσμο, κι ότι κάνουνε διακοπές σ’ εξωτικά μέρη, παίρνουνε
πολλά λεφτά" και αλλά τέτοια, πολλά και χαρούμενα !!
Οι ναυτικοί ζουν μια εντελώς διαφορετική αλήθεια ’, την αλήθεια
της μοναξιάς τους. Νυχθημερόν στο μεροκάματο, γιατί καράβι είναι,
και ένα καράβι δεν μπορεί να σταματήσει. Στην αντίπερα όχθη,
ένας στεριανός στο ζεστό σπιτικό του, στην γυναίκα του με τα
παιδιά του με τους φίλους του. Ο στεριανός, ζει στιγμές μέσα
σε χρώμα άσπρο, μέσα σε χρώμα μαύρο μέσα σε χρώμα γκρίζο,
ενώ ο ναυτικός ζει τις στιγμές του μέσα σε ένα αδιακόσμητο από
χρώματα και φιγούρες κόσμο! Ένας κόσμος διαρκώς διχασμένος
και σε μια αέναη και απελπισμένη προσπάθεια συμφιλίωσης,
αλλά ποιος είμαι εγώ που θα σας κρίνω.
Κοίταξες την πόρτα της καμπίνας σου με ένα μεγάλο παράπονο! Κλειστή
από τον έξω κόσμο, κλειδωμένη από κάθε εισβολέα. Ακόμα μια μέρα
μοναξιάς πέρασε, και δεν είναι ανάγκη να μην υπάρχει άλλος, για να ‘σαι
εκεί να υπομένεις μέσα στη μοναξιά σου. Κόσμος μπαίνει και βγαίνει,
κόσμος μιλάει και σωπαίνει, μα εσύ εκεί, μέσα, στη σιωπή σου...
Να μπορούσαν οι στεριανοί να συλλάβουν στο μυαλό τους,
όλη τη ‘ναυτική μας πραγματικότητα ’!



                   *   *   *


ΣΕ ΑΛΛΑ ΠΕΛΑΓΗ


Ταξιδεύουμε για ένα λιμάνι
όμως δεν ξέρουμε που πάμε!
ταξιδεύουμε για ένα λιμάνι
μα έχουμε χάσει τους χάρτες!

Μας σκέπασε βαριά το σκοτάδι,
‘μα που να βρίσκετε’, αναρωτιόμαστε;
Οι εντολές είναι ρητές,
‘να ανοίξετε δρόμο, να το προλάβετε πριν φύγει

Ας πάμε σ’ άλλα πελάγη,
σ’ άλλες θάλασσες,
να ρωτήσουμε,
να μας πούνε
πως στα αλήθεια το λένε,
και που αλήθεια να βρίσκεται

Το ξέχασαν,
δεν ξέρουν το καράβι μας,
δεν ξέρουν από πού ερχόμαστε.

Είμαστε ναυαγοί...!!!



ΛΗΣΜΟΝΙΑ


Γλυκό λιμάνι,
πικρό στεφάνι,
καρδιά που ποθεί.

Καράβι που γέρνει,
θνητούς που πικραίνει,
μ’ αυτή καρτερεί.

Σαν κάτι να μένει,
μια φλόγα σβησμένη,
σκιρτάει η ψυχή.

Μακριά πια σωπαίνει,
νεκρό αργοσβένει,
κι’ αυτή, λησμονεί!



