Κυριακή, 15 Μαρτίου 2020

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Μόντης3





ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ


Ι

Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.

ΙΙ

Αυτή η κούκλα με το κομμένο χέρι,
που κρεμάστηκε στο παράθυρο
του γκρεμισμένου σπιτιού,
ποιο παιδάκι ήθελε ν’ αποχαιρετήσει,
σε ποιο παιδάκι σύρθηκε ως το παράθυρο
ν’ ανεμίσει το χέρι και της το ’κοψαν;


III

Τι γρήγορα που κατάλαβε αυτό το καλοκαίρι
πως ήταν περιττό
και τα μάζεψε κι έφυγε στις μύτες των ποδιών

IV

Ανασήκωσε την πλάτη
κι απόσεισέ τους, Πενταδάχτυλέ μου,
ανασήκωσε την πλάτη
κι απόσεισέ τους










ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ


—Τη θλίψη σου, παππούλη μου, καταλαβαίνω, μα
αυτές τις μπότες σου τις λασπωμένες
τι τις φυλάς τόσο πολύτιμα;
Να τη φιλήσεις έμεινε
τη λάσπη που παρέμεινε.
Τουλάχιστο δεν τις ξεπλένεις;
Σε βλέπω και λυπάμαι έτσι που μένεις
και ξεχασμένος τις κοιτάς ώρες πολλές.

—Να τις ξεπλύνω, γιε μου; Τι μου λες!
Μ αυτές είν τις αγαπημένες
που πότισα πορτοκαλιές
για τελευταία φορά.
Η λάσπη τους είναι του Μόρφου χώμα
που σαν να πρόβλεπε τον χωρισμό
όσο περσότερο μπορούσε κόλλησε και μένει ακόμα.
Τις μπότες μου, παιδάκι μου, θα καθαρίσω
όταν στου Μόρφου το περβόλι μου
θα πάω ξανά να το ποτίσω.



ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ


Μνήμη Χρίστου Γαβριηλίδη

Και τώρα τι θα γίνει μ’ εκείνο τον γέρο πρόσφυγα
που τον απαντούσα πριν κάθε μέρα στη στάση
να περιμένει το λεωφορείο για του Μόρφου
και ν’ ανάβει συνέχεια τσιγάρα να περάσει η ώρα,
και που σήμερα δεν ήταν εκεί,
και που χτες δεν ήταν εκεί,
και που δε θάν’ ξανά εκεί;


[Άτιτλη στιγμή]


Ποιος μας κομμάτιασε τη συνέχεια
ποιος μας τεμάχισε τις ώρες,
ποιος μας διέσπασε τις στιγμές;



ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ


Την Άνοιξη ποιος πρόδωσε
νησί μου περιστέρι
στην Άνοιξη ποιος τόλμησε
και σήκωσε το χέρι

Την Άνοιξη ποιος σταύρωσε
νησί μου κυπαρίσσι
κι έγειρε και σταμάτησε
η Ανατολή στη Δύση

Τόσο καημό μου φόρτωσαν
και πώς να τον σηκώσω
τέτοιο μαχαίρι στην καρδιά
πώς να το ξεκαρφώσω

Οι μάνες κλαιν τους που ‘χασαν
και ποιοι να τους τούς δώσουν
αλλά δεν τους απέμειναν
μαλλιά να ξεριζώσουν

Καρδιά που πριν δεν λύγιζες
πώς τόσο πια λυγίζεις
καρδιά που δεν μ’ απέλπιζες
πώς τόσο μ’ απελπίζεις









ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΡΦΟΥ









ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΗ ΜΟΡΦΟΥ


Η πιο καλή γειτόνισσα
η Παναγιά είν' η Χρυσοζώνισσα.
Στο τόσο δα σπιτάκι της κλεισμένη
όποτε πας θάν' πάντα μέσα να προσμένει
να της άνοιξης την καρδιά σου
τη λύπη να της πεις και τη χαρά σου
κι' απ' το παλιό της πίσω το μανουάλι
να γνέφει «ναι» με το κεφάλι.
Ένα την έχει μοναχά πάντα στενοχωρήσει
που δε μπορεί ένα καφεδάκι να σου ψήσει.
Και τις ζεστές του Αυγούστου νύχτες
που δε λέει πια να πάρει τ' αγεράκι
βγαίνει κι' Αυτή με μια καρέκλα στο σοκάκι
και τα κουτσομπολιά των άλλων τα τρελά
τ ακούγει και κρυφά-κρυφά γελά.
Ώσπου με το «άντε για ύπνο πια κ' είν’ η ώρα περασμένη»
σηκώνεται κι η Παναγιά
και παίρνει τη καρέκλα της και μπαίνει. 




ΜΟΡΦΟΥ


             Στη γυναίκα μου

Κι' όταν στον τρύγο της πορτοκαλιάς
άγουρα στα περβόλια κοριτσόπουλα ανεμίζουν
φωνές και γέλια τσιριχτά κι' αγάπης ρίγος
κι' απ' των πορτοκαλιών τον τρύγο είναι πιο τρύγος
ο τρύγος ο κλεφτός της αγκαλιάς,
οι πρώτες της αγάπης μας αυγές πώς ξανανθίζουν,
οι δεκατρείς του Απρίλη πώς ξαναγυρίζουν!



ΣΤΙΓΜΕΣ


Τζ’ έγιώ παραμονήμ παναϋρκού στου Μόρφου
να τραουδώ «Ρα Μορφιτού,
που μ' εκαμες τζ' επέλλανα για δκυό βυζιά του κόρφου».



                   (Και τότ’ εν ειναλίη Κύπρω…   1974)



ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ ΣΤΑ ΠΕΡΒΟΛΙΑ ΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ


Αναπολώ εκείνο τ' Απριλιάτικο πρωινό
που σας αντίκρισα ξαφνικά
κόκκινο χαλί πέρα για πέρα,
from wall to wall,
που κλέψατε την παράσταση απ' τις πορτοκαλιές και τους ανθούς.


                                      (Επί σφαγήν  1985)



ΔΕΥΤΕΡΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ


(Απόσπασμα)

θ

Μητέρα, διαισθάνομαι πως το γράμμα μου άρχισε να διασπάται,
διαισθάνομαι πως η συνοχή που επεδίωξα άρχισε να διασπάται,
πως η δομή που ήλπιζα άρχισε να διασπάται
σαν τις κουρασμένες τετράδες των μαθητικών παρελάσεων
όταν προσεγγίζουν το τέρμα
που λεν «ουφ» και ξεκουμπώνουν τα κολάρα
και «επιτέλους»
και σπεύδουν να επανέλθουν το ταχύτερο στα καθημερινά
και σπεύδουν να επανέλθουν το ταχύτερο στα συνήθη.
Κι η αλήθεια είναι πως τι χρειαζόταν η συνοχή,
κι η αλήθεια είναι πως τι χρειαζόταν η δομή,
πώς θα διασωζόταν η δομή,
πώς θ’ άντεχε η δομή,
πώς θ’ άντεχε η συνέπεια,
πώς θ’ άντεχε η ακολουθία,
πώς θ’ άντεχε ο ειρμός,
που, όπως είπα, έρχεται ο τυχών απροειδοποίητα κι ανοίγει την πόρτα,
που έρχονται απροειδοποίητα κι ανοίγουν την πόρτα
και μου τα πετάν ανάκατα μέσα,
που ξανάρχονται απροειδοποίητα και ξανανοίγουν
και διαδίδεται η είδηση
κι έρχονται κι άλλοι κι άλλοι
και συνωθούνται;

Εγκαταλείπω τη συνοχή, μητέρα,
εγκαταλείπω τη δομή, μητέρα,
εγκαταλείπω τη συνέπεια,
δεν μπορεί να υπάρξει συνέπεια
έτσι που τώρα μιλώ για λογαριασμό όλων
και τώρα για δικό μου,
έτσι που τώρα είμαι όλοι
και τώρα είμαι μόνος,
έτσι που τώρα διαχωρίζομαι πλήρως
και τώρα ενούμαι* πλήρως,
και τώρα ταυτίζομαι πλήρως,
σαν το μικρό τρελό κλαδί της λυγαριάς
που τη μια στιγμή αποσπάται και λυγίζει εδώθε,
και λυγίζει ενάντια εδώθε
μέσ’ στις τσιριξιές και τα χειροκροτήματα των σπουργιτιών,
τριγυρισμένο απ’ τις τσιριξιές και τα χειροκροτήματα των σπουργιτιών,
και την άλλη στιγμή σμίγει στην κατεύθυνση των λοιπών,
και την άλλη στιγμή σμίγει στην υπακοή τους,
σμίγει στην ενότητά τους
και δεν διαφωνεί
και «τ’ είχαν και τσίριζαν τα σπουργίτια;»
και «τ’ είχαν και χειροκροτούσαν τα σπουργίτια;»,
σαν το μικρό τρελό πουλί
που ξαφνικά ξεκόβει και λες αλλού τραβά,
και λες σίγουρα αλλού τραβά
και μπράβο του,
μα ίδια ξαφνικά ύστερα πίσω τρεχάλα να φτάξει τ’άλλα,
ύστερα πίσω αγωνία να φτάξει τ’ άλλα,
κι εσύ δεν ξέρεις πια
αν έστω κι απ’ αυτή τη δειλή μεταμελημένη απόπειρα
βγήκε κάτι
ή αν χειρότερα τώρα.



ΤΡΙΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ


Την περιμέναμε μέσ’ απ’ τους καπνούς
και τις φλόγες της κοιλάδας των Κέδρων,
Την περιμέναμε απ’ το ξάγναντο του Τρίπυλου,
την περιμέναμε βουτηγμένοι ως το λαιμό
στη θάλασσα της Κερύνειας,
συγκρατούσαμε το ξεψύχισμά μας να μας προφτάξει.