*   *   *


Βαρέθηκες την εκμετάλλευση, τη λάσπη των λιμανιών, τις
φωτεινές επιγραφές, την περιπλάνηση σε ψεύτικους εξωτικούς
παραδείσους. Ξελιγωμένος ταξιδεύεις, κι επιστρέφεις
στα απόκρυφα σχέδια του μυαλού σου. Βαρέθηκες τα ξενύχτια,
τα ψεύτικα γυναικεία κορμιά. Έγιναν πληγή, καθρεφτίζοντας
την ψυχή σου. Ποιος μπορεί να θυμάται με ακρίβεια,
το σύρσιμο ενός κύματος στην άκρη της θάλασσας; Ποιος
μπορεί να διακρίνει τα μυστικά που φέρνει ένας ψυχρός άνεμος
όταν το σώμα ανατριχιάζει ψάχνοντας μια αληθινή αγκαλιά
για να ζεσταθεί; Ποιος μπορεί να θυμάται την κάθε χαμένη
μέρα που δηλητηριάστηκε από τον καθωσπρεπισμό και τις
ανεκπλήρωτες προσωπικές επιθυμίες. Μετράς τις ώρες για
ένα μικρό άγγιγμα, για ένα αληθινό χάδι που θα σε ξεδιψάσει,
να σου δείξει ότι είσαι ακόμα ζωντανός. Για χρόνια τώρα
κρατάς μέσα σου, δεμένο, ένα όνειρο που γέμισες κάποτε με
φιλιά απ’ τη πηγή της αγάπης. Κι ένα βράδυ, μεθυσμένος από
ψεύτικες υποσχέσεις, το ήπιες όλο, μονορούφι, δίχως να σε
νοιάζει το αύριο. Μια στάλα είχε απομείνει μόνο, και την
κρατούσες, τη φύλαγες για να μυρίζεσαι έτσι το άρωμα των
γαλών της. Μόνο η φαντασία σου μπορεί να σε ταξιδέψει,
τόσο μακριά, μόνο η φαντασία σου μπορεί να σε διεισδύσει
παντού και να σε φτάσει σ’ εκείνην. Ίσως υπάρξει μια μέρα
που θα μπορείς να την αντικρίσεις και πάλι στα μάτια, σαν
να μην έλειψες ποτέ από κοντά της ...ίσως όμως να μην υπάρξει
ποτέ αυτή η μέρα!


                   *   *   *


ΘΥΜΑΜΑΙ ΗΤΑΝΕ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ


Κάποτες της Μεσόγειου, ένα νησί,
φωτιά καμένη γη,
χίλιες μανάδες πότισαν με δάκρυ
των παιδιών τους τ’ άψυχα κορμιά,
γονατιστές στα μνήματα τους
Τότες τα μάτια του Θεού βουρκώσανε
και δάκρυα πόνου κυλήσανε
απ’ του ουρανού Του,
και γίνανε βροχή
κ’ έγιναν καταιγίδα!

Κι όμως θυμάμαι ήταν καλοκαίρι!



                   *   *   *


Τα μαντάτα που παίρνανε, έγραφαν για ηρωικούς θανάτους.
Έπεσαν, λέγανε, ηρωικά, πολεμώντας για την τιμή της πατρίδας
τους, και πως αυτή τους ‘ευγνωμονούσε’ ευλαβικά. Κλαίγανε
για τα παιδιά, για τους συζυγούς, για τους πατεράδες
τους. Χιλιάδες άνθρωποι μαυροφορέθηκαν και έκλαψαν
απαρηγόρητα, για τις ελπίδες και για τα όνειρα τους. Ελπίδες
και όνειρα που είχανε για τη ζωή τους και που σκοτώθηκαν
μαζί με τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Ολόκληρες οικογένειες
ξεκληριστήκαν. Παιδιά που έμειναν ορφανά, που έχασαν
όλη την οικογένεια τους, χωρίς πατέρα και μητέρα, χωρίς
αδέλφια.
Τους νικήσαμε ή μας νίκησαν, κερδίσανε ή χάσαμε. Μα αλήθεια,
πόσοι πιστεύουν ότι υπάρχουν νικητές και ηττημένοι
μέσα από ένα πόλεμο. Ο πόλεμος δεν είναι σαν ένας
ποδοσφαιρικός αγώνας που άλλοτε χάνεις κι άλλοτε κερδίζεις ή
και άλλοτε το αποτέλεσμα τελειώνει με ισοπαλία. Ο πόλεμος
είναι η μεγαλύτερη φρίκη για ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Παρόλα αυτά τα τουρκικά στρατεύματα κατέχουν ακόμα το
βόρειο τ ή α της Κύπρου, παρά τη διεθνή καταδίκη της
Τουρκίας για την εισβολή της και τη συνεχιζόμενη παραβίαση
των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων του κυπριακού λαού

- ...την τρέλα μου γαμώ, καταραμένοι, φώναξες δυνατά
καταραμένοι οι πόλεμοι σας. Καταραμένοι όλοι οι τρανοί
κ’ ηλίθιοι που σπέρνετε τις συμφορές, τις στερήσεις και το
φόβο, την πείνα και τη δυστυχία...
Καταράστηκες και έστειλες στον αγύριστο ξανά τον πόλεμο
με τις συμφορές τον κι όλους εκείνους που τον κάνανε για τα
δικά τους συμφέροντα. Έκανες κάποιες θυμωμένες κινήσεις
με τα χέρια σου και πήγες προς το ραντάρ. Ενώ παρατηρούσες,
με πολλή προσοχή την οθόνη του ραντάρ, ρώτησες τον
Φιλιππίνο σκάπουλλο που μόλις ήρθε στη γέφυρα αν μίλησε
με την οικογένεια του, και αν ήτανε καλά, μετά από εκείνον
τον φοβερό τυφώνα που έπληξε τις προάλλες τη χώρα τον.
Με τα σπασμένα του αγγλικά σου απάντησε ότι δεν έμαθε
τίποτα ακόμα και αμέσως πήρε το ρολόι και κατέβηκε να
ελέγξει τα σημεία πυρκαγιάς. Φουκαράδες και αυτοί μέσα
στο μεροκάματο της πνήχτρας θάλασσας μονολόγησες, και
γυρίζοντας στο λοστρόμο, που ανέβηκε εκείνη την στιγμή στη
γέφυρα για τον απολογισμό της μέρας, του είπες

- ρε συ λοστρόμε, τελικά η ζωή μας είναι μια πόρνη, μια τη
ζούμε, δέκα πεθαίνουμε εδώ μέσα που μας έχει τάξει....



*   *   *


ΧΑΘΗΚΕ ΚΑΙ ΠΑΛΙ


Τα σιδερένια πουλιά,
σημάδια του πολιτισμού μας,
πετάξανε και σπείρανε,
φωτιά και θάνατο,
στους ανθρώπους,
στη γη, τούτου του μικρού νησιού,
πνίγοντας τον καλοκαιρινό ουρανό του,
μέσα στους μαύρους καπνούς του πολέμου,
στα γοερά κλάσματα,
στα βογκητά του ολέθρου.

Η γλυκεία και ωραία ειρήνη,
γλίστρησε και πάλι μέσα από την παλάμη μας,
και χάθηκε στην ματωμένη θάλασσα,
που έπνιξε και μας,
μέρες πριν,
χρόνια πριν,
αιώνες πριν ...

Είδα μανάδες να κλαίνε το παιδί τους,
που χάθηκε στις φωτιές του πολέμου.
Είδα μανάδες να κλαίνε το παιδί τους,
που πέθανε από πείνα.

Δεν άλλαξε ο άνθρωπος...
.. .δεν άλλαξε ο κόσμος ...




ΣΕ ΞΕΝΟ ΛΙΜΑΝΙ


Αλάργα το μυαλό
στο χάος της ψυχής μου,
στο ουράνιο τόξο,
στις εφτά θάλασσες.

Οι χειμερινές καταιγίδες,
οι χαμένες ελπίδες
τα μεγάλα καράβια,
που προσάραξαν στην καμένη γη

Σιωπηλό το σεργιάνι,
στο έρημο λιμάνι,
τα ζευγαράκια αμίλητα,
πιασμένα χέρι-χέρι.