Φυλλομετρούσαμε την Ιστορία της.
Φυλλομετρούσαμε σαν ευαγγέλιο την Ιστορία της
-«να εδώ κ’ εδώ κ’ εδώ»-
και την περιμέναμε,
κι «όχι, δεν μπορεί να μην έρθει», λέγαμε
κι «όχι, δεν γίνεται να μην έρθει», λέγαμε
κι όπου να’ ναι άκου την με τους Σπαρτιάτες της
και τα «Υπό σκιάν» και τα «Μολών λαβέ» και τον «Αέρα»,
κι όπου να’ ναι άκου την!

Και πραγματικά μια νύχτα έφτασε το μήνυμα πως η Ελλάδα ήρθε.
Τι νύχτα ήταν εκείνη, μητέρα,
τι αντίλαλος ήταν εκείνος,
τι βουητό ήταν εκείνο που σάρωσε το νησί!
Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας και πηδούσαμε
και φιλιόμαστε και νοιώθαμε ρίγη να μας περιλούουν
και τα στήθια μας φούσκωναν να διαρραγούν
κ’ η καρδιά μας χτυπούσε να της ανοίξουμε να βγει.
οι χαροκαμένοι ξέχασαν τα παιδιά τους
και τους αδελφούς και τους πατέρες
κ’ έκλαιγαν για την Ελλάδα πια,
κ’ έχασκαν μ’ ένα γελόκλαμα.
Κ’ έλεγαν οι δάσκαλοι «Είδατε;»
Και λέγαμε όλοι «Είδατε;»

Ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε ως το βυθό
ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε πέρα απ’ το βυθό,
ώσπου την άλλη μέρα βούλιαξε το Τρίπυλο,
ώσπου την άλλη μέρα πισωπάτησε
σιωπηλό το Τρόοδος να βρει βράχο να καθίσει,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσε τα μάτια η Αίπεια,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσαν τα μάτια οι Σόλοι και το Κούριο
κ’ οι αγχόνες της Λευκωσίας
γιατί η Ελλάδα δεν ήρθε,
γιατί ήταν ψεύτικο το μήνυμα,
ψέμα η Ελληνική μεραρχία στην Πάφο,
γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες
και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά
και ψέμα οι Ιστορίες μας,
ψέμα, όλα ψέμα.
Είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα,
κάτι πανηγυρισμούς,
κ ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε, λέει,
λυπόταν, δεν το περίμενε,
ειλικρινά λυπόταν,
ειλικρινά λυπόταν πάρα πολύ.

Κ’ οι δάσκαλοί μας έσκυψαν ντροπιασμένοι,
και τα «Εγχειρίδια» έσκυψαν ντροπιασμένα
κ’ οι δάσκαλοί μας τρέμουν τώρα πια,
και τα «Εγχειρίδια» τρέμουν τώρα πια
όσο πλησιάζουν τα περί Θερμοπυλών και τα περί Σαλαμίνος…

Δεν κάνω ποίηση, μητέρα,
έχω αντίγραφα.

…/…

Μητέρα θυμάσαι τον ουρανό
πούχαμε δεμένο κόμπο στο μαντήλι;
Μας τον πήραν οι ταχυδακτυλουργοί, μητέρα
Έτσι όπως πριν την μπάλα μεσ' απ' το κουτί.
Θυμάσαι το ρυάκι πού 'πλενε τα πόδια μας,
θυμάσαι το ρυάκι που του πλέναμε τα πόδια,
θυμάσαι τις λευκές κραυγές στη χαράδρα;
Θυμάσαι τις φλυαρίες που ράμφιζαν τη ρόγα της αυγής,
θυμάσαι τους ψιθύρους που μηχανορραφούσαν την άνοιξη,
θυμάσαι τα περιστέρια πού 'σκυβαν μεσ' στον ήλιο
να πιούν νερό στη χούφτα του,
θυμάσαι τ' όνειρο που κυλούσε κι έφευγε απάνω απ' τις
φτερούγες τους,
θυμάσαι τ' όνειρο που κρεμόταν κάτω απ' το λαιμό τους,
τ' όνειρο που σκαρφάλωνε στις σημαίες τους;
Τώρα οξειδώθηκαν όλα μέσα μας, μητέρα,
τώρα σκέβρωσαν όλα μέσα μας.



ΟΛΟΙ ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΣΤΙΧΟΥΣ...


Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους,
όλοι εμείς το διαμπερές τραύμα της Γης,
λευκοί και μαύροι και κίτρινοι,
«ανεπτυγμένοι» και «υπανάπτυκτοι»,
πλούσιοι και φτωχοί,
που τους γράφουμε απάνω στο χιόνι,
που τους γράφουμε απάνω στην άμμο,
απάνω στον ήλιο, απάνω στη βροχή,
απάνω στο πεζοδρόμιο,
απάνω στους χαρταετούς της καρδιάς μας,
απάνω στα υπόγεια της καρδιάς μας,
στα σαλόνια και στις σοφίτες,
με πέννα και με κάρβουνο,
όλοι εμείς που γράφουμε στίχους,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε στον ανοιχτό πίνακα,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε στον υπαίθριο πίνακα,
με τις κιμωλίες μας στεγνές ή βρεγμένες,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε με το αίμα μας,
σε μια παντιέρα που δεν τη γνωρίσαμε ακόμα,
σε μια παντιέρα που την ψάχνουμε ψηλαφητά μες στους αιώνες,
σε μια παντιέρα που μας αποκρύβεται
για να μην τελειώσει,
που μας ξέρει και αποκρύβεται
για να μην την παρατήσουμε,
σε μια παντιέρα που δεν τη βλέπουμε
μα σφιγγόμαστε γύρω της,
που δεν τη βλέπουμε μα κρεμαζόμαστε απάνω της,
που δεν ξέρουμε αν υπάρχει μα δεν το συζητάμε.
Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους
μπροστά στο φεγγάρι ή στο εχτελεστικό απόσπασμα
κι ανακυκλωνόμαστε και δεν εκλείπουμε
απ’ τον Όμηρο ή και πιο πριν ή και πάντα
μέχρι τον τελευταίο μας άσημο,
όλοι εμείς –τι σύμπτωση!
Χωρίς καμιά προσυνεννόηση,
χωρίς καμιά προεπαφή!
Τι παράξενη σύμπτωση, αδερφοί μου!



ΈΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ


Ελάχιστοι μας διαβάζουν,
ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας,
μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι
σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά,
όμως αντισταθμίζει που γράφουμε Ελληνικά.



ΘΕΜΑ ΓΙΑ ΔΙΗΓΗΜΑ


Τέσσερα ξιπόλητα παιδιά
ήρθαν να δουν τη μητέρα τους στο Νοσοκομείο.
Είναι γύρω απ’ το κρεβάτι της.
Και δεν μιλούν.
Τι να πουν; Δεν ξέρουν τι να πουν. 5
Μιλά εκείνη. Μιλά διαρκώς εκείνη.
Και τα ρωτά και τα ρωτά
χωρίς να περιμένει απάντηση
και τους πασπατεύει τα κεφάλια.
Έπειτα τους δίνει τέσσερις καραμέλες 10
που της τις πρόσφερε χτες μια άλλη άρρωστη
και τις φύλαξε
(Της είχε πει: «Μπορώ να πάρω τέσσερις;»).
Όταν χτύπησε το κουδούνι τα παιδιά έφυγαν,
τα δυο μεγάλα έσερναν τα δυο μικρά κι έφυγαν. 15
Ξιπόλητα καθώς ήταν, σιωπηλά καθώς ήταν,
έφυγαν σα γατάκια.
Μα δεν έφυγαν αμέσως απ’ το Νοσοκομείο,
έμειναν πολλή ώρα ακόμα στην αυλή.
Κι η μητέρα όλο και ρωτά τις νοσοκόμες 20
αν τα βλέπουν απ’ το μπαλκόνι,
όλο και ρωτά.



ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ


Πολύ μ’ απασχολεί αυτό το κορίτσι
που ακούμπησε τ’ απόγεμα
το πρόσωπο στο τζάμι
και κάρφωσε το βλέμμα στον δρόμο
χωρίς να βλέπει,
και προσήλωσε την προσοχή στον δρόμο
χωρίς να προσέχει.



ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ


Πώς καταντά, παιδί μου, αυτή η ζωή
στα χέρια μιας πολυκατοικίας.
Τι σύμφυρμα, τι παρδαλός συνωστισμός
ανθρώπων που συναπαντιένται στις σκάλες
και στους ανελκυστήρες βιαστικοί,
με το τσιγάρο στο στόμα,
συνοφρυωμένοι*, πολυάσχολοι,
χωρίς χαιρετισμό, χωρίς χαμόγελο,
χωρίς γειτονικό δεσμό.
Οι αρχιτέχτονες κι οι Ουγγαρέζες ορχηστρίδες*
κι οι χτηματομεσίτες κι ο παιδίατρος
και το προσωπικό του Εμπορικού Επιμελητηρίου.
Τελοσπάντων…



[Άτιτλη στιγμή]


Γιατί τόσα Μνημεία στον Άγνωστο Στρατιώτη
κι ούτ’ ένα στον Άγνωστο Άνθρωπο;
Εμείς πού θα βάνουμε τα στεφάνια μας;



ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΙΚΑΡΙΔΗΣ


Όταν διάβασα την ιστορία σου
το βράδι είχα πυρετό.



ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΑΤΑΤΣΟΣ


Εμείς; Τι είμαστε εμείς;
Μπορεί να το διαβάσουμε με θλίψη (πολλή; Καλά, πολλή),
μπορεί να το συζητήσουμε με πόνο (αν και πόσο καιρό κι αυτό;),
μπορεί –οι πιο ευαίσθητοι– να τ’ αγρυπνήσουμε
(αν και πόσες νύχτες;),
μα τίποτ’ άλλο.
Όλα τ’ άλλα είν’ της μητέρας του παιδιού.



ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΤΣΗΣ


Απλώστε την ομίχλη
μην πέσει σήμερα στα στάχυα του
η αναπόφευχτη χαρά των κορυδαλλών.


ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ


Εκείνο τ’ «όχι» δεν το επανέλαβε η ηχώ,
ήταν πολύ βαρύ για να το μεταφέρει.


ΠΡΟΣ ΚΑΛΒΟ (ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ)


Επανάλαβε εκείνο το «ωραία και μόνη»,
επανάλαβε εκείνο το «ωραία και μόνη».



Οι φοβερές μέρες του Δεκέμβρη του 1963
στη Λευκωσία

Τόσα χρόνια αναζητούσαμε θέματα.
Να τα, λοιπόν, τώρα!
Να που όταν, επί παραδείγματι,
πήραν τον σκοτωμένο
απ’ τ’ αντικρινό οικόπεδο
δεν πρόσεξαν την τσάντα με το πρόγευμα
που του είχε ετοιμάσει η γυναίκα του
και παρέμεινε.



Ένα τουρκάκι στο Κιόνελι το 1966

Μ’ ενδιαφέρει αυτό το χαμόγελο του μικρού παιδιού
που τ’ αγνοήσαμε και μας ανέμισε
ένα χεράκι χελιδόνι,
που τ’ αντιπαρήλθαμε και μας ανέμισε
ένα χεράκι γιασεμί.



[Άτιτλη στιγμή]


Με μια καρδιά που άλλα της λες
κι άλλα καταλαβαίνει.


ΝΥΧΤΕΣ


Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου
η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι,
και θα μπορέσεις ύστερα να πας
σε κάνα θέατρο ή κέντρον ή όπου αλλού.

Όμως όταν τελειώσουν όλα
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,
και πουν οι φίλοι καληνύχτα,
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;

Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια,

Θα ‘σαι μονάχος.
Και τότες θα λογαριαστείτε.
Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα, να λογαριαστείτε.
Θα ‘σαι μονάχος

κι ανυπεράσπιστος απ’ τα θέατρα και τα κέντρα,
κι απ’ τη δουλειά σου και τους φίλους.

Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θά ‘ρθεις, δεν γίνεται. Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό, και περιμένει.
Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.



ΑΝΘΡΩΠΟΙ


Πόσο μικροί είμαστε, παιδιά,
όσο κι αν κάποτες φαινόμαστε μεγάλοι,
από τα πόδια ως το κεφάλι,
μυαλό, κορμίν, αισθήματα, καρδιά.

Με τόση δα χαράν αναγαλλιάζουμε,
με τόση ελπίδα φτερουγάμε,
λατρεύουμε τον κόσμο για το τίποτα
και για το τίποτα μισάμε.

Τώρα σχεδιάζουμε την πιο σκληρήν εκδίκηση
και λέμε τι θα κάνουμε και λέμε
και να την άλλη τη στιγμήν αγνώριστοι
κλαίει ένα παιδάκι στη γωνιά και κλαίμε.

Σωρούς όνειρα πλάθουμεν ατέλειωτους,
να ρίξουμε τ’ αστέρια στην ποδιά μας,
μ’ αν τύχη και τα βρούμε ξάφνου ανάποδα
δεν μας πειράζει να καθήσουμε στ’ αυγά μας.

Στ’ αυγά μας κι’ όμως έτοιμοι οι λεβέντηδες.
Μια τόση προοπτικούλα να προβάλη
κι’ αρχίζουν να φουντώνουν πάλι τα όνειρα
και νάτο σκώνεται τ’ ανθρώπινο κεφάλι.

Πόσο μικροί είμαστε, παιδιά,
όσο κι’ αν κάποτες φαινόμαστε μεγάλοι.


ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΑΥΣΗ


Δεν ξέρω πως έγινε
και περιπλεχτήκαμε τόσο πολύ
με τόσες σκέψεις κ’ έγνοιες και προβλήματα
που να μη μπορούμε πια
να πάρουμε ένα σπόγγο
και να τα σβήσουμε λίγη ώρα
απ’ τον πίνακα του κουρασμένου μας μυαλού.

Δεν ξέρω πως αυτό το μυαλό
δεν έχει πια πόδια ν’ απλώσει στην ανάπαυση,
δεν έχει στενά παπούτσια να πετάξη
μ’ ανακούφιση το βράδυ μακρυά,
δεν έχει βλέφαρα να κλείσουν τα μάτια του,
δεν έχει στόμα για χασμουρητό.

Εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο
το κρατάν άγρυπνο και τ’ ανακρίνουν οι αστυνομικοί
με το ηλεχτρικό φανάρι καρφωμένο στο πρόσωπό του.

Όλα μπορούν να υπάρξουν,
η θάλασσα μπορεί να υπάρξη
κι όμως εμείς δεν μπορούμε
να καθήσουμε στο βράχο
και να την κυτάξουμε σαν πριν
πλατειά, χωρίς αιχμή, χωρίς σκέψη.

Όλα μπορούν να υπάρξουν
κι όμως εμείς δε μπορούμε πια να συγκεντρωθούμε
σε μια κάποια μικρούλα, νοσταλγημένη ανάπαυση.



ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΗΣ ΖΩΗΣ (1954)



ΑΝΑΠΟΔΙΕΣ


Ήρθαν, παιδάκι μου, ανάποδα όλα
κι αντί μεγάλος βγήκες μικρός,
τόσο που ακόμα κι’ αυτός ο Ντίνος
τώρα ειν’ καλήτερός σου κι εκείνος.

Αντί να κάνης αυτό και το,
όπως λογάριαζες στα όνειρά σου,
έβανες όλα τα δυνατά σου,
κ’ έκανες ένα μηδενικό.

Δεν λέω πως ήταν υπερβολές σου,
πιστεύω μάλιστα σοβαρά
πως αν δεν ήταν οι αναποδιές σου
θα διακρινόσουνα μια χαρά.

Μα πως να πείσης το πλήθος τ’ άπειρο
πως η ειμαρμένη σ’ έβγαλε ανάπηρο;
Κι αν πης ακόμα πως δεν σε νοιάζει
τι λέει ο κοσμάκης και πως δικάζει,

ούτε κι ο δάσκαλος του χωριού σου
-πρώτος ινβέντορας του «μυαλού» σου-
ή οι πιο αμετάπειστοι θαυμαστές σου:
φίλοι, αγαπούλες, συμμαθητές σου,

αν πης δεν έχεις να δώσεις λόγο
σ’ όσους προχώρησαν παρακάτω
κ’ έλεγαν ότι η μικρή μας νήσος
εσένα χρόνια θα πρόσμενε ίσως,

όμως του γέρου αγαθού πατέρα σου
που έτσι κατάπληχτο χτες τον είδες
ξέρω πως θάδινες -τι δεν θαδινες-
να μην του διάψευδες τις ελπίδες.


ΕΞΙΣΩΣΗ


Μπορεί κάποια φορά
νάχε μεγάλη διαφορά
μπορεί μια τέτοια εξίσωση νάταν γελοία
την εποχή που σπούδαζες στην Ιταλία
αγάπη και φιλοσοφία
Μα τώρα πια…
Μα τώρα πια…
Ποιος να σου τόλεγεν, αλήθεια, και να πίστευες
πως τα «προσόντα» σου θ’ αχρήστευες
σ’ αυτή τη Λευκωσία τους την ασήμαντη
την ξέβαθη λιμνούλα την ακύμαντη,
πως θάρχονταν μια μέρα που
-όπως είχες σκεφτή για τον παππού-
για εσένα που καυχόσουνα
να δείξης και να κάνης
θάταν πια το ίδιο στα εικοσιέξη σου
να ζης ή να πεθάνης.



ΔΙΑΛΕΞΗ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ


Μικροί άνθρωποι
στις μεγάλες αίθουσες
φροντίζουν να μιλούν
για ό,τι πιο πολύ δεν ξέρουν.
Και τους ακούν με θαυμασμό
άλλοι μικρότεροί τους
και τους χειροκροτούν.
Μια τρομερήν αντήχηση
κάνουν τα κούφια χέρια που χτυπούν
των κούφιων
γιατί όλη εκείνη η κούφια απέραντη αίθουσα
έχει επίτηδες χτιστή
μ’ ηχητική πολλή
κατάλληλη για τα μικρά χειροκροτήματα.



ΟΙ ΓΡΑΜΜΕΣ


Ολόγυρα συγκλίνουν οι γραμμές.
Κλωστές αράχνης αποπνιχτικές οι δρόμοι,
τα Τούρκικα σοκάκια τα στενά.
Δεν θα μπορέσουν, βέβαια, να σε σώσουν
Της Νομικής σου η τόμοι,
η πλούσια διαλεχτή σου βιβλιοθήκη
που όσο κι’ αν δεν σου χάρισε τη νίκη
ακόμα την προσέχεις σαν παιδάκι
μήπως και μπη κάνα σαράκι.
Από τις στέγες, τις γωνιές ,
προβάλλουν οι γραμμές,
πυκνές, πολλές, αμέτρητες,
ευθείες, καμπύλες, τεθλασμένες,
όσων ειδών ποτές δεν είδες,
όσες δεν ήξεραν οι Ευκλείδες,
όλες τους στον σκοπό τους ενωμένες
κ’ υπάκουες σε μιαν αόρατην αράχνη
που νοιώθεις να σιμώνη και ν’ αδράχνη
κυριαρχική, συντριπτική.
Στόχος της το έντομό σου.
Από την λαιμαργία αλλοιθωρισμένα
τα κόκκινα της μάτια καρφωμένα
απάνω σου.
Ξέρεις οριστικά
πως δεν θα της ξεφύγης
μα το έχεις συνηθίσει πια.
Κι είναι προς πίστη σου ασφαλώς
αυτή η γοργή προσαρμογή
γιατί ήταν τόσο ξαφνικό που είχες ξυπνήσει κ’ είχες βρη
μετά από τέτοια προοπτική
τον «εύελπιν» εαυτό σου Καρυωτάκη.
Μονάχα που πικραίνεσαι λιγάκι
γιατί και στους χειρότερους καιρούς
ούτ’ υποπτεύθηκε ποτές η φαντασία σου
πως θα σου γίνονταν μια μέρα
Πρέβεζα ανηλεή η Λευκωσία σου.