Η ματιά που χάθηκε,
στην απεραντοσύνη του κόσμου,
του κόσμου του μικρού,
το μυαλό που βούλιαξε,
στο απέραντο, της χαμένης μου ψυχής



ΒΡΑΔΙΝΗ ΒΑΡΔΙΑ


Άσπρα, κόκκινα, πράσινα,
φώτα της νύχτας,
καράβια της νύχτας,
ανεβαίνουν και κατεβαίνουν το θαλάσσιο δίαυλο.
Εγώ στη γέφυρα, ο δεύτερος στη μηχανή,
ο ναύτης, ο λαδάς,
ο καφές που σιγοβράζει, το τσιγάρο που σιγοκαίει.

Κι αυτός στα αριστερά... να γυρίζει σιγά-σιγά...
..ο ραδιοφάρος στο ραντάρ
οι αριθμοί του ντέκα
ο βόμβος του σατελαιτ,
ο διπαράλληλος, το κουμπάσο
το στίγμα του καραβιού στον χάρτη,
το στροφόμετρο της προπέλας, το βουητό της μηχανής
η τσιμινιέρα να καπνίζει...

Πάει κρόσαρε....
πέρασε κι αυτός...,
Χίλιες σκέψεις να κρατάνε
μέσα στο είναι μου,
το ψιθύρισμα κάποιου ερωτικού σκοπού, στη βαρδιόλα,
μέσα στη νύχτα, με φόντο τα’ αστέρια,
φόρεσαν κι απόψε ένα χλωμό και θλιμμένο φεγγάρι,
κ’ εσύ μου λείπεις τόσο, Θεέ μου, ακόμη, για πόσο?

Σκάντζα βάρδιας..

τέσσερεις η ώρα..
.. οχτώ η ώρα..
.. δώδεκα η ώρα...
...λόγια στα γρήγορα, να παραδώσεις ...να παραλάβεις,,
.. η καμπίνα άδεια και μουντή,
το γραφείο με λογής-λογής χαρτιά και σημειώσεις,
κ’ η καρέκλα με τα πεταμένα και άπλυτα ρούχα.

Το κρεβάτι έτοιμο να σβήσει τη δίψα της κούρασης μου.
...μα πώς να σας καληνυχτίσω!



*   *   *

Τα μαλλιά της πήγαιναν πέρα-όθε σε κάθε ελαφρό φύσημα
του αέρα κ’ εσύ, θεατής κι’ άλλοτε πρωταγωνιστής. Ένας
μικρός θεός να σου ψιθυρίζει μαγικά τον κάθε διάλογο, της
κάθε ιστορία. Θέλεις να τα δεις, να τα γνωρίσεις, να τα ζήσεις
όλα. Κι αν κάθε τρίχα των μαλλιών της γίνει και μια ιστορία
τότε το κάθε σημείο του λάγνου κορμιού της, θα γίνει ένα
σύγγραμμα ενός ανεξερεύνητου κόσμου. Ένας ερωτισμός
ανάλογος του ερωτισμού και του πάθους που αναδύετε στο
σώμα αυτής της γυναίκας, αυτής της πόλης, αυτής της πολιτείας.
Αλώθηκες στον ερωτά, σ’ ένα έρωτα που μόνο οι
αισθήσεις να μιλάνε, ν’ ακούνε, στη δική τους γλώσσα, τη
γλώσσα της ερωτικής κατάνυξης.
Ένα μαύρο εφαρμοστό μπλουζάκι... μια ερεθισμένη ρώγα!
Αυτή η εικόνα άρχισε σιγά-σιγά να δουλεύει μέσα σου.... δεν
έφευγε με τίποτα... σε πέθαινε. Και είναι αστείο, είναι γελοίο
και να το σκέφτεται κανείς. Δεν είναι δυνατόν... Αλλά ναι,
έχεις δίκιο. Σού μπήκε η ιδέα; Πάει, ταξιδεύει, φουντώνει, σε
καίει, δεν αποβάλλεται, δεν σκίζεται. Είναι εκεί να σε βασανίζει,
να σε συνεπαίρνει. Ονειρεύεσαι, πως τη φέρνεις στη
στάση που θέλεις, τη στιγμή που τη θέλεις, πως παραμονεύεις,
πότε θα σκύψει, πότε θ' ανοίξει η φούστα της, πότε θα
ξεπροβάλει η γάμπα της, πως όλα της σε μαγεύουν, σε φτιάχνουν,
σε ερεθίζουν... σε...



                   *   *   *


ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ


Στης ζωής οι κολασμένες στιγμές, σαν τρικυμιά,
φαντάζεσαι ερωτικά λικνίσματα, σαν φαντασία,
τραβηγμένες εικόνες, σαν οπτασία.

Τι ψάχνεις μες τα πέλαγα,
τι κυνηγάς και χάνεσαι σε ξένες πολιτείες;
ζητάς την αγάπη, μα δεν την δίνεις.

Τα ροδισμένα χαράματα σε βρίσκουν πάλι μόνο,
λόγια, εικόνες, μνήμες, χαμένες,
δεν θέλεις να παραδεχτείς την αλήθεια.

Βαριές, τώρα οι σκιές οι βραδινές,
από τους σκουριασμένους γερανούς,
στα βρώμικα νερά του ποταμού.

Ένας ερωτισμός σε συνεπαίρνει,
ένας ερωτισμός που δεν θα ‘χει λόγο στο μυαλό!

  

ΥΠΑΡΚΤΟ ΑΛΛΑ ΑΟΡΑΤΟ ΤΟΞΟ


Το σούρουπο που χάθηκε
πίσω από τις ακτές,
τα σύννεφα που σκέπασαν
τον πλατύ ουρανό της γης

Οι σκιές που κρύφτηκαν
απ’ τον καταρράκτη της βροχής
γελούσαν φοβισμένες.

Οι βροντές που έσβησαν
στο βάθος του ορίζοντα,
αφού ησυχία απλώθηκε
σ’ ένα υπαρκτό, αλλά,
αόρατο ουράνιο τόξο.

Κ’ εγώ πελαγοδρομώντας
με το καράβι της ζωής μου
έχασα το ναύλο της αγάπης,
δεν έφτασα ποτέ το λιμάνι της καρδιάς σου
και ναυάγησα, έτσι,
στη θάλασσα του έρωτα μου για σένα,
πνιγμένος στη θάλασσα της μοίρας μου.



ΠΟΙΑ ΑΠΟ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ...


Το μυαλό υποκύπτει στην πραγματικότητα
με μάτια αλλαγμένα,
πλασάροντας μια αφύσικη αλήθεια...

Εικόνες σε φαντασία μαγική,
ιε λόγια που θέλουν να ειπωθούν, μα κρύβονται,
γιατί φοβούνται την απάντηση...

Μικρές και ανήθικες στιγμές
που πνίγονται στην ασκήμια του κόσμου
μέσα στην ματαιοδοξία, προδομένες...

Ποιά από όλες αυτές τις ψεύτικες αλήθειες,
σου κλείνει το στόμα, σου δένει τα χέρια,
π’ ανείπωτα σχόλια, σε σκέψεις δίχως νόημα...



Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΓΑΠΗ


Το όνειρο, το γαλάζιο το όνειρο,
που γέννησε ο ρόχθος των κυμάτων,
η αγάπη, η αγάπη η απόλυτη,
που ξύπνησε η στρατιά των ασμάτων.

Το χέρι, το χέρι που έσφιξε,
δυνατά το λευκό τριαντάφυλλο, και μάτωσε,
τα χείλη, τα χείλη που έσμιξαν ξανά,
αχόρταγα, με πάθος.