ΜΑΤΙΑ


Στον κόσμο αυτό τα μάτια είναι,
τίποτ’ άλλο δεν είναι.
Όπου ομορφιά και ζωγραφιά
τα μάτια έχουν τη χάρη,
μάτια τον ήλιο χαίρονται
και μάτια το φεγγάρι,
τα μάτια σκύβουν ντροπαλά
στις άσπρες τις ποδιές
κι αυτά τα μάτια τα τρελλά
σμίγοντας σμίγουν τις καρδιές.



ΧΕΙΜΩΝΑΣ


Λοιπόν, έτσι ή κι’ αλλοιώτικα
το πέρασες το καλοκαίρι.
Δεν χρειάζεται μεγάλα πράματα
κ’ εσύ κοντά στους άλλους να περάσης,
μεσ’ στον συνωστισμό του δρόμου,
ένα καλοκαιράκι του Θεού.
Όμως με τον χειμώνα τι θα γίνη
που νάτος μάζεψε τα πρώτα σύγνεφά του
και μήνυσε πως έρχεται;
Πολλή χαρά, παιδί μου, χρειάζεσαι
για να περάσης τον χειμώνα.
Και δεν την έχης τη χαρά αυτήν εσύ.



ΕΙΝ’ ΛΙΓΟ ΝΑ ΠΡΟΣΜΕΝΗΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ


Είν’ λίγο να προσμένης τους βαρβάρους του Καβάφη
Μ’ όση δραματικότητα κι αν σου το περιγραφή,
γιατί επιτέλους είν’ μια ελπίδα η προσμονή σου
πως έστω κι’ αυτοί οι βάρβαροι θ’ αλλάξουν πια την ζωή σου.
Δραματικό είναι τίποτα να μην προσμένης,
μ’ άδεια τα χέρια, την καρδιά, να μένης,
ξένος σ’ ερημικό δρομάκι ξένο
σαν φύλλο του φθινόπωρου απ’ τον άνεμο ριγμένο
και να κυτάς τριγύρω αφαιρεμένα
αυτά τα τόσα πράγματα τα ξένα,
να μην αναγνωρίζης τη φωνή σου,
ναχη κοπή του κόσμου τους κάθε δεσμός μαζί σου
και το χειρότερον απ’ όλα ακόμα,
να μη βλέπης τη λύση στο χώμα,
τη λύση που εμπιστεύονται και άρπουν οι απελπισμένοι,
να μην ξέρης αν δεν σου είναι το ίδιο κ´ οι τάφοι ξένοι.


ΝΥΧΤΕΣ


Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου
η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι,
και θα μπορέσεις ύστερα να πας
σε κάνα θέατρο ή κέντρον ή όπου αλλού.
Όμως όταν τελειώσουν όλα
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,
και πουν οι φίλοι καληνύχτα,
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;
Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια,
Θα ‘σαι μονάχος.
Και τότες θα λογαριαστείτε.
Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα, να λογαριαστείτε.
Θα ‘σαι μονάχος
κι ανυπεράσπιστος απ’ τα θέατρα και τα κέντρα,
κι απ’ τη δουλειά σου και τους φίλους.
Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θά ‘ρθεις, δεν γίνεται. Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό, και περιμένει.
Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.







ΝΕΥΡΟΠΑΘΕΙΑ


Συγχώρεσέ με, φίλε μου,
που ενώ είχαμε μαζί,
σαν από κάποια συμφωνία μας μυστική,
κινήσει για τη νευροπάθεια
κ’ είχαμε προχωρήσει κι’ αρκετά
στα σκοτεινά της μονοπάτια θαρρετά,
έδειξα τόσην εγώ αστάθεια
που την αποφύγα και σ’ άφησα μονάχο
να γίνω οικογενειάρχης νουνεχής,
ενώ να εσύ τι συνεπής
έγινες πρώτης τάξεως
νευροπαθής.
Ντράπηκα που σ’ αντίκρυσα
προχτές στον δρόμο
με τον σταυρό της μοίρας της γενιάς μας
στον κοκκαλιάρικο ώμο,
σ´ όλη τη φόρμα σου,
στο πλέριο φτάξιμό σου.
Είχε το βλέμμα σου που μούρριξες
μεγάλη δόση, βέβαια, θρίαμβο
μα ωστόσο διάβασα με πόνο στη γωνιά του
κάποιου κρυφού παράπονου τον ίαμβο,
γι’ αυτό σου λέω πως ντράπηκα.
Σε γέλασα, καλέ μου φίλε, και συγχώρεσέ με,
αν και, για να με ειλικρινής,
-μην υποθέσης που στο λέω για παρηγόρια-
δεν ξέρω, αλήθεια, κι ορισμένως,
ποιος απ’ τους δυο είν’ ο γελασμένος.



ΑΛΓΕΒΡΑ


Λοιπόν, τολύσες τόσο απλά
το πρόβλημά σου, φίλε μου.
Κι’ όσο που σκέφτομαι πως στο γυμνάσιο
δεν τα κατάφερνες καθόλου στα προβλήματα.
Αλήθεια πως δεν είναι τα σχολεία
μα η κοινωνία που τ’ απονέμει τα βραβεία.
Εγώ ο κουτός, ο πρώτος σας στις άλγεβρες,
πούχα γραμμή πάρει όλα τα αριστεία,
έκανα μια καταγραφή περίεργη
μ’ άγνωστους χίλιους δυο
που μου τα μπέρδεψαν.
Ενώ τι θετικός εσύ!
Ένα άγνωστο κατέγραψες μονάχα,
τον κεντρικό πυρήνα της δικής μου εξισώσης,
το πρώτο προαπαιτούμενο,
την πέτρα του σκανδάλου.
Κι ήταν το πρόβλημα σου τέτοιο, μάλιστα,
που ούτε χρειαζόταν να το λύσης
ως προς αυτόν τον άγνωστο.



ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ


Στην ψυχή της άγιας αδερφής μου

Δεν λέω Θέ μου, δεν είν’ όμορφος ο κόσμος Σου,
δεν ξέρω τις δικές Σου απόψεις για το ζήτημα,
δεν ξέρω αν μπορεί να βελτιωθεί η κατάσταση,
όμως επίτρεψέ μου ταπεινά
να κάνω κάποια παρατήρηση
λιγάκι δημοκρατικά
όπως τόσον ορθά
μας έμαθαν οι πιο σοφοί συνάνθρωποί μας:
Ανεξαρτήτως άλλων επιφυλάξεων
κι άλλων σημείων συζητησίμων
δεν δέχεται αμφισβήτηση, θαρρώ, το πως
(πράμα π’ αυξάνει διηνεκώς
το χρέος της θλίψης της ανθρώπινης)
η σύντομη χαρά των ερχομών μας, Θέ μου,
δεν είν’ ουδόλως αρκετή να ισοσταθμίση
την άμετρη κι’ ατέλειωτην
οδύνη των αναχωρήσεων.



ΣΤΙΓΜΕΣ 1958



ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΑΥΣΗ


Δεν ξέρω πως έγινε
και περιπλεχτήκαμε τόσο πολύ
με τόσες σκέψεις κ’ έγνοιες και προβλήματα
που να μη μπορούμε πια
να πάρουμε ένα σπόγγο
και να τα σβήσουμε λίγη ώρα
απ’ τον πίνακα του κουρασμένου μας μυαλού.
Δεν ξέρω πως αυτό το μυαλό
δεν έχει πια πόδια ν’ απλώσει στην ανάπαυση,
δεν έχει στενά παπούτσια να πετάξη
μ’ ανακούφιση το βράδυ μακρυά,
δεν έχει βλέφαρα να κλείσουν τα μάτια του,
δεν έχει στόμα για χασμουρητό.
Εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο
το κρατάν άγρυπνο και τ’ ανακρίνουν οι αστυνομικοί
με το ηλεχτρικό φανάρι καρφωμένο στο πρόσωπό του.
Όλα μπορούν να υπάρξουν,
η θάλασσα μπορεί να υπάρξη
κι όμως εμείς δεν μπορούμε
να καθήσουμε στο βράχο
και να την κυτάξουμε σαν πριν
πλατειά, χωρίς αιχμή, χωρίς σκέψη.
Όλα μπορούν να υπάρξουν
κι όμως εμείς δε μπορούμε πια να συγκεντρωθούμε
σε μια κάποια μικρούλα, νοσταλγημένη ανάπαυση.



ΠΡΟΧΕΙΡΟΤΗΤΕΣ


Πήραν πρώτα τα μέτρα μας
για να μπορούμε να φοράμε παπούτσια,
για να μπορούμε να μιλάμε αναλόγως,
για να μπορέσουμε να αφομοιωθούμε;
Όχι.
Βλέπετε, λοιπόν, τι προχειρότητες;
Να πης δεν ήξεραν;
Αντιθέτως, ήξεραν πολύ καλά
τι ανόητα παιδιά θαπαιζαν μέσα μας,
ήξεραν πολύ καλά
με τι αισθήματα μας παραγέμιζαν,
τι καρδιά μας κούρδιζαν.



ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑΜΕ


Κουραστήκαμε να φυτεύουμε ανόητα άνθη,
κουραστήκαμε να διεκδικούμε μηδαμινές καλωσύνες,
να κουμπώνουμε σακκάκια,
και να εκθέτουμε επιφάνειες
σ’ έναν κόσμο που το φως του
ικανοποιείται σ’ αυτές,
που σταματά σ’ αυτές
κι’ αντανακλάται μ’ ελαφρή καρδιά.
Αν πρόκειται να συνεχίσουμε
πρέπει ν΄ανασκαφούν όλα απ’ την αρχή,
πρέπει ν’ αλλάξη πολιτική ο ήλιος,
πρέπει να μη γυαλίζη πια
τα χρυσά κουμπιά των σακκακιών μας.