Το «σ’ αγαπώ» που ψιθύρισες, σαν μελωδία,
να απλώνεται, σαν χάδι στο κορμί σου,
μια μελωδία ξάγρυπνη,
στις πιο όμορφες εικόνες της ζωής σου.

Χνώτα που γίνονται ορατά,
λέξεις που βγαίνουν σαν έρωτας απ’ τα χείλη,
στο διάβα της νύχτας, μέσα στον έναστρο ουρανό,
στο κόκκινο φεγγάρι που ξεπρόβαλε στο βάθος.



            ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ Σ’ ΟΛΟΥΣ
      ΤΟΥΣ ΝΑΥΤΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Οι ναυτικοί ποτέ δεν είναι μόνοι, γιατί πάντα, και για πάντα
θα έχουν την πιο γαλάζια μοναξιά να τους συντροφεύει. Όσο
πιο μεγάλη η μοναξιά τους, τόσο πιο αληθινή είναι και η
ιστορία τους, όπως η θάλασσα γίνεται ένα με τον ουρανό στο
βάθος κάθε ορίζοντα, έτσι και αυτή με τη σειρά της γίνεται
ένα και ξεχνιέται στην αγάπη των ναυτικών της. Παντοτινά,
αιώνιοι εραστές!

Τα σύννεφα ξεδιπλώνονται άλλοτε σα βεντάλια και άλλοτε
σα φυλλώματα. Το φεγγάρι γέρνει, πέφτει, χάνεται, σκιές στα
όνειρα μας. Τα πρέπει που δεν έκανα και αυτά που έκανα και
δεν έπρεπε. Τα θέλω που δεν μπορώ, τα μπορώ που δε ήθελα.
Η ρότα του καραβιού, που δεν οδηγεί πουθενά. Υπάρχει
όμως κάποιος Φάρος, εκείνος ο Φάρος, εκείνο το Φως που
είναι μπροστά και οδηγεί στα λιμάνια της ψυχικής νηνεμίας
και γαληνής.

Κοίταξε γύρω σου! Βλέπεις τίποτα λιγότερο από την Μια και
Μοναδική Αλήθεια?
Όλη μας η ζωή, όλος μας ο κόσμος, μέσα στις ομορφιές μα
και μέσα στις ασχήμιες, η όλη Μεγαλοσύνη που έδειξε ο Δημιουργός.

Καλά ταξίδια λοιπόν, σε όσους την ταξιδεύουν...και τους
ταξιδεύει!


ΑΘΑΝΑΤΗ ΨΥΧΗ


Συντροφιά της νύχτας,
το φως του σκοταδιού,
περί που η φλόγα του αντιστέκεται
στη στρατιά των τρελλών φαντασμάτων
που κατακλύζουν τα όνειρα μου,
τυλίγοντας με το χλωμό πέπλο της ανυπαρξίας μου,
μιας ανθρώπινης ανυπαρξίας
που αποδέχεται πάντα το πεπρωμένο,
φέρνοντας ένα τέλος στη ζωή,
ελευθερώνοντας έτσι τη ψυχή,
στο δρόμο της αθανασίας.

Ω αθάνατη ψυχή
της εδώ και της άλλης ζωής,
‘σε που κανείς δεν μπορεί να σβήσει,
και κανείς δεν μπορεί να καταλύσει,
μήτε κι αυτός ο θάνατος...

Εκεί μπροστά στο Θρόνο Σου
προσμένοντας... ευλαβικά!





ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΕΣ  (2013)


ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ, ΠΙΣΤΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑΕΣΥ ΗΣΟΥΝΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗ ΨΥΧΗ ΜΟΥ


Έναν αέρα ούριο και ένα καράβι,
αυτό χρειάζομαι, για να σαλπάρω,
να πλεύσω, μέσα απ’ της ψυχής μου το καμίνι,
να πλεύσω σε εκείνην, την γλυκιά μου Αμμόχωστο,
σε εκείνης το λιμάνι, που μου έδινε ζωή, πνοή
να ξεκινήσω έτσι ένα ταξίδι, έστω και μόνος
και μέσα απ’ τα συντρίμμια της να ξαναγεννηθώ.