ΑΝΘΡΩΠΟΙ


Πόσο μικροί είμαστε, παιδιά,
όσο κι αν κάποτες φαινόμαστε μεγάλοι,
από τα πόδια ως το κεφάλι,
μυαλό, κορμίν, αισθήματα, καρδιά.

Με τόση δα χαράν αναγαλλιάζουμε,
με τόση ελπίδα φτερουγάμε,
λατρεύουμε τον κόσμο για το τίποτα
και για το τίποτα μισάμε.


Τώρα σχεδιάζουμε την πιο σκληρήν εκδίκηση
και λέμε τι θα κάνουμε και λέμε
και να την άλλη τη στιγμήν αγνώριστοι
κλαίει ένα παιδάκι στη γωνιά και κλαίμε.

Σωρούς όνειρα πλάθουμεν ατέλειωτους,
να ρίξουμε τ’ αστέρια στην ποδιά μας,
μ’ αν τύχη και τα βρούμε ξάφνου ανάποδα
δεν μας πειράζει να καθήσουμε στ’ αυγά μας.

Στ’ αυγά μας κι’ όμως έτοιμοι οι λεβέντηδες.
Μια τόση προοπτικούλα να προβάλη
κι’ αρχίζουν να φουντώνουν πάλι τα όνειρα
και νάτο σκώνεται τ’ ανθρώπινο κεφάλι.

Πόσο μικροί είμαστε, παιδιά,
όσο κι’ αν κάποτες φαινόμαστε μεγάλοι.



ΜΟΙΡΑ


Εμπνευσμένο από στίχους του Λαπαθιώτη.

Τι μοίρα είχες, ψυχή μου ντελικάτη,
νάχης τον στίχο μονοπάτι.
Και μονοπάτι που δεν γνώρισε λειμώνα,
που δεν απάντησε στον δρόμο του ανεμώνα,
κι όλο γυρεύει ένα σημάδι
και ψηλαφά μεσ’ στο σκοτάδι.
Τι μοίρα νάχης μοίρα μαντζουράνας
π’ ούτε στολίζεται ούτε ανθίζει,
που αν δεν πονέση δεν μυρίζει.









Έθθα σου πω


Έθθα σου πω, Δροσούλλ’, ασ σ’ αγαπώ
τζ’ ας κλαίσιν τα γρουσά σου τα μματούδκια
τζ’ ας βκαίννουσιμ μισά ’που τογ καμόν
τα παραπονημένα σου λοούδκια.

Εσού ’σαι τα χαράματα του φου
που μολοούσιμ* μέραν τζαι ξιφώτιν*,
εγιώνι το σουρούππιασμαν. Λαλώ,
μ’ όπου τζαι νάν’ η νύχτα καρτερώ την.

Εσού ξεπεταρούιμ που πετά
τζ’ όπκοια βρεθούν ομπρός του αγαπά τα·
έντζαι δικλά* ποττέ πίσω να δει,
φιλιά μέ* λοβαρκάζει με μετρά τα.

Εγιώ ’μως λοβαρκάζω το φιλίν
γιατ’ εν είμαι τζ’ εγιώ ξεπεταρούιν
τζαι μεμ παραπονιέσαι τζαι κανεί,
μεν τρέμει τ’ όμορφόσ σου το σειλούιν.

Εσού ’σαι ’νας αθθός της λεμονιάς
τζ’ εγιώνι τ’ ολοτζίτρινολ λεμόνι (ν)·
εσού ’σαι παναΰριμ π’ αρκινά
τζ’ εγιώνι παναΰριμ που τελειώννει.

Έθθα σου πω, Δροσούλλ’, ας σ’ αγαπώ
τζ’ ας κλαίσιν τα μματούδκια σ’ ομπροστά μου.
Κάλλιον τωρά να κλάψουφ φανερά
παρά να κλαίσιν ύστερις κρυφά μου.


















ΛΑΙΜΑΡΓΑ






Συλλογικό έργο όπου δέκα Κύπριοι λογοτέχνες 
παρουσιάζουν ποίηση και διηγήματα τους



ΛΑΙΜΑΡΓΑ  (2018)

 

 

ΡΩΞΑΝΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ


0 κήπος μέσα μου


Ετοίμαζα τα σάντουιτς των παιδιών
ύστερα καθόμουνα στη βεράντα
κι έφτιαχνα κοσμήματα
με το τσιγκελάκι
παρατηρώντας
τη λίμνη
που γεννούσε

(μια λίμνη ήσυχη όπως είναι οι λίμνες
-δεν γνώριζα σε ποιο χρόνο, σε ποια εποχή,
σε ποιον κόσμο ανήκε-

εσύ τσάπιζες
τις λεκάνες των δέντρων
στον μέσα κήπο μου)

Γεννούσε λοιπόν η λίμνη και παρατηρούσα τις λέξεις να βγαίνουν ολόκληρες και με κλάματα 
να χάνονται μέσα στην πολύβουη ζωή ενός ουρανού που δεν γνώριζα σε ποιον χρόνο, 
σε ποια εποχή, σε ποιον κόσμο ανήκε. Κοφτερά θραύσματα των εκμαγείων τους έπεφταν 
και μάτωναν το στόμα μου.

Ήταν και λέξεις κλειστά όστρακα, λέξεις επικαλυμμένες με μούχλα, λέξεις όπως κανένα στόμα 
να μην τις έχει φτύσει ή φιλήσει.

Άφησα το εργόχειρο στην άκρη κι άρχισα με ένα κλαδί ν’ ανακατεύω.

Ένα πρωτάκουστο τραγούδι κάλυψε τότε ολόκληρη την επιφάνεια της λίμνης, ένα τραγούδι 
ασύγκριτο. Κανένα παράπονο, πείνα ή δίψα άλλου ανθρώπου δεν μπορούσε να φτιάξει. 
Κι ήταν το δικό μου τραγούδι πιο δικό μου κι από το όνομά μου.



ΣΤΕΛΛΑ ΒΟΣΚΑΡΙΔΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ


Λαίμαργα


Νύχτα που είναι
θα κάτσω να φάω
τις σκληρές μου λέξεις
τα μαλακά τους σημεία
τα μικρά τους φτερά
τα πελώρια αγκάθια
τις ζωηρές τους ουρές και όλα
τα σημεία στίξης και όλα ανεξαιρέτως
τα σημεία τήξης τα
μελαμψά περιστέρια τους και τα ύψη
των περιστάσεών τους
τις μυτερές μου λέξεις
και τις καμπύλες που πέταξαν
μυτερά κλωνιά
με τη ρώσσικη στέπα τους
με τα δέλτα των Νείλων τους και
των ώριμων φρούτων την ανεξίτηλη
ορθογραφία
με τους ξένους φθόγγους της ζωής
και τις αποτζιατούρες του θανάτου 
τις τυφλές μου λέξεις με το μάτι
πότε του Κύκλωπα και πότε
του κυκλώνα
με το έλκος του Λόρκα στη λήγουσα
και τη χρωματιστή τους
διάρκεια φορτωμένη με
χαίρε ύψος δυσανάβατον χαίρε
βάθος δυσθεώρητον τις παγωμένες μου λέξεις
μα πού
να γυρνάω τέτοια ώρα και μάτια και λόγια
ποιανού να ζητώ
νύχτα που είναι
θα κάτσω να φάω
τις σκληρές μου λέξεις
και ποιου να γυρεύω τα χέρια και
την ανεξίκακη
θερμοκρασία
ποιανού να ζητώ
νύχτα που είναι
λαίμαργα
θα κάτσω να φάω
τις σκληρές
σκληρές μου λέξεις τα
απόκοσμα
παξιμάδια.




ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ


Το αίνιγμα της Βένους


Αυγερινός:
0 ακόλουθος των αστεριών
η ύστατη λυχνία την αυγή
που τα περιμένει να σβήσουν
τελευταίος να δύσει.

Αποσπερίτης:
0 ταγός των αστεριών
που σέρνει το άρμα την εσπέρα
ν’ ανατείλει πρώτος
κι ύστερα οι άλλοι.

Λίαν επηρμένος
κι ας μην είναι ο Βέγας
και δεν είναι καν αστέρι
και δεν είναι ούτε άρρεν,
είναι μία γυναίκα
που τη λένε Βένους.

Αν δεν ανατείλω, δεν είναι βράδυ.
Αν δεν δύσω, δεν είναι μέρα.
Τι είμαι;

έλεγε το αίνιγμα της Βένους.

Αν δεν το έλυνες,
σ’ έτρωγε ζωντανό
κι εσύ καθώς αφηνόσουν
στην έξαψη της πέψης της
τη δικαιολογούσες λέγοντας:

Τι να γίνει,
αυτό θα πει έρωτας.



ΜΑΡΙΑ ΤΖΙΑΟΥΡΗ-ΧΙΛΜΕΡ


Το ζακετάκι


Ξέχασα το ζακετάκι μου. Το μαύρο ζακετάκι μου. Έβγαλε ήλιο και το έβγαλα. Το άφησα στο 
παγκάκι εκείνης της πλατείας. Πόσο όμορφη ήταν εκείνη η πλατεία: τα σιντριβάνια, τα μικρά 
παιδιά να τη γυρνοβολάνε με τα ποδήλατά τους, οι φοιτητές να λιάζονται με τ’ ακουστικά στ’ αυτιά 
και τη ζωή στις παλάμες τους. Σ’ εκείνη την πλατεία θυμάμαι και δυο-τρεις άστεγους, 
ξαπλωμένους σε εμβρυϊκή στάση πάνω σε κάποια τετραγωνικά χαρτονιού. Σκληρά χαρτόνια 
που έγιναν το στρώμα ανθρώπων που χαίρονταν κάποτε, ίσως, κι αυτοί εκείνη την πλατεία. 
Τώρα ζωντανοί νεκροί.

Έφυγα βιαστική, μη χάσω την πτήση μου. Χωρίς το ζακετάκι. Ξέχασα να το αναζητήσω στους 
ώμους, τα χέρια, το στήθος μου. Μαζί του ξέχασα κι ό,τι με τυραννούσε μέσα στο στήθος μου. 
«Το ωραίο σου στήθος», όπως συνήθιζες να λες τους τελευταίους μήνες. Φεύγοντας απ’ την 
πλατεία εκείνης της βόρειας πόλης, όπου λίγο πριν σε είχα δει για τελευταία φορά, ήξερα πως 
μ’ είχες ήδη ξεχάσει. 

«Τι ωραία βυζιά έχεις», έλεγες.

Όταν μπήκα στο αεροπλάνο, έψαξα ξανά και ξανά στο σακίδιό μου το ξεχασμένο ζακετάκι. 
Μάταια. Όπως μάταια έψαχνα εσένα.

«Τι ωραία βυζιά έχεις», έλεγες πάντα, όσο καιρό λαίμαργα με λαχταρούσες.

Θεωρία στη θεωρία. Ουτοπία στην ουτοπία. Δεν λαχταράς τα ωραία μου βυζιά πια. Δεν θες 
να τα ρουφήξεις πια. Χόρτασες τη λαιμαργία σου και φρέναρες τη δίκιά μου. Κάθε φορά που 
σε θυμάμαι να μιλάς και να γράφεις για τα βυζιά μου, αναζητώ το γαμημένο μου ζακετάκι. 
Να σκεπάσει το δικό μου κρύο και τη δική σου ασχήμια. Να κρύψει εσένα, που κάποτε η ομορφιά 
σου με τύφλωνε κυριολεκτικά.

Κοίταξα έξω από το παράθυρο του αεροπλάνου. Σκοτάδι μαύρο και βαθύ. Έβαλα τότε την 
παλάμη στο στήθος μου κι ο ήχος εκεί ανεβοκατέβαινε σαν κύμα. «Έχω ωραία βυζιά», ψιθύρισα 
χαμογελώντας και συνέχισα ν’ ακούω το κύμα εκεί στ’ ανάμεσό τους. 




ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΑΡΚΟΥ


η βασική


ξυπνάει κάθε πρωί και φτιάχνει το τσάι του, το βάζει σ’ ένα 
φλιτζάνι από πορσελάνη και το σκεπάζει με την εφημερίδα, 
για να μην κρυώσει, ίσως αυτό να φταίει που τα νέα που 
διαβάζει είναι δακρυσμένα

συνέχεια/

κάθεται σε μια καρέκλα και κοιτάζει το ηλιοβασίλεμα πίσω 
από τα βουνά, πίνει το τσάι του. από τη μέρα που έφυγε 
αυτή, έχει δει πολλά ηλιοβασιλέματα, είναι πεισματάρης, 
ίσως αυτό να φταίει  που τα μάτια του είναι γεμάτα αίμα 

που κυλάει/

ο χρόνος και δεν το αντιλαμβάνεται πως νύχτωσε, και 
γυρνάει με την καρέκλα του στο δεξί χέρι και το άδειο 
φλιτζάνι στο αριστερό πέφτει και σπάει, κι αυτός είναι 
ξυπόλητος.
ίσως αυτό να φταίει που το πεζοδρόμιό του είναι στρωμένο 
με δέρμα

μαλακό/

σαν το κρεβάτι που πέθανε μια μέρα, χωρίς να το μάθει
κανείς ποτέ και χωρίς αυτή να επιστρέψει να τον ρωτήσει
τι κάνει,
γιατί δεν τη νοιάζει.
τα ωραία της μαλλιά της κλείνουν τ’ αυτιά και δεν τους 
ακούει όταν κλαίνε, γιατί κλαίνε πολύ σιγά, μέχρι που τα 
κόκαλά τους αδειάζουν και τους τελειώνει το τσάι και 
φωνάζουν διψάω ο καθένας από μόνος του, μα δεν τους 
ακούει ποτέ.

/

ίσως αυτό να φταίει που ο καναπές της είναι ψηλά στο 
ταβάνι, πάνω από τη στοίβα με τα πτώματα.



ΣΥΝ(Γ)ΡΑΦΕΣ




ΣΥΝ(Γ)ΡΑΦΕΣ   (2018)



ΠΡΟΛΟΓΟΣ  (Απόσπασμα)


ΟΤΑΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΚΠΥΡΣΟΚΡΟΤΟΥΝ ή

ΜΙΑ ΧΕΙΡΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ


Τι συμβαίνει όταν η Αντιγόνη γίνεται persona non grata για τον τόπο της;
Τι μας λένε έντεκα μαύροι κύκνοι που επιστρέφουν στην άκρη του παραμιλητού; Αντέδρασε η Κατερίνα Γώγου στο γράμμα που έλαβε; Αναρωτιόμαστε, διότι σε ανάλογο γράμμα προς τον Κάφκα ο αποστολέας του ακόμα περιμένει.
Τι μεσολάβησε και ο ονειροπόλος, ενώ ήταν ξαπλωμένος στο κύμα, ξύπνησε εντέλει στην αγχόνη; Σκοτώνεται ο χρόνος στον διάδρομο; Πώς απογοητεύεται ένα ραβδάκι δυόσμου; Μια γυναίκα πετώντας μπαλόνια δίνει συνέντευξη στον ουρανό, μια άλλη συλλέγει τα πυροτεχνήματα που αφήνει πίσω του ένας βηματισμός, μια τρίτη γυρεύει το νόημα στα ναρκοπέδια των φράσεων και κάποιος αναγνωρίζει τελικά τον τρομοκράτη. Ένα βλέμμα δραπετεύει από λεύκωμα του Άουσβιτς, ένα τρένο βρίσκεται καθηλωμένο στις αναπηρικές του ράγες, μια παρέλαση από πόρτες καταλήγει στην πιο ερμητικά κλειστή απ’ όλες, καμβάδες λευκοί αναζητούν την κάθαρση, ενώ ανάμεσα σε δύο εποχές μία ιδιότυπη διαπραγμάτευση διενεργείται.
Όλα αυτά, εν είδει καλειδοσκόπιου, θα τα ξεφυλλίσουμε στις «συν(γ)ραφές» των συμμετεχόντων του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής και ανάγνωσης.

…/…

ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ




ΠΑΜΠΟΣ ΒΟΣΚΑΡΙΔΗΣ


ΑΝΤΙ ΓΟΝΙΔΙΑ


Την λέγαν  Αντι-γόνη
αφού επέλεξε απ’ των γονιών την εντολή
στη θεϊκή βουλή να πειθαρχήσει.

Την λένε Ανεμώνη
αφού την πήρε ο άνεμος διωγμένη από τη Θήβα
κι αργά-αργά την έσυρε μέχρι τη Σαλαμίνα.

Άργησες Αντιγόνη
σαράντα χρόνους άργησες
δεκάδων αδερφών σου τα άταφα κουφάρια σωρευτήκαν.

Άργησες Αντιγόνη
το μαρτυρούν μοιρολογίστρες άλαλες
σαράντα χρόνους στη δίκιά σου προσμονή αραχνιασμένες.

Άργησες Αντιγόνη
δεν έχει χώμα πια αυτή η γης
των αδερφών σου τα κουφάρια να σκεπάσεις
το πήρε, το παρέσυρε ο βοριάς ο βαρβαροκουβαλητής.

Άργησες Αντιγόνη
καλοδεχούμενη δεν είσαι πια σ’ αυτό τον τόπο
στις χαρακιές των βράχων μόνο πια
μπορείς να έρχεσαι την άνοιξη σαν Ανεμώνη.



ΜΑΡΙΑ ΙΖΑΜΠΕΛΛΑ ΑΧΙΛΛΕΩΣ


ΑΤΙΤΛΟ


Από τότε που με άγγιξες
σταμάτησα να διαβάζω
θλιμμένους ποιητές
και οι λέξεις
δεν με κοιτούν κατάματα θυμωμένες.
Κάποτε μάλιστα, μου σκάνε και χαμόγελο
που μοιάζει στο δικό σου
και ορκίζομαι
πως έχω γίνει τόσο μικρή
που μπορώ να χωρέσω
στις χαραμάδες του ωμέγα
του σ’ αγαπώ που σου γράφω
όπως ακριβώς
φωλιάζω μες στη χούφτα σου
σαν γίνομαι δική σου.
Στο τέρμα του χαμόγελού μου
μια πλανόδια σκέψη δεν λέει να μ’ αφήσει:
Τη μέρα που θα φύγεις
σιγά-σιγά θα πετρώσω
και θα γίνω
το πιο λυπημένο άγραφο ποίημά μου.




ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ


ΜΕΣ ΣΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΜΑΣ


Πωλούνται όλων των ειδών σημαίες
ανακοινώνει καθημερινά η πινακίδα.

Λόγω αλλαγής στο εμπόρευμα
διατίθενται σε χαμηλές τιμές
mi σ’ όλους τους χρωματισμούς.

Πάρε κόσμε παρεό για τα καλοκαίρια σου!

Η μνήμη ξέμεινε
στις κουτές με τη ναφθαλίνη.

Θυμάμαι παλαιότερα
όταν ο πατέρας ολόισιος διέταζε σιωπή
στον ιστό της ανέβαινε η σημαία
παλιά και ξεβαμμένη
μ’ ένα γαλάζιο τόσο γλυκό
σαν τρυφερό σεντόνι.

Κυμάτιζε ένα πανί
και διέσχιζε την απέναντι θάλασσα
χάδι του αέρα
Πήγασος που μας έτρεχε
πέρα από την απαντοχή.

Και ήταν τότε
που εκεί
μες στο χωράφι μας
παρέλαυναν πατρίδες.




ΣΚΕΥΗ ΓΙΑΓΚΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ


ΔΥΟΣΜΟΣ


Ένα ραβδάκι δυόσμου
μέσα στην πράσινη του απογοήτευση
συλλάβιζε ψιθυριστά θυμίαμα
να διώξει την ομίχλη που εισέβαλε
πίσω από τα παλιά ρολόγια
να ξεχάσει μια κίτρινη αγάπη
που ταλαιπωρούσε το χρωματιστό του ανάστημα
να δώσει τέλος στη θλιμμένη ιστορία τους.

Στη γαλήνη του απογεύματος
η ανάσα του έρωτα το άγγιξε βελούδινα
μούδιασε τις αρθρώσεις του
τα φύλλα του φούντωσαν φτερά
δροσοσταλίδες τσαγιού το μεταμόρφωσαν.

Ώρες στόλιζε, ώρες μετρούσε
λίκνιζε την ευωδιά του
στης άνοιξης το μουρμουρητό
τα ζωηρά της όνειρα
στο κέλυφος του καρυδιού ζωγράφιζε.

Ήθελε να σπάσει τη σιωπή τους.




ΣΤΑΥΡΟΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ


ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΚΑΦΚΑ


Αξιότιμε Φραντς,
Σας στέλνω το γράμμα αυτό μέσω ΕΛΤΑ -έχουν δικά τους μυστικά περάσματα μέχρι την άβυσσο του ουρανού που είστε. Διάβασα χτες τη «Μεταμόρφωση» και μ’ έβαλε σε σκέψεις το τεράστιο σκαθάρι σας, ο Γκρέκορ.
Αυτή η φιγούρα η τραγική που μεταμόρφωσε σταδιακά την οικογένεια του.
Και σας ρωτώ. Γιατί το κάνατε στον χαρακτήρα σας αυτό;
Να ζει μία ζωή μονάχα για τους άλλους; Αναρωτιέμαι αν είμαι και εγώ όπως αυτός μήπως μεταμορφώνομαι σταδιακά σ’ ένα σκαθάρι με τη σκληρή επίπεδη κοιλιά και τα μικρά μου μαύρα ποδαράκια.
Μήπως σέρνομαι στο πάτωμα κι εγώ και δεν με φτάνει πια το φως του ήλιου.
Και μήπως κιόλας εγκατασταθώ αιώνια εκεί, εκεί που οι άλλοι θα ρίχνουν μια βιαστική ματιά και το σκοτάδι θα κάνει ηπιότερο το αποκρουστικό.
Μα αυτό που πιο πολύ απ’ όλα με φοβίζει είναι να συνηθίσω πια να είμαι ένα σκαθάρι, η απομόνωση να γίνεται η οικογένειά μου, ό,τι με τρέφει να είναι σάπιο και μικρό.
Όσο για την Γκέτε, την μικρή του αδελφή, -κάμπια που τρέφονταν απ’ όσα φύτευε ο Γκρέκορ- μας την μεταμορφώσατε σε πεταλούδα ξαφνικά, συλλέκτρια της γύρης των πιο ωραίων λουλουδιών, γεύμα που μοίραζε απλόχερα το βράδυ στους δικούς της.
0 Γκρέκορ όμως οριστικά απών.
Αξιότιμέ μου Φραντς, μεγάλε συγγραφέα, δεν θέλω να καταλήξω και εγώ όπως ο ήρωάς σας.
Πέστε μου πως δεν κατάλαβα καλά, πως άλλο θέλατε να πείτε. Πέστε
μου ότι δεν είμαι ο Γκρέκορ.
Θα περιμένω με ανυπομονησία μιαν απάντησή σας.

Με εκτίμηση
ένα σκαθάρι



ΕΛΕΝΑ ΣΑΒΒΑ ΚΙΝΝΗ


ΑΝΑΣΑ


Κι αν κάπου
στο κεντημένο λιβάδι της ακτής
στους πράσινους κάμπους της θάλασσας
σε ένα άλμπουρο μοναχικό
κατακρεουργημένο
που μεσοπέλαγα ιχνηλατεί
κρυμμένη την αγάπη
αντικρίσεις σε πλήρη αταραξία
τον δάσκαλο
ντυμένο τον χιτώνα του φωτός
είναι συνομωσία
μην διστάσεις
άπλωσε το χέρι
ίαση θα’ ναι.



ΜΕΛΑΝΗ ΚΟΥΡΣΑΡΟΥ


ΧΑΪΚΟΥ


1.
Καρδιά καθαρή.
Ουράνιο ταξίδι
ευωδιάζει.


2.
Ψυχούλα πονεί.
Θεϊκή παρηγοριά
λάλημα πουλιού.


3.
Φύλλα συκής πια
δεν με προστατεύουνε.
Ερωτεύτηκα.


4.
Το καρναβάλι
καταργεί τις μάσκες μας
ανατρεπτικά.


5.
Άκου! Μουσική...
Φτερά αγγέλων μιλούν
στους γαλαξίες.


6.
Το να θεωρείς
τη ζωή αλάνθαστη
ανυπόφορο.


7.
Ξεθεώνομαι
κάθε φορά που βλέπω
τα σκοτάδια μου.



ΝΑΤΑΣΑ ΑΘΗΑΙΝΙΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ


ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ


Βραδιάζει.
Στο λιμάνι τα πλοία σώπασαν πίσω απ’ τα σύννεφα.
Οι ναυτικοί ξεμπάρκαραν σε σκοτεινά σοκάκια υπνωτισμένοι.
Τότε ξεχώρισε αυτή σαν οπτασία βουβή μέσα στη νύχτα.
Είχε φορέσει ανάποδα τη μαύρη της μαντίλα
προτού ξεμυτίσει αθέατη
στην προκυμαία της γαλάζιας πατρίδας.
Από πίκρα είναι γραμμένο το όνομά της.
Όλεθρο και καπνό μυρίζει το κορμί της.
Αυτήν, βλέπω, με τα σβησμένα μάτια
και τη μαντίλα ανάποδα δεμένη σαν γόρδιο δεσμό
που δεν έμελλε ποτέ κανείς να λύσει.
Γι’ αυτήν, γράφω, που περιφέρεται
πατώντας τα πλήκτρα του ακορντεόν.

Ένα παιδί με κίτρινο ποδήλατο της χαμογέλασε.
Ένα ζευγάρι ερωτευμένων τη φοβήθηκε.
Ένα γατί μπλέχτηκε στα βήματά της.
Ένα άστρο φώτισε τη σκιά της.
Μετά σκοτάδι...

Άπλωσε το πανωφόρι της στον δρόμο
κι αποκοιμήθηκε.
Πάνω απ’ τα χνώτα της
δυο περιστέρια φτερούγισαν
κι έσβησαν όλες τις φωτιές.
Ημέρεψε.

Μια φεγγοβολή είχε μόλις σχίσει
τον θαμπό ορίζοντα.



ΝΙΚΗ ΛΟΪΖΙΔΟΥ


ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ


Η γεύση είναι ακόμα στυφή.
Πρόσθεσα μαύρη ζάχαρη και λιγοστή κανέλλα
άνοιξα τα δεφτέρια της μαγειρικής.
Τα ζώδια σώπασαν επικινδύνως.

Με μαύρα γυαλιά και τα αθλητικά στο χέρι
αποχαιρέτησα το κατάπληκτο άλογο.
Στη στροφή βρήκα τις ράγιες εκτροχιασμένες.
Στην καστανή λιακάδα ψάχνω ακόμη
για το κατάλληλο μπαχαρικό...




ΜΑΡΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ


ΛΟΥΝΑ ΠΑΡΚ


Πού και πού, ένας άνεμος επισκέπτης
μου ανοίγει την πόρτα
και τότε το δωμάτιο
γίνεται μεγάλο λούνα παρκ.

Το καρουζέλ του ξεκινά από την καρδιά
παίρνει αίμα και στριφογυρίζοντας
βάφει τα δειλινά.
Στάζουν επάνω του κόκκινες παπαρούνες.

Η ρόδα του πάλι
βουτά στα βάθη του ωκεανού
φορτώνει δάκρυα και ψηλά τα ανεβάζει.
Στο κατέβασμά της φέρνει αγγέλους παρηγοριάς
ανάβει τον ήλιο να κρατά τα χέρια μου ζεστά
μην κουραστούν ποτέ να στεγνώνουν τα μάτια σου.
Και τι δε θα ’δινα, αυτοί οι τεράστιοι κύκλοι
να μη σταματήσουν ποτέ να δια-σταυρώνονται
για σένα.



ΜΑΙΡΗ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ


ΤΟ ΤΡΕΝΟ


Ένα κομμάτι παιδικότητας
που κρεμόταν ξεχασμένο
σε ξανθά μαλλιά
έπεσε με πάταγο στο χώμα.

Η τσίχλα στο στόμα της
είχε γεύση σκουριάς
μα δεν έλεγε να τη φτύσει.
Αναβίωνε παράτολμες σκανταλιές
από μια ομιχλώδη εποχή
και θύμιζε οξειδωμένο μέταλλο
απομεινάρι ενός τρένου παρελθόντος
σε απόσυρση
που επιδείκνυε μαζοχιστικά τη φθορά του.

Το σύμπαν το δικό μας
ήταν αδιέξοδο.
Καταδίωκε σκέψεις πουλιά
που μόνο κύκλους έκαναν
και ολοένα μίκραινε
καθώς εμείς μεγαλώναμε.

Το τρένο
δεν ευτύχησε να ξεκινήσει.
Μουγγή η σφυρίχτρα αναχώρησης
δεν μας γλύτωσε απ’ της συνήθειας
την κινούμενη άμμο.
Καθηλωμένο από κρίσεις πανικού
ή επεισόδια αιφνίδιας δειλίας
απέμεινε σφηνωμένο
στις αναπηρικές του ράγες.
Αναβάλλοντας μεθοδικά την έναρξη
φτάσαμε αισίως στο τέλος
ακούγοντας μόνο
το δικό μας χειροκρότημα
που εξασφάλιζε εκ του ασφαλούς
τον δικό μας δια-συρμό.

Ε, εσείς πουλιά
πώς είναι να γυρίζεις σπίτι;
Γιατί εγώ
δεν έφυγα ποτέ.



ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΚΚΟΣ


ΚΙΤΡΙΝΗ ΣΑΝ ΛΕΜΟΝΙ


Χωράει πλην ένα παντελόνι σε μια βαλίτσα;
Δεν είναι πρόβλημα μαθηματικό, ούτε κβαντικό παράδοξο.
Τότε που ήρθε ο πατέρας μου από τον πόλεμο, το παντελόνι που φόραγε ήταν δανεικό, αφού το δικό του ήταν στρατιωτικό και αν τον πιάνανε θα τον σκότωναν κι εκείνον και τη μάνα μου. Με δανεικό παντελόνι τι να την κάνεις τη βαλίτσα, τι να τοποθετήσεις μέσα; Έτσι ήρθε ο πατέρας μου, με δανεικό παντελόνι και δίχως βαλίτσα. Προτού κάνω το πρώτο μου βήμα, προτού οι αναμνήσεις αρχίσουν να χαράζονται, και πάλι χωρίς βαλίτσα έπαιρνε τον δρόμο της ξενιτιάς. Γιατί να κουβαλάς ξένα ρούχα σε δανεική βαλίτσα; Δεν θυμάμαι πότε την είχα δει πρώτη φορά. Πιο δυνατές στη μνήμη μου θαρρώ ήταν οι αφηγήσεις της μητέρας, όταν την αντίκρισε ενάμιση χρόνο μετά, που
τον ακολουθήσαμε στην ξενιτιά. Της είχε κάνει τόση εντύπωση που μου ’λεγε πως, σαν την είδε, δεν μπορούσε να σταματήσει να γελά. Ολοκίτρινη, τεράστια, σκληρή, με μεταλλικούς τροχούς, αστραφτερή, εσωτερικά φοδραρισμένη με χρυσό γυαλιστερό ρούχο που είχε τυπωμένο το σήμα της εταιρίας, όμως άδεια! Το πιο αστείο που μου περιέγραφε η μάνα μου ήταν που είχε ειδική κρεμάστρα για κοστούμια αλλά ο πατέρας μου δεν είχε ούτε σακάκι. Όλοι μαζί δεν είχαμε αρκετά ρούχα να τη γεμίσουμε. Αυτό είναι που πρωτοθυμάμαι για αυτήν. Φορούσε όλες μας τις ζωές μέσα της, όλα μας τα υπάρχοντα. Με μια μόνο βαλίτσα ταξιδεύαμε. Όλη η οικογένειά μου.
Σαν επιστρέψαμε από την ξενιτιά δεν την καταχωνιάσαμε σε καμιά αποθήκη. Σε μια γωνιά του διαδρόμου την είχαμε να είναι έτοιμη. Και έτσι συχνά την έπαιρνε και ταξίδευε ο πατέρας.
Ώσπου ήρθε και η δική μου η σειρά να ταξιδέψω. Τα παντελόνια μου τουλάχιστον ήταν δικά μου. Εισιτήριο μιας διαδρομής. Τότε ήταν που την κληρονόμησα. Είχε γεράσει, είχε ακριβώς τα χρόνια μου αλλά μεγαλύτερη απόσταση από μένα είχε διανύσει.
Γεμάτη σημάδια και αυτοκόλλητα από προορισμούς μακρινούς, όπως από εκείνον τον τελώνη που όμοια με αυτήν δεν είχε ξαναδεί και στάμπαρε με τη σφραγίδα του εκείνο το ανεξίτηλο «Pass». Κι έτσι πέρασε μαζί μου απέναντι από τον μεγάλο ωκεανό, και την ώρα που την είδα για πρώτη φορά να ξεχωρίζει ανάμεσα από τις μουντές υπόλοιπες βαλίτσες στην πασαρέλα των αποσκευών έχασα τον έλεγχο της αναπνοής μου. Στο μακρύ ταξίδι είχε χάσει τη μια μεταλλική της ρόδα και τώρα κουτσή έπρεπε να την περιφέρω. Στο μηχανουργείο της νέας μου δουλειάς έφτιαξα ανοξείδωτο νέο τροχό και της τον φόρεσα. Χωρούσε τέλεια στο παλιό αμάξι που αγόρασα, και παρ’ όλο που δεν χρειαζόμουν ποτέ τόσο μεγάλο χώρο για αποσκευές, ολόκληρη την ήπειρο μαζί της ταξίδεψα. Και όταν τα σημάδια του χρόνου στο κορμί της έγιναν ανυπόφορα, μια Κυριακή θυμάμαι πήρα σφουγγάρια και σύρματα τριψίματος και βάλθηκα να την ανανεώσω. Τα χάρτινα όλα με μεγάλη ευκολία έφυγαν, το ίδιο κι οι βρωμιές και τα λάδια απ’ το αμάξι. Μονάχα εκείνη η ανεξίτηλη σφραγίδα του Ινδού δεν έλεγε να φύγει. Δεν ήθελε η βαλίτσα να την αποχωριστεί. Ήτανε «Pass», είχε περάσει και το ’χε καμάρι φαίνεται.
Η καθαριότητα όμως φαίνεται πως δεν αρκούσε. Τα σημάδια κι οι ουλές ήταν βαθιά, τα μηχανικά της μέρη σιγά σιγά αποσυντίθονταν. Έφευγαν οι μεντεσέδες, τα χερούλια, οι κλειδαριές. Κουράστηκε, μα δεν μου πήγαινε η καρδιά να την πετάξω. Δεν της έπρεπε μες στα σκουπίδια να χαθεί. Γι’ αυτό κι εγώ γι’ αυτήν την τελευταία της έξοδο με ειδικό πλαστικό την έντυσα. Κι εκείνη συνεργάστηκε. Σαν μεγαλοκοπέλα στα αζήτητα από χρόνια, έκρυψε το κίτρινο χρώμα της μέσα στο διάφανο νυφικό και ταξίδεψε για τελευταία φορά ντροπαλή μέχρι τον γάμο.



ΑΝΝΑ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ


Η ΦΥΓΗ


Έχουν περάσει τόσα χρόνια
που δεν έχει σημασία πια
βιβλίο πεταμένο στην μπανιέρα η ζωή
γράμματα ατάκτως ερριμμένα
φωνάζουν τρομαγμένα
ρίχνουν σκιές στο λιγοστό νερό
ανίκανο κι αυτό να ξεδιψάσει
την τόση δίψα.

Ας πάρουμε τη γομολάστιχα
να σβήσουμε τα ίχνη μας
μια κι η αυριανή ημέρα
προπορεύεται του θανάτου μας
να κλείσουμε την πόρτα που οδηγεί
στο πεπρωμένο μας
η δική μας φυγή στην Αίγυπτο
των παιδικών μας χρόνων η συνήθεια
ουρλιάζει μαζί με τις σειρήνες
όχι του Οδυσσέα
μα τις άλλες
που τρυπούν αλύπητα την ψυχή μας.



ΔΕΣΠΩ Ζ. ΠΛΑΤΡΙΤΗ


ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ


Όταν πεθάνω, δεν θα ’θελα τα τετριμμένα:
Δυσαναπλήρωτο το κενό, φτωχότερη η πατρίδα
η κοινωνία, η οικογένεια και τα λοιπά.

Μην λυπηθείτε.
Η λύπη σας θα διαρκέσει όσο τα χρόνια σας.
Στο τέλος θα ξεθυμάνει.

Μόνο πως αθώωσα την ανάσα να κρατήσετε.
Ότι προσπάθησα
-και ίσως κάποτε να το κατάφερα-
με έναν αναστεναγμό ανακούφισης.

Μα, ναι
έναν αναστεναγμό ανακούφισης κρατήστε.
Θα έχω πλήρως δικαιολογηθεί.



ΑΝΔΡΙΑΝΗ ΣΟΥΡΗ


ΣΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ


Στην άγραφη γραμμή
της έννοιας του χρόνου
για πότε σύρθηκε η ζωή
από τη γαλανή επικράτεια
και στο άγνωστο αιωρείται.

Άγαρμποι στη στεριά
έξω από το νερό
ζαλίζονται οι αιώνες.

Κάτω απ’ το φως του ενός
και μέγα προβολέα
καμιά παράσταση δεν παίζεται.

Βίαιο πήδημα
κι από το φως ορμητικά
ντύνεται το σκοτάδι.

0 ρόλος του αγγέλου
εν τέλει αντιφατικός.

Απών
όταν ο άνεμος
κόκκινη και ζεστή
στην άσφαλτο
του έκλεβε την πνοή.

Τώρα ο κάμπος του τίποτα
στεγνός θα ’ναι το καλοκαίρι.
Όπως κι οι εποχές
που μάταια με τα δώρα τους
θα τον αναζητούν.

Ωστόσο αυτός
με τα άκρως επικίνδυνα
εφηβικά παιχνίδια του
στην κόψη του ουρανού
αμέριμνος, πλέον, θα ασχολείται.



ΘΕΟΔΩΡΑ ΦΟΥΤΡΟΥ


ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ


Τώρα, αλλού η ψυχή μου βρίσκεται
κι αλλού το σώμα.
Ελέφαντας δεμένος με κλωστή
που κάποτε του είχαν πει
να μη σαλέψει.

Αιχμάλωτη
στην εικόνα του υπάκουου παιδιού
ψαρεύω υψηλούς βαθμούς
την ανομβρία της ψυχής
με αγάπη να ποτίσω.

Κι ορκίστηκα
να μην αφήσω άνυδρα ποτέ μου τα παιδιά
ανήμπορα σε τούτη την ψαριά
αιώνια παιδιά, άκαρπα δέντρα.

Ανθισμένα
μα άκαρπα.