Δεν περιμένω τίποτα πια από εσάς,
γιατί είστε ξένοι, δεν την πονάτε,
μα δεν βιάζομαι καθόλου,
γιατί τώρα πια το ξέρω,
ότι ο πολυπόθητος μου φάρος,
η γλυκιά μου Αμμόχωστος,
θα με περιμένει μες στο σκοτάδι της.

Κι ας στο σκοτάδι της μέσα χάθηκε,
σκοτάδι που άπλωσαν δικοί και ξένοι,
κι ας με παρέσυραν με τις σειρήνες τους,
κι αν ακόμη αργήσει να φάνει, τούτη η μέρα,
εκείνη, η γλυκιά μου Αμμόχωστος,
θα είναι εκεί, πιστή για πάντα
όπως παλιά, για να με περιμένει!!!




ΕΣΥ ΗΣΟΥΝΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗ ΨΥΧΗ ΜΟΥ


Τι και αν ταξίδεψα σε άλλους τόπους,
μακριά από τα φτερά σου, τις αγκάλες σου
ψάχνοντας σε άλλων κόσμων συγκινήσεις
εκεί μέσα στις παγίδες, μέσα στο σκοτάδι,
μέσα στα καλοφτιαγμένα ψέματα τους,
είχα εσένα και τη μορφή σου συνοδοιπόρο,
την ύπαρξη σου, φιλί της ζωής μου,
πέπλο πλουμιστό στα όνειρα μου,
για πάντα μέσα στη ψυχή μου ήσουν,
Αμμόχωστος μου εσύ.

Με καλοφτιαγμένες παραστάσεις
που κάποιοι, κάπου στήσανε,
να μας χωρίσουν, θελήσανε,
μα εγώ να τους συγχωρέσω για αυτό δεν μπόρεσα,
δεν μπόρεσα να αρνηθώ την αναπνοή μου,
όσο μακριά σου και αν με κρατήσανε,
και η κάθε σκέψη σου μορφή ιερή,
νανούρισμα στο προσκεφάλι μου,
για πάντα μέσα στη ψυχή μου ήσουν,
Αμμόχωστος μου εσύ.




ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ, ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ, ΜΑ ΣΙΩΠΗΛΗ


Αμμόχωστος, πανέμορφη... μα σιωπηλή,
απόψε μου ήρθες σε θύμησες άλλες,
στην άκρη του μυαλού μου κάθισες,
μιας νοσταλγίας συντροφιά μου άφησες,
μα ξάφνου, με τη θλίψη σου διάφανη
με κοίταξες με δάκρυα στα μάτια
κι αμείλικτα με κάρφωσες,
με του Σταυρού σου τα καρφιά,
γυρίζοντας με πίσω, όπως παλιά
και το παρόν μου, μεμιάς εχάθη,
μέσα στην έρημο της σιωπής μου,
μυριάδες κόκκοι οι αναμνήσεις μου...
.. και ξαφνικά, τα χέρια μου ‘γίναν φτερά
και πέταξα κοντά σου, σαν το παλιό καιρό
στον γνώριμο, καθάριο ουρανό σου,
μα χίλια φαντάσματα θολά, το κάθε πριν σου,
φαρέτρα γαλανόλευκη, γλυκόπικρα τα βέλη σου,
αόριστος ο χρόνος σου, σαν άνεμος, μια ιστορία,
με τη φωτιά σου με καις, σαν λάβα,
να ζωντανεύεις τα όνειρα μου, το μέσα μου...
Αμμόχωστος, πανέμορφη... μα σιωπηλή...


ΚΕΡΥΝΕΙΑ ΜΟΥ, ΔΩΣΜΟΥ ΤΟ ΦΟΒΟ ΣΟΥ


Κερύνεια μου, στο πρωινό δεν θα πεθάνω,
θα περιμένω για ακόμη μια φορά
εκείνο το φιλί, βάλσαμο μέσα στην ψυχή,
θεριεύοντας υπομονή, άβαλτο πείσμα,
σαν ναυαγός μέσα στο κύμα.

Κερύνεια μου, απόψε δεν θα κοιμηθώ,
θα κάνω ταξίδια μέσα στα όνειρα σου
κι αυτά θα με ταξιδέψουν κοντά σου
στην αγκαλιά σου, κι αν δεν με γνώρισες,
με το μυαλό μου εγώ, θα σ’ αγαπώ.

Κερύνεια μου, κράτα με λίγο κοντά σου,
στις μυρωδιές σου, στις αμμουδιές σου,
στα πέταλα των λεμονανθών του
στη Λάπηθο, στον Καραβά σου
μέσα στο ολόγιομο φεγγάρι, το δικό σου.

Κερύνεια μου, μέσα στο σκοτάδι σου,
δάκρυ που πότισες τα βλέφαρα μου,
μα όρθιος και πάλι θα σταθώ να σ’ αντικρύσω
και εκεί στο πέντε μίλι θα ξορκίσω
με τις ανάσες των μανάδων, κεριά αναμμένα.

Κερύνεια μου, δώσε μου το φόβο σου
και την λαχταρά σου κάνε ποτάμι,
μες στις φωνές που σωπαίνουν,
στις καρδιές που λαχταρούν, ματιές αγναντεύουν,
τη μέρα που θα γυρίσουνε κοντά σου.



ΠΩΣ ΝΑ ΣΕ ΖΩΓΡΑΦΙΣΩ ΚΕΡΥΝΕΙΑ ΜΟΥ


Πως να σε ζωγραφίσω Κερύνεια μου,
μήτρα αρχαίων θεών, μάνα Αγίων,
το γλυκό σου νερό δεν πρόλαβα να πιω
δεν κάθισα στην αμμουδιά σου
κάτω από τον ήλιο σου τον καυτό.

Πως να σε ζωγραφίσω Κερύνεια μου,
μήτρα αρχαίων θεών, μάνα Αγίων,
της Μεσογείου εσύ, βαθύ γαλάζιο κύμα,
μες της ζωής μου την καταιγίδα,
σε ουράνιου τόξου, πνοή, μα και ελπίδα.

Πως να σε ζωγραφίσω Κερύνεια μου,
μήτρα αρχαίων θεών, μάνα Αγίων,
της ιστορίας σου μπλέκω δάφνινο στεφάνι,
στο στήθος που καίει, φωτιά και λιβάνι,
μες την θωριά σου, στη μεγάλη, ζεστή αγκαλιά σου.





Ένας Κριτικός αετός στη Κύπρο του 74  (2013)


(Οπισθόφυλλο)

Εμμανουήλ Μπικάκης, ένας μεγάλος, σύγχρονος εθνικός Ήρωας Πολέμου που έκανε απλώς το καθήκον του, υπηρετώντας την τιμή και το όνομα του Ελληνισμού, όπως θα έκανε ένας Ήρωας, τιμώντας έτσι τα Ιερά Λάβαρα των
Καταδρομών.
Και η μεγάλη ειρωνεία; Αυτός που στάθηκε ακλόνητος μπροστά στην ασιατική πλημμυρίδα, αυτός που έμεινε μόνος ανάμεσα στα τουρκικά άρματα μάχης και που δεν σκιάστηκε καμιάς φοβέρας, θα άφηνε την τελευταία του πνοή σε
ένα τροχαίο ατύχημα τον Οκτώβριο του 1994, στην εθνική οδό Αθηνών-Πατρών. Εκείνον τον Αύγουστο του 1974 είχε κάνει μεγάλη ζημιά στους Τούρκους και ίσως αυτοί να μην τον είχαν ξεχάσει πότε!



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου