Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020

ΝΙΚΟΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ

νικος




Ο Νίκος Πενταράς γεννήθηκε στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου το 1949. Είναι απόφοιτος του Α’ Γυμνασίου Πάφου και της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Κύπρου. Διορίστηκε δάσκαλος το 1970. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (Magister Artium) στις Επιστήμες της Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου.
Το 2000 προήχθη σε Διευθυντή Σχολείων Δημοτικής Εκπαίδευσης.
Το 2002 ορίστηκε Συντονιστής της Ενοποιημένης Υπηρεσίας Ανάπτυξης Προγραμμάτων Δημοτικής, Μέσης Γενικής και Μέσης Τεχνικής Εκπαίδευσης. Το 2004 προήχθη σε Επιθεωρητή Δημοτικής Εκπαίδευσης και το 2008 σε Πρώτο Λειτουργό Εκπαίδευσης.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ
Ώρες πολέμου (ποίηση) (1975)
Μηνύματα (ποίηση) (1981)
Η τρίτη απόφαση (ποίηση) (1988)
Επάνοδος (ποίηση) (1992)
Φως εκ Φωτός (ποίηση) (1994)
Ποιήματα (ποίηση) (1995)
Στη μοναξιά του φεγγαριού (ποίηση) (2009)
Σε φόντο φθινοπωρινό (ποίηση), (2015)
ΔΟΚΙΜΙΟ
Ο Εκπαιδευτικός απέναντι στο Αναλυτικό Πρόγραμμα: Ελεύθερος πολιορκημένος; (μελέτη) (2004)
ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ
Περιστέρι μου ξεκίνα (ποίηση για παιδιά) (1987)
Σε κάθε μπαλκόνι και ένα χελιδόνι (μυθιστόρημα, που απευθύνεται σε παιδιά και νέους) (2007)
ΦΩΤΟ3
ΦΩΤΟ4

ΣΕ ΦΟΝΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ (2015)

ΣΕ ΦΟΝΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ

Σε φόντο φθινοπωρινό
οι αναμνήσεις
ζωγραφίζουν την άνοιξη
με μουσική υπόκρουση
τραγούδια που ξεχάστηκαν
αναποδογυρίζω την κλεψύδρα
αφαιρώ
το φθαρμένο προσωπείο
των επαναλήψεων
κι ονοματίζω το καθετί απ’ την αρχή
τελικά τίποτα δε χάνεται
τίποτα δεν τελειώνει.

ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Επιστρέφοντας στον κόσμο
συνάντησα πολλούς επίσημους
ντυμένους με προθέσεις αλλότριες
για τούτο η παγερή σιωπή
στα σπίτια μας με τις κλειστές πόρτες
και τα βουβά δωμάτια
η φωτιά και το θειάφι
στα περιβόλια μας με τα καμένα δέντρα τους
σαν χέρια σε ανάταση.
Θα μείνω εδώ
χωρίς επίσημη στολή
αλλά μ’ εκείνη του δραπέτη της σιωπής
και διακριτικά εκείνα του ανέμου
με τους ασκούς γεμάτους
φως και πίκρα
σαν άνεμος απρόοπτος κι απρόβλεπτος
να ξευτελίζω και να γκρεμίζω
τα υποχθόνια καλοστημένα σχέδιά τους
να φυσώ με τρέλα και ν’ ανοίγω
κλειστές πόρτες και παράθυρα
να συνομιλώ με τα βουβά δωμάτια
ν’ αναρριπίζω το θειάφι και τη στάχτη
απ’ τα καμένα περιβόλια μας
να δίνω φωνή στα καμένα δέντρα
να ψάλλουν την ανάσταση.

ΑΠΟΞΕΝΩΣΗ

Στο ερημοκλήσι
τα κεριά σβησμένα
το σήμαντρο βουβό
κάτι ξεθωριασμένες τοιχογραφίες
με πρόσωπα τόσο οικεία
που θα μπορούσε να ήμουν εγώ
εσύ, ο καθένας μας
συνυπάρχουν σκονισμένα
στην αποξένωση
διαχρονικός του επισκέπτης ο άνεμος
που μπαινοβγαίνει
απ’ τις ραγισματιές της πόρτας
να καθαρίσει τη σκόνη
σκύβω ευλαβικά και τότε σκόνη
σκόνη, πολλή σκόνη
στροβιλίζεται από πάνω μου
πολύ θα το ‘θελα να ήμουν άνεμος
γιατί ο άνεμος
ταιριάζει πολύ στα ερημοκλήσια.

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

I
Σε μοναχική παραλία
χαράζω καθημερινά στα βράχια
τις τελευταίες ειδήσεις
χωρίς εικόνες όμως
από σκοτωμένα παιδιά
σε πολεμικές συγκρούσεις
χωρίς συντρίμμια και χαλάσματα
χωρίς άστεγους και πεινασμένους
χωρίς εικόνες τέλος πάντων
από τραγικά συμβάντα
να τις βλέπουν οι γλάροι να ξαφνιάζονται
το κύμα ν’ αγριεύει
για να τις διαβάζουν οι επόμενες μέρες
ίσως κάποια κάποτε βρεθεί με καρδιά μητέρας.
II
Πάντα τα ποιήματα
βάφουν κόκκινο το χαρτί
με το αίμα των πληγών
απ’ το σπαθί
των τελευταίων ειδήσεων
και με ματώνουν. 

ΟΙ ΜΑΥΡΟΑΣΠΡΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Απόηχος ζωής
πνοή αθανασίας
η ατελείωτη συνομιλία
με τις ρυτιδωμένες αναμνήσεις
στις μαυρόασπρες φωτογραφίες
πίκρα χαμόγελα
π’ αχνίζουν σαν ζεστό ψωμί
πόζες ταριχευμένες
όλων αυτών που αγαπήσαμε.

ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

I
Η σιωπή
διάτρητη από τους πυροβολισμούς των στεναγμών
καίγεται στον πυρετό της απουσίας σου
και δάκρυα τριαντάφυλλα
ραίνουν το πρόσωπο της.
II
Σπάταλα δάκρυα
σε τρύπιες κανάτες
τα φρουραρχεία νυσταγμένα
δεν μιλούν
τα χέρια
απώλεσαν την ικανότητα
να κλείνουν σε γροθιά
λάβαρα και ηχηρά συνθήματα
κλείστηκαν στο σπίτι
μονάχα
έξω απ’ τα κλειστά παράθυρα
στους ραγισμένους τοίχους
πού και πού
κάποια ξεθωριασμένα πανό
με παρακλήσεις
εκκλήσεις
ευχές
σε διαμαρτυρόμενη σιωπή
έντονα τα ίχνη των ληστών
ακόμα και στα ταμεία της φωνής. 
III
Όσο κι αν προσπαθήσεις
ποτέ σου δεν θα καταφέρεις
ν’ ακούσεις τον από χρόνια τώρα
ηχογραφημένο ήχο της σιωπής μου
γιατί δεν υπάρχουν πια
συμβατές συσκευές
για να τον αναμεταδώσουν.
IV
Θα σβήσω
τα ίχνη των βημάτων μου στην άμμο
θα καταργήσω
τις παρενθέσεις ιστοριών
που χάραξα στα βράχια
κι από αφρός στην παραλία
θα γίνω πέλαγος
ν’ αφουγκράζομαι τις ιστορίες
του αρχέγονου γαλάζιου
στη σιωπή των κοχυλιών.

ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ

Είναι γιατί το χαμόγελο σου
κάθε πρωινό ανοίγει διάπλατα
τις κουρτίνες του ήλιου
και τα βράδια τα πέταλα του Έσπερου
που λέω την απουσία σου συνύπαρξη.

ΕΥΤΥΧΩΣ

Ευτυχώς που υπάρχουν και οι ακέραιοι αριθμοί
διαφορετικά η λέξη ακέραιος
θα έπεφτε σιγά σιγά σε αχρηστία.

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΚΟΚΑΛΟ

“Το μαχαίρι μέχρι το κόκαλο”, ναι!
Εδώ όμως, αδελφέ, πρόκειται γι’ ασπόνδυλα.

Η ΘΥΣΙΑ ΤΗΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ

Ποτέ ο άνεμος δεν ήταν ευνοϊκός
για το θαλασσόδαρτο σκαρί της Ιφιγένειας
ούτε ποτέ υπήρξαν φιλικά γι’ αυτή
τα λευκά πανιά των γλάρων
πατέρα δεν γνώρισε
η μάνα της την εγκατέλειψε
για τα μάτια του εραστή της
κανένας μάντης δεν προμήνυσε
το φύσημα ούριου ανέμου
με τη θυσία της
ούτε ποτέ η Τροία ήταν ο προορισμός της
αιώνες μόνη έψαχνε
να βρει απάνεμο λιμάνι
μακριά απ’ την οργή του Ποσειδώνα
και το θυμό του Αιόλου
μέχρι που ήρθαν οι Τρώες
με το πειρατικό καράβι τους
κι αφού κούρσεψαν
τους θησαυρούς των Ατρειδών
που είχε φυλαγμένους
στ’ αμπάρια του σκαριού της
την αιχμαλώτισαν
και την οδήγησαν στην Τροία’
όπου τη θυσίασαν
στον άνομο βωμό του Μαμωνά τους.

ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ

Ποτέ δεν φανταζόμουν
πως κάποτε θά φτάσει 6 καιρός
να περνά άπο δίπλα μας ό άνεμος
και νά μάς προσπερνά
σφυρίζοντας κι αυτός αδιάφορα.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

I
Τα παραμυθία της Χαλιμάς
είναι καταγραμμένα και τα γνωρίζω.
Για τ’ άλλα είναι που ρωτώ να μου μιλήσεις.
Εκείνα που για χρόνια τώρα μας πουλούσαν.
ΙΙ
Μας πήραν τα κουκιά
μας πήραν τα ρεβίθια
και μας άφησαν να ζούμε
μονάχα με παραμύθια
σε κόκκινη κλωστή δεμένα
στην ανέμη μπερδεμένα.

Η ΕΝ ΠΟΛΛΑΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΠΕΡΙΠΕΣΟΥΣΑ ΓΥΝΗ

Η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή
Εύα που φανερώνεται μέσα στη νύχτα
αιώνες τώρα μυροφόρα
με χίλια μύρα δάκρυα
φιλιά φεγγάρια
γονατιστή και οδυρόμενη
στ’ άγια πόδια της Αγάπης
θλιμμένη πανσέληνος
με τα μαλλιά της να σφουγγίζει
σημάδια καταφρόνησης,
αποζητά ένα φιλόξενο ουρανό
μην την πετροβολάτε.

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΝΙΠΤΗΡΟΣ

Ψηλώνει και πολλαπλασιάζεται η αγάπη
ταπεινωμένη στην αέναη πράξη του Νιπτήρα
οφειλή κι αντίδοτο στη θλίψη του κόσμου
των λερωμένων ποδιών με τα πανάκριβα υποδήματα.

ΟΡΤΣΑ ΤΑ ΠΑΝΙΑ

Γύρω γύρω
τ’ άγρια ρο της τραμουντάνας
και στη μέση
τ’ ανεμοδαρμένα ρο των ρόδων
όνειρα που ταξιδεύουν
μ’ όρτσα τα πανιά.

ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ

Αν κάποτε
σ’ ομαδικό τάφο
ανακαλύψετε τα οστά
του αγνοούμενου Ανθρώπου
θα τα ταυτοποιήσετε αμέσως
χωρίς να χρειαστεί
να εφαρμόσετε τη μέθοδο του DNA
απ’ τα υπερμεγέθη οστά των ποδιών
που περπάτησαν όλη τη γη
ψάχνοντας τον εαυτό του
τα θρυμματισμένα οστά του θώρακα
που δέχτηκαν βέλη της αδικίας αναρίθμητα
τα τρυφερά οστά των χεριών
που έδιναν παρηγοριά στον πόνο
και τέλος
απ’ τα εξογκωμένα οστά του κρανίου
που μέσα του χωρούσε
τα βάσανα του κόσμου όλου.
ΚΑΡΑΒΙ ΣΤΟ ΒΥΘΟ
Από γλάρος
να καλημερίζω την κάθε μέρα σου
μέχρι τα πιο κρυφά της ακρογιάλια
και σπουργίτι
κουρνιασμένο τα βράδια στα κλαδιά της
να την καληνυχτίζω
βρέθηκα τώρα καράβι στο βυθό
κυνηγημένο απ’ τον ουρανό σου
αλλά δεν πνίγομαι
– μ’ ακούς;-
δεν πνίγομαι
γιατί χρόνια πολλά
προτού να με γνωρίσεις
ήμουν χελιδονόψαρο
και διαθέτω βράγχια.

ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΟΝΕΙΡΩΝ

Είναι κάποια όνειρα τις νύχτες
που σαν φυλακισμένοι αποδρούν από τον ύπνο τους
ταξιδεύουν μέχρι την άγρυπνη σιωπή τ’ ουρανού
σκουπίζουν από το φεγγάρι τα σημάδια των δακρύων
και ξυπνούν τα σήμαντρα των άστρων την αυγή.

ΚΡΥΦΑ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ

Κρυφά τις νύχτες
σκαρφαλώνω στα σύννεφα
αλλά ποτέ δεν βγήκες
στο παραθύρι να με δεις
προτού γίνουν βροχή
και φλέβα υπογείου νερού
στη λήθη των αιώνων.

ΑΠΟΥΣΙΑ

Εδώ τα γκρεμισμένα σπίτια
εκεί το κοιμητήρι των αγαπημένων
και πέρα η θάλασσα
που καθρεφτίζει
τον συρρικνωμένο ουρανό
της αναχώρησης τους
κάτω απ’ τ’ ανέκφραστο βλέμμα
τεράστιων αρχαϊκών αγαλμάτων
μ’ έναν ομφάλιο δολοφόνο καημό.

ΤΑ ΣΚΙΑΧΤΡΑ

Έχουν πληθύνει τα σκιάχτρα
που ντυμένα μ’ αποφόρια
και παραγεμισμένα μ’ έπαρση
στηρίζονται
στους πασσάλους της άγνοιας
όλων εκείνων
που τα τιμούν με την επιλογή τους
για φρουρούς, δήθεν,
παντός καιρού.

ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΟ

Απογευματινοί συνοδοιπόροι
στο γραμμικό πάρκο Πεδιαίου
σας προσπερνώ δήθεν αδιάφορος
αλλά να ξέρετε στ’ αντίκρισμα σας
όλα τα καλλωπιστικά φυτά του πάρκου
— μα προπαντός οι κλαίουσες —
αναπολούν
τους πορφυρούς χρωματισμούς των αναμνήσεων 
που ξεθωριάζουν
στ’ αντικρινό δάσος με τους ευκαλύπτους
καθώς τα βατράχια στο ποτάμι πλάι
προαναγγέλλουν μαζί με τα κοράκια
την έλευση του σκότους.

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΑΞΗ

Συχνά τα βράδια
καθώς έξω από τα κλειστά παράθυρα
η πόλη βυθίζεται σιγά σιγά
στο χρόνο και τη λήθη
προσκαλώ σε σύναξη
στο σπίτι μου
μεταστάντες ποιητές
«αδιάβαστους κι αχειροκρότητους»
-ως επί το πλείστον –
και σε ολονυχτία
τους απαγγέλω στίχους τους
γιατί θέλω μνημονεύει ες αεί
απ’ αρχής τα έργα τους
θέλω μελετά εις πάντα τα έργα τους
και περί του βίου τους διαλογίζεσθαι.

ΟΙ ΜΕΤΑΣΤΑΝΤΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Οι μεταστάντες ποιητές
τις νύχτες αποδρούν από τις προτομές τους
και παίρνουν κρυφά το δρόμο για το σπίτι τους
να ξαναβρούν τη μοναξιά τους.

ΤΑΞΙΔΙ

Καράβι φορτωμένο
ανέμους χρόνια
θάλασσες μνήμες
όνειρα γλάρους και καταιγίδες
ταξιδεύω
κάβοι μαχαίρια
φτερά σε καρχαρίες
φάροι φανάρια
σε λιμανιών φιέστες
διακοσμητικά
ψαριών παθήματα
που δεν τους γίνονται ποτέ μαθήματα
κι όμως
επιμένω να ταξιδεύω
κι εξακολουθώ να λέω
τον κάβο κάβο
και το φάρο φάρο.

ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ (2009)

Η ΓΕΝΝΗΣΗ

ΞΕΠΡΟΒΑΛΕΣ

Μέσα στα μεταξωτά πέπλα του σεληνόφωτος
ξεπρόβαλες μεσάνυχτα
πάνω στα κρίνα του κυμάτου
με τα μαλλιά να στάζουν θάλασσα
και το φεγγάρι ζήλεψε το φέγγος σου.

Τ’ ΑΣΤΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Τ’ άστρα και το φεγγάρι την ήμερα
καράβια με κατάλευκα πανιά σαλπάρουν 
από τον ουρανό κρυφά και κατεβαίνουν
στα μάτια σου να σεργιανίσουν
στην απεραντοσύνη της γαλήνης των νερών τους
κι όταν βραδιάσει πάλιν απαστράπτοντα
στον ουρανό να κρέμονται στολίδια.

ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΒΡΟΧΙΑΣ

Στα χρόνια της αναβροχιάς
αφουγκράζονταν την προσευχή σου
και χαίρονταν οι στέρνες και τα ξεροπήγαδα
που με τις αδειανός κανάτες των ματιών τους
σημάδευαν τον ουρανό
ψάχνοντας για σημάδια της βροχής.

Η ΑΡΠΑΓΗ

ΑΡΠΑΓΗ

Τα σκουλαρίκια που τα τρύπια λόγια τους
με τόση δεξιοτεχνία πέρασαν
στα αυτιά της ανοχύρωτης ψυχής σου
δεν ήταν όπως φάνηκε χρυσά
αλλά κουρσέψανε το χρυσαφί
από τα χρώματα των ανυποψίαστων ηλιαχτίδων
την ώρα που το δειλινό
πλημμύρισε τα μεθυσμένα μάτια σου.

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΑΖΕΙ ΔΑΚΡΥ

Το φεγγάρι
στάζει δάκρυ
φαρμακώνει τις βραδιές.

ΜΑΡΑΖΩΝΕΙΣ

Φθινόπωρα σ’ αρπάξανε και σε φυλάκισαν
και μαραζώνεις που δεν συναντιέσαι πια
με τις ερωτευμένες αλκυόνες στ’ ακρογιάλια.

ΒΡΟΧΗ ΜΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ

Βροχή μου φθινοπωρινή
σταλαγματιά σταλαγματιά
την άδεια στέρνα μου γιομίζεις.

ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΚΙΘΑΡΑ

Το δάκρυ
θόλωσε τα μάτια της θύμησης
το σβηστό λυχνάρι
ψάχνει για Φως
στο βυθό του σκοταδιού.
Ο άνεμος
και τ’ αηδόνια
θρηνούν για το παιδί
που πήγε πριν από καιρό στο δάσος για αγριολούλουδα
μ’ ακόμη να γυρίσει.
Η ταβέρνα στη γωνιά
που κάθε νύχτα ξαγρυπνά
με συντροφιά την πονεμένη κιθάρα
σε προσμένει.

Η ΠΡΟΣΜΟΝΗ

ΝΑΥΑΓΙΟ

Την κόγχη του περάσματος
ανάμεσα στων κοχυλιών τα καύκαλα
και στους θρυμματισμένους αμφορείς
στην απαλάμη του νερού
και του καιρού τη στρόφιγγα
διαβαίνεις καθημερινά.
Θολά τα μάτια στα λιβάδια των φυκιών
αρμύρας γεύση στα κορμιά τα μπρούντζινα
μαρμαρωμένα στο βυθό καράβια πλήθος
σιτάρι, λάδι και κρασί στ’ αμπάρια τους
που ναυαγήσανε πριν από χρόνια
χωρίς ποτέ στα μάτια σου να ξεπροβάλουν
έστω τα λευκά πανιά τους.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΑ

Τ’ αστικά λεωφορεία
που δεν κατάφεραν ποτέ τους
από της πόλεως την τύρβη να ξεφύγουν
ίδιο πάντα δρομολόγιο
το νούμερο στο κούτελο
το καυσαέριο στη λαμαρίνα τους
και που στο τέλος
σε νεκροταφεία αυτοκίνητων σήπονται
συλλογίζεσαι.

ΛΑΘΟΣ

Ήταν πιλότος με πολλά διπλώματα
απόφοιτος σχολών του εξωτερικού
με διακρίσεις και περγαμηνές στη θεωρία.
Το γεγονός ότι δεν είχε πείρα
και του ’λειπε η πρακτική στο πιλοτάρισμα
δεν ήταν, είπαν στο Συμβούλιο, πολύ σημαντικό
και το διόρισαν υπεύθυνο στην πλοηγίδα.
Από την πρώτη βάρδια, καθώς λένε,
έδωσε λάθος ρότα στο καράβι
καθώς ανέλαβε για να το πλοηγήσει
από του λιμανιού την μπούκα στ’ αγκυροβόλιο
κι εκείνο χτύπησε στο μόλο
και βούλιαξε σιγά-σιγά
στα βρώμικα νερά του λιμανιού
μ’ ένα μεγάλο ρήγμα στην κοιλιά του
και εσένα να κοιτάς με δέος.

ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΗ ΕΥΜΑΡΕΙΑ

Γοργά γυρίζει τρίζοντας η ρόδα της χειράμαξας
που φορτωμένη λάσπη την κουβαλά στο μάστορα
που τραγουδά στη σκαλωσιά
πέτρα την πέτρα χτίζοντας το σπίτι τους
ανάμεσα Τροόδους και Πενταδακτύλου
λικνιζόμενο στην αιώρα που κρεμάσανε
απ’ τον Απόστολο Αντρέα μέχρι τον Ακάμαντα
κι εσύ
απ’ το στενόχωρο κελί σου
να παρακολουθείς με θλίψη
την αιωρούμενη ευμάρειά τους.
ΣΠΑΡΑΓΜΟΣ
Απόλυτη σιωπή και το φεγγάρι
σου στέλνει χαιρετίσματα
με τη βραχνή φωνή του γκιόνη
απόμακρη κιθάρας μουσική
που σπαρταρά στο φύλλωμα της λεύκας
σαν ψάρι μες στο δίχτυ
αργοπεθαίνοντας.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ

Το σπίτι σου
στην άκρη του δρόμου
με τη σοφία της θάλασσας στην κάθε πέτρα του
και τη γαλήνη του βουνού στα κεραμίδια του
κρατά με πείσμα τα παντζούρια του κλειστά
τις πόρτες κλειδαμπαρωμένες στον καιρό.
σε καρτερά.
Ο Διγενής Ακρίτας με το Χάροντα
στα μαρμαρένια αλώνια συναντήθηκαν
την πάλη τους να ξαναρχίσουν
και προσπαθεί να κρατηθεί γερά
το σπίτι σου
στην πλάτη των προγόνων φορτωμένο
άτι λευκό που πιλαλά
καράβι π’ αρμενίζει
νερό να βρει να δροσιστεί
λιμάνι για ν’ αράξει
κελί κλειστό που καρτερά
τις πόρτες του και τα παντζούρια του
στον Ήλιο διάπλατα ν’ ανοίξει.

Η ΕΛΠΙΔΑ

ΝΟΣΤΟΣ

Φλόγα χιλιάδων παπαρούνων που δε σβήνει
κύμα το κύμα θα σε φέρει πάλι
ηλιοβασίλεμα στα βράχια του γιαλού
φωτιά στα σύννεφα ν’ ανάψεις
μαζί με τις ερωτευμένες αλκυόνες
που καρτερούν τα νοτισμένα τους φτερά χάδι ζεστό
τ’ άγριο κύμα να μερέψει
ήσυχες πάλι να γεννοβολούν
στα απάνεμα τα βράχια.

ΠΡΟΣΕΛΘΕ

Δεν ήταν δρόμος το πρωί
στην κατηφόρα της απέναντι βουνοκορφής
να περπατήσει το μυρμήγκι
στη ράχη πάνω της ξερολιθιάς η σαύρα να λουστεί.
Χαράματα στις ηλιαχτίδες του καλοκαιριού
χωμένα τα τζιτζίκια μες στους χυμούς των φύλλων
με το τραγούδι τους τ’ ανέμελο σε ξεκουφαίνουν
τ’ αμπέλια σου μοχθούν χωρίς ανάσα
για το κρασί της Θείας Κοινωνίας
και στα χωράφια σου τα μεστωμένα στάχυα
κυοφορούν τον άρτον της ζωής τον επιούσιον
το λάδι ξεχειλίζει στις ελιές σου
πρόσελθε, καιρός να τα μαζέψεις…

Ο ΛΥΤΡΩΜΟΣ

ΞΕΠΡΟΒΑΛΕΣ

Ξεπρόβαλες και φώτισες και γιόμισες τραγούδια
κλωνάρια και χαμόκλαδα, παιδιά της λησμονιάς.

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ

Στο συναπάντημα
πλημμύρισαν με νούφαρα
τα πράσινα νερά της λίμνης.

ΤΟ ΦΙΛΙ

Γονάτισες και φίλησες το ξεραμένο χώμα
με τ’ ανθισμένα χείλια σου
και σκόρπισες δροσιά. 

ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ

Το κορμί σου υδρόγειος κι εγώ ταξιδευτής.

ΝΕΡΟ ΠΗΓΗΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΝΟ

Νερό πηγής κρυστάλλινο
που πίνω σε
και ξεδιψώ
και τραγουδώ
και θάλλω.

ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ (1994)

ΔΙΨΑΜΕ

Το Φως
νερό ζωής ολόδροσο
απ’ τους αρχαίους κίονες μ’ ένα γλυκό κελάρυσμα αναβλύζει
αιώνες τώρα και μας προκαλεί…
Έρημος γύρω μας, μετακινούμενοι αμμόλοφοι…
Διψάμε!
Τ’ άγριο βίτσισμα της άμμου στ’ αφυδατωμένα ολόγυμνα
κορμιά μας τυραννά.
Με δυσκολία μεταφέρουμε
αντίστροφα τα βήματα μας τα βαριά.
Αντίστροφα μετρούμε τις ανάσες μας που κατάντησαν
βασανιστικές.
Απόηχοι στ’ αυτιά μας κουδουνιών από τα καραβάνια
που κάποτε περιφρονούσαμε,
απόμακρα θροΐσματα βενταλιών
από τις φοινικιές που κάποτε τις ξεριζώναμε
ακόμη μας στηρίζουν, ευτυχώς…
Τι δε θα δίναμε στ’ αλήθεια τώρα
για μιας γκαμήλας λίκνισμα, τ’ ανέμισμα μιας φοινικιάς.
Τι δε θα δίναμε στ’ αλήθεια!!!
Διψάμε!

ΤΟ ΦΩΣ ΠΕΡΙΠΟΛΕΙ

Το Φως
στ’ άγρια κύματα περιπολεί
για τους παραδαρμένους
ναυαγοσώστης έμπειρος ρίχνει σκοινί
άλλη φουρτούνα δεν θ’ αντέξουμε
μπάζει πολλά νερά το σαπιοκάραβό μας
μαντίλια ομίχλης σφιχτοδένουνε τα μάτια μας
και ψηλαφώντας περπατάμε
καθώς να παίζαμε τυφλόμυγα
φάρου παράθυρο δεν διακρίνουμε
κανένα στον ορίζοντα
φωνές των γλάρων φιλικές
αναμαλλιάρες φοινικές
πολύ μας λείψατε
σας νοσταλγούμε
εικόνες άλλες δεν θα δούμε
– αχ αυτή η ομίχλη –
ελπίδα μας μοναδική το Φως
γιατί πού ξέρεις
ακόμη κι έτσι στα τυφλά
μπορεί ν’ αρπάξουμε την άκρη του σκοινιού του συμπωματικά
και να σωθούμε.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΦΩΣ

Το Φως
κυνηγημένο, ασθμαίνοντας και καταϊδρωμένο
κατέφυγε κάτω από την κληματαριά.
Η βρύση αρνήθηκε να δώσει το νερό της
να πιει το Φως να δροσιστεί και το ξανθό κεφάλι του να πλύνει.
Οι ρώγες πάλι απ’ το τσαμπί του σταφυλιού
που πήρε τον κρασάτο το χυμό τους να ρουφήξει
στα χείλια του τα ξεραμένα λιώναν αδειανές
με μια στυφή αδιαφορία
κι η πόρτα που χτυπούσε να τ’ ανοίξει
στεκόταν αδιάφορη, χωρίς αισθήσεις.
Εγώ που παρακολουθούσα
τα γεγονότα απ’ τη σπηλιά μου
ευτύς κατάλαβα πως ήμουνα γυμνός.
Χωρίς χρονοτριβή σηκώθηκα
και ξέθαψα την πανοπλία του παππού μου
του ξακουστού πολεμιστή.
Σελώνω τ’ άλογό μου και κινώ
έφιππος πολεμιστής
για τη σκληρή αναμέτρηση
με τ’ αγριογούρουνα, τις νυχτερίδες και τα φίδια
που χρόνια επιβουλεύονται το Φως.
Χυμός κρασάτος τότες ξανασάλεψε
στα μαραμένα στήθια της κληματαριάς
η σκουριασμένη κλειδαριά ξανάρχισε να τρίζει
και μια σταγόνα ξαναπρόβαλε
στη βρύση το νερένιο της κεφάλι.

ΠΛΑΝΗ

Το Φως
απόψε ξαγρυπνά στην έπαλξη του κουρσεμένου κάστρου
κι ανατριχιάζει βλέποντας
τ’ αποκεφαλισμένα από την πλάνα νύχτα στάχια
που κείτονται στον κάμπο ανάσκελα
µε τα χρυσά κεφάλια τους στο πλάι .
Όλοι κατάλαβαν το µμέγεθος της πλάνης
εκ των υστέρων όμως, δυστυχώς,
γιατί τα στάχια – καθώς είπαν –
ήταν της έκτης χιλιετηρίδας προ Χριστού.
Προ της Σφαγής
ουδείς εκ των πεπλανημένων
ενδιαφέρτηκε ποτέ την ιστορία τους να μελετήσει
ουδείς ποτέ προσπάθησε την πλάνα νύχτα ν’ αφοπλίσει.
Το Φως
πικρογελά και το ξανθό κεφάλι του κουνά µ’ απελπισία
σαν αντικρίζει τους πεπλανημένους
που τώρα δήλωσαν νεκροφρουροί
και ρήτορες επικήδειων λόγων
χωρίς το Φως στην έπαλξη να λογαριάζουν
χωρίς να προσδοκούν ανάσταση νεκρών
κι έτσι πλανιούνται πάλι …
Γοργόφτερο πουλί πετά και χάνεται
στην έπαλξη του κουρσεμένου Κάστρου
και πάλι ξαναφαίνεται µε κεραυνού κλωνί στο ράμφος.
Στο πέταγμά του ανάβουν πυρκαγιές
ο κάμπος όλος καίγεται μεμιάς
μαζί µε τους πεπλανημένους
και µε τα στάχια τα νεκρά.

ΤΟ ΕΦΤΑΧΡΩΜΟ ΖΩΝΑΡΙ

Το Φως
εφτάχρωμο ζωνάρι πλέκει στον αργαλειό του
η τελευταία νυχτερίδα ετοιμάζεται
χαράματα κι αυτή ν’ αποδημήσει
στα χέρια της η νύχτα
πόρπη χρυσή κρατά και καρτερά
να την περάσει στο εφτάχρωμο ζωνάρι
κι εφτά πουλιά σ’ εφτά κλαδιά
ξάγρυπνα κι εκείνα περιμένουν να το πάρουν
να τ’ ανεβάσουν στους εφτά ουρανούς
να το κοιτάζουν οι φρουροί
εφτά φορές την εβδομάδα
φεγγάρια αβασίλευτα τα μάτια τους να μένουν.

ΤΟ ΜΑΥΡΟΦΟΡΕΜΕΝΟ ΡΟΔΟ

Το Φως
γιορτάνι φόρεσε στη μέρα
μονήρες χελιδόνι τ’ αποφάσισε
στη μοναξιά του πια να θέσει τέρμα.
Οι στίχοι που γράφτηκαν
για κάποιο «μαυροφορεμένο ρόδο»
και προορίζονταν να καδρωθούν
για να κοσμούν το σπιτοκάλυβό του
γίναν κατάθεση
αντί στεφάνου στην κηδεία του,
γιατί το ρόδο απανθρακώθηκε
σε λεωφόρο πολυσύχναστη.
Το Φως απ’ του μνημάτου το καντήλι
μεταμορφώθηκε σ’ Αρχάγγελο
ρομφαία πύρινη
κάθετα καρφωμένη στην καρδιά
της πολιτείας του πλέον εκλεκτού
μα πλην εκτός τροχιάς καταναλωτικού κοινού.
Κυκλοφορούν ανάμεσά μας
βόμβες αυτοκινούμενες.
το «μαυροφορεμένο ρόδο» θάψαμε
– ως είθισται – πολλοί δακρύσαν στην κηδεία
μα στις σαράντα μέρες
το Φως απ’ του μνημάτου το καντήλι χάθηκε
και το μονήρες χελιδόνι ξαναγύρισε στη μοναξιά του.

ΤΟ ΦΩΣ ΥΠΟ ΤΟΝ ΜΟΔΙΟΝ

ούδε άνάπτουσιν λύχνον
και θετουσιν αυτόν υπό τονμόδιον
(Ματθ. ε:15) 
Το Φως
υπό τον μόδιον
ποντίκια ροκανίζουν
και το στέρνο κεφάλαιο του μοναδικού βιβλίου
με θέμα την αξιοπρέπεια.
Στο χοντρό χαλί τρεις γάτοι πληρεξούσιοι
κοιμούνται του καλού καιρού.
Πιο πέρα τέταρτος καμώνεται
πως ακονίζει τάχα τη μασέλα του.
Οι δρόμοι απώλεσαν τις κατευθύνσεις τους
και ψάχνοντας περιπλανιούνται
σε μέρη δύσβατα, επικίνδυνα.
Τυφλωθήκαν οι φάροι…
Το Φως υπό τον μόδιον
κατάκλυσαν τα φρουραρχεία νυχτερίδες.

ΣΕ ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΩΝΑ

Το Φως
ανήμερα τ’ Άγιου Δημητρίου του Μυροβλήτου
σε πορτοκαλεώνα
με μύρια μύρα πλημμυρίζει
τις μέρες μοιρολάτρη.
Τα πορτοκάλια μοιάζουν άστρα
Το κάθε δέντρο γαλαξίας
ο πορτοκαλεώνας Σύμπαν
κι αυτός να ταξιδεύει μαγεμένος
απ’ άστρο σ’ άστρο σ’ όλες τις μεριές
σ’ όλες τις αστρομεριές
στο φως λουσμένος και σε μύρια μύρα
ποτίζοντας ευτυχισμένος με το δάκρυ του
τον πορτοκαλεώνα.

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Το Φως
ηλιοβασίλεμα κινά για τ’ ακρογιάλι
ανάμεσα στο κίτρινο ποτάμι των μαργαρίτων.
Σκυλί κατάμαυρο ξαφνιάζεται
και φοβισμένο τρέχει να κρυφτεί
μες στ’ αγριόχορτα.
Μια γέρικη γελάδα
στον Κοκκινόκαμπο που βόσκετε
ξεχασμένη εκεί απ’ τον παλιό καιρό
σηκώνει το κεφάλι της και το κοιτάζει αδιάφορη
µ’ εκείνα τα μεγάλα, τα υγρά τα µάτια της
μασουλίζοντας αμέριμνη.
Ο Κκόλας, άντρας πρωτινός,
πλάι στον άλλοτε αγροτικό
µα τώρα πολυσύχναστο τουριστικό δρόμο
Κάτω Πάφου – Κόλπου Κοραλλίων
σταυροκοπιέται πριν επιχειρήσει να περάσει απέναντι.
Βρέθηκαν αργυρώνητοι πολλοί, χωρίς συνείδηση,
που ξεπουλήσανε τη γη.
Φωνή λυπητερή, σαν χαμοπέρδικας κελάδημα, .
ακούγεται μέσ’ απ’ το κίτρινο ποτάμι των μαργαρίτων:
Από του Χλώρακα την πετρογή ξεφύτρωσα
την εποχή των επιχωματώσεων και των μαγκανοπήγαδων
τότες που τα χωράφια µας αντί νερό για να καρπίσουν
ρούφαγαν στάλα-στάλα τον ιδρώτα των γονιών µας.
Περπάτησα ξυπόλυτος στον Μέλανο
τρυπήσαν τις γυμνές πατούσες µου τριβόλια
χόρτασα µ’ ένα ξεροκόμματο ψωμί
ξεδίψασα στο Καμαρούδι
σκαρφάλωσα στις τριμιθιές
κολύμπησα στο Δήμμα και στα Ροδαφίνια.
Από του Χλώρακα την πετρογή ξεφύτρωσα
πλάι στην τριμιθιά, τη χαρουπιά και τη βελανιδιά
πλάι στη ροδοδάφνη, τη μυρσινιά και την αγριελιά
που τώρα ψάχνω να τις βρω
µ’ αντί γι’ αυτές
βρίσκω στη θέση τους τσιμέντο στοιβαγμένο… »
Ηλιοβασίλεμα το Φως
µ’ ένα στεφάνι μαργαρίτες στο κεφάλι
ξαπλώνει στο μενεξεδί χαλί των αθανάτων στ’ ακρογιάλι
και δακρυσμένο συλλογίζεται τους αργυρώνητους.

ΕΠΑΝΟΔΟΣ (1992)

Ι
…/…
Στη θάλασσα της Ακανθούς γεννήθηκα
καθώς µου λεν’ αυτοί που ξέρουν την καταγωγή µου,
αυτοί που καθημερινά μιλούν για την καταραμένη δήθεν μοίρα της γενιάς µου.
Μέσα από τον αφρό του κύματος που λούζει το σκληρό καύκαλο των Χελώνων
αναδύθηκα σαν τη Θεά Αφροδίτη, μα πριν προλάβω να πατήσω πόδι στην ξηρά,
με ρούφηξε κήτος μέγα και μετά τρεις ημέρας και τρεις νύκτας
µε εξέμεσε πάνω σε τόπο ξένο κι αφιλόξενο μακράν της Ακανθούς.
Αυτά λοιπόν µου διηγούνται εκείνοι που γνωρίζουν την καταγωγή µου
κι εγώ τ’ ακούω και προσεύχομαι κάποτε ν’ αξιωθώ να δω την Ακανθού …
Αρχίζει ν’ ανεβαίνει στην υπόληψή µου ο νεαρός
όμως δεν του μιλώ
μονάχα τον κοιτώ κουνώντας το κεφάλι
µε τρόπο που να φανερώνει
πως πράγματι το γεγονός αυτό πολύ µε βασανίζει.
Μου κάνει «εβίβα» και σηκώνει το ποτήρι του ψηλά.
«Σταμάτα πια να πίνεις», τον µαλώνω
«σταμάτα πια και πες µου, σε παρακαλώ, ποιος είσαι;»
Ξεφεύγει στεναγμός από τα χείλη του και µμουρμουρίζει:
«Καμιά δεν έχει σημασία κι αν σου πω, καμιά… »
Αφήνει το ποτήρι στο τραπέζι
Τα μάτια του μεμιάς γιομίζουν φως
τριγύρω μου όλα διαλύονται στο φως
δεν βλέπω τίποτα μονάχα φως
ακούω τη φωνή του μεσ’ από το φως:
«Γιατί να μην μπορείς να δεις την Ακανθού;
Την Ακανθού ποιος πρόδωσε, αυτό ψάξε να βρεις
κι όχι ποιος είμαι εγώ … »
Σηκώνομαι έντρομος, στρέφω το βλέμμα προς το μέρος της φωνής
και την ακούω να με κράζει: «Ποιητή, ποιητή,
αφού ρωτάς, μάθε λοιπόν, πως είμαι ο πρώτος εκ των Μυκηναίων
που κατοικήσανε την Κύπρο τη Β’ χιλιετηρίδα π.Χ.
ο πρόγονος του Ευαγόρα, του Ρε Αλέξη, του μοναχού Ιωαννίκιου
και του Κυριάκου Μάτση,
ο πρόγονός σου, Ποιητή …
Με σπαραγμό ψυχής βλέπω τους εν δουλεία απογόνους μου
κι επιθυμώ να τους ελευθερώσω και να τους ανεβάσω πάλιν
στην Αχαιών Ακτή.
Εσύ, σαν ποιητής, γνωρίζεις
πολύ καλά τον δρόμο για την Αχαιών Ακτή
μα προπαντός γνωρίζεις, καλύτερα απ’ όλους, τη σημασία
της επαναγκατάστασης των απογόνων μου εκεί˙
γι’ αυτό σ’ επέλεξα – και μη μου τ’ αρνηθείς –
για την εκπλήρωση αυτής μου της επιθυμίας …
Εσένα θέλω αποστείλει, Ποιητή, στους εν δουλεία απογόνους μου
για να τους απαλλάξεις απ’ αυτή
και να τους οδηγήσεις πάλιν πίσω
στην Αχαιών Ακτή… »
Απ’ το πολύ το φως θαμπώνομαι
κρύβω τα µάτια στις παλάμες μου και με φωνή
που τρέμει από συγκίνηση, φόβο και δισταγμό
τον ερωτώ: «Ποιος είµ’ εγώ για να µε στείλεις, Πρόγονε,
σε τούτη την αποστολή; Ποιος θα µ’ ακούσει;
Ποιος θα πιστέψει έναν ποιητή;» Και συνεχίζω:
«Δεν το γνωρίζεις, Πρόγονε, πως σήμερα τους ποιητές
δεν τους κρατάνε σε ψηλή περιωπή;
Για τούτο, σε παρακαλώ, απάλλαξέ µε … »
«Αν θέλεις πράγματι και συ να δεις την Ακανθού
υπάκουσε στα λόγια µου», φωνάζει µ’ αυστηρότητα
κι εξαφανίζεται.
Απομακρύνω από τα µάτια τις παλάμες µου,
σκοτάδι γύρω μου κι απέναντί µου το ποτήρι να µου θυμίζει
ετούτο τ’ αναπάντεχο
κι απέναντί µου το ποτήρι του να µου φωνάζει
πως ό, τι έγινε δεν ήταν οπτασία
αλλά πραγματικότητα
αν είναι δυνατό … πραγματικότητα!!!
II
Μα τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα
τώρα που το μυαλό µου ξεκαθάρισε
και πλάθει κι αναπλάθει τη μορφή του
όλο µου φαίνεται και πιο γνωστή, γι’ αυτό σηκώνομαι
παίρνω τη φωτογραφοθήκη µου και ψάχνω
κοιτάζω τις παλιές φωτογραφίες µία – µία
µ’ αδυνατώ µ’ακρίβεια να καθορίσω
αν είναι του παππού ή του προπάππου µου που μοιάζει
ο πρώτος εκ των Μυκηναίων
αν είναι του πατέρα ή του αδελφού µου
ή πάλιν – γιατί όχι –
αν μοιάζει ακόμα και σε µένα …
Αδυνατώ να καθορίσω και ψάχνω µε τις ώρες
µα δεν τα καταφέρνω γιατί βρίσκω
πως µ’ όλους έχει κάποια φυσιογνωμία
και μένω έτσι µε την απορία
και µε τα λόγια του να βασανίζομαι:
«Εσένα θέλω αποστείλει, Ποιητή, στους εν δουλεία
απογόνους µου
για να τους απαλλάξεις απ’ αυτή και να τους οδηγήσεις
πάλιν πίσω
στην Αχαιών Ακτή».
Αφήνω κατά μέρος τις φωτογραφίες και συλλογίζομαι …
Φέρνω στη σκέψη µου την Ακανθού
τα δάση των βουνοπλαγιών της
τις δαντέλες των ακρογιαλιών της
και τα τρεχούμενα νερά της.
Φέρνω στη σκέψη µου τους Αχαιούς
τ’ αγκυροβόλημα των καραβιών τους στ’ Αφροδίσιον
την πιο ψηλή βουνοκορφή της λατρείας τους
και τα ερείπια του μεγαλείου τους.
Κατόπι σκέφτομαι τους εν δουλεία
που θάψαν την οργή και την οδύνη τους στην έρημο
που κρύψανε τον ήλιο µε ψηλά οικοδομήματα
και ζουν υπό σκιάν
οργίζομαι, μα πάλιν ημερεύω, γιατί στο νου µου φέρνω
όλους τους άλλους εν δουλεία τους αγνούς κι αθώους.
«Στο κάτω – κάτω της γραφής αυτοί σε τίποτα δε φταίξανε,
γιατί να µην μπορούν να δουν την Ακανθού;
Γιατί να ζούνε στη δουλεία;»
Μονολογώ κι ορθώνω το κορμί μου
κτυπώ το πόδι µου στη γη κι αρχίζω να χορεύω την πυρρίχη
μαζί µε τις ηρωικές µμορφές των κάδρων
που κοσμούν το σπίτι µου και µου θυμίζουν
όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες της Φυλής.
Μετά το ρίχνω στους διθύραμβους
μέχρι που παίρνω τη μεγάλη απόφαση
να πειθαρχήσω δίχως καθυστέρηση
στα λόγια του προγόνου µου,
του πρώτου εκ των Μυκηναίων που κατοικήσανε την Κύπρο
τη Β’ χιλιετηρίδα π.Χ.
III
Απ’ το σεντούκι τότε βγάζω τη σκουριασμένη πανοπλία
– κειμήλιο το παππού μου του ξακουστού, καθώς μου λένε,
κι ατρόμητου πολεμιστή –
τη βάζω για να φαίνομαι επιβλητικός
και ξεκινώ μ’ όλες τις άγραφες και τις γραπτές
ιστορικές αλήθειες στο δισάκι μου.
Χαράματα φτάνω στους εν δουλεία
τους εξηγώ τα σχετικά με την αποστολή μου κι ενθουσιάζονται.
Ποτάμι ορμητικό που παρασύρει φράγματα στο διάβα του
αυθόρμητα κινούν – όπως συνήθως – για την επάνοδο στην Αχαιών Ακτή
μονάχα με ζητωκραυγές, συνθήματα
και με κλωνάρι ελιάς στο χέρι, χωρίς καμιά οργάνωση,
χωρίς κανένα σχέδιο αντιμετώπισης του δολερού κατακτητή.
Μάταια τους καλώ να σταματήσουν για να τους εξηγήσω
πως με ζητωκραυγές, συνθήματα
και με κλωνάρια ελιάς μονάχα, δεν θα πετύχουμε ποτέ
το Γυρισμό στην Αχαιών Ακτή,
γιατί δεν είναι τούτα εφόδια κατάλληλα
για μια πορεία τέτοια, για μια πορεία σημασίας ζωτικής
– θέλω να πω –
όπως αυτή που πρόκειται να επιχειρήσουμε.
Τ’ αυτί τους όμως δεν ιδρώνει …
Απεναντίας μάλιστα στο διάβα τους τ’ ορμητικό με παρασύρουν
με ρίχνουν καταγής και με ποδοπατούν …
VI
Έχοντας για σώμα – αντί για σάρκα και οστά – το φως τ’ αληθινό
που µου µμετάγγισαν τα ειδώλια
παίρνω τον αμφορέα και ξεκινώ. πάω στους εν δουλεία
που καθώς µε βλέπουνε µε τέτοιο σώμα και µε τον αμφορέα
έκπληκτοι µε ρωτάνε περί τίνος πρόκειται.
Τους εξηγώ κι εκεί που φτάνω
σχεδόν στο τέλος της εξήγησής µου
και κάνω κίνηση ν’ αδειάσω το περιεχόμενο του αμφορέα
κάποιος χιμάει κατά πάνω µου
τον παίρνει από τα χέρια µου µε βία
και µου τον φέρνει στο κεφάλι.
Άσαρκο καθώς είναι τίποτα δεν παθαίνει, ευτυχώς,
ο αμφορέας όμως, δυστυχώς, γίνεται θρύψαλα
τα ειδώλια σκορπίζονται στο χώμα
το βάζουν έντρομα στα πόδια κι εξαφανίζονται.

Η ΤΡΙΤΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (1988)

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Ακόμα συνεχίζουμε τις καταδύσεις
ψάχνοντας για κοράλλια.
Η θάλασσα
φουρτούνιασε και θόλωσε.
Το σκοτάδι
παραμονεύει πίσω από τα βράχια
για ν’ αρπάξει
και το στερνό κατάλοιπο της όρασης.
Καλοθρεμμένα ψάρια
ξεπροβάλλουν τα κεφάλια τους
απ’ τις κουφάλες του βυθού δειλά-δειλά
και μας κοιτάζουνε σαρκαστικά,
μ’ ακόμα συνεχίζουμε…

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ

Βαδίζαμε στην ίδια στράτα
μέχρι που φτάσαν απροσκάλεστοι
οι πουλημένοι χωρομέτρες
που βάλαν τα ροθέσια τους αυθαίρετα
και μας χωρίσανε με συρματόπλεγμα.
Τα βήματά μας τώρα χάσαμε
στα πλήθη των σταυρών και των ημισελήνων
και τα χωράφια μας
αντί σιτάρι και σταφύλι να γεννούν
γεννούν δάφνες πικρές και κυπαρίσσια.
Απομεινάρια ναυαγίων
του παρελθόντος μα και του παρόντος
περιπλανιόμαστε πότε σε κόκκινους
και πότε σε γαλάζιους πόντους
αναζητώντας τη χαμένη μας ταυτότητα…

ΓΕΓΟΝΟΣ

0 γερο-Νικολής, που χρόνια,
σ’ ασβεστοκάμινα και σε νταμάρια
αντάλλαζε τις μέρες της ζωής του
με πέτρες και χαλίκια
κατάφερε να στήσει το νοικοκυριό του
στη ράχη του βουνού – του Πενταδάκτυλου.
Τραβούσε μονορούφι τη ρακή του
και με το μέτωπο
– που πάνω του χαράχτηκαν
οι πέντε κόγχες του βουνού,
του Πενταδάκτυλου –
σημάδευε τον ουρανό
πολύ συγκινημένος.
Μ’ αυτό δεν κράτησε πολύ
γιατί μια μέρα κάποιοι ξένοι
του πήραν με το ζόρι το νοικοκυριό
και δίχως να του δίνουν εξηγήσεις
τον σπρώχνανε, τον σπρώχνανε
μέχρι που τον πετάξανε σε βάραθρο.
Τώρα μετρά τις αναμνήσεις του
στο κομπολόι του χάντρα τη χάντρα
κοιτάζοντας τον Πενταδάκτυλο
και καρτερά για να γενεί το θάμα…
Μα κάθε μέρα που κυλά
είναι στη μνήμη του μια μαχαιριά
γιατί τα κτίρια που κτίζονται
κι οι πολυκατοικίες
του κρύβουνε σιγά-σιγά τον Πενταδάκτυλο…

ΑΠΟΦΑΣΗ

Την έβλεπα
πίσω από τ’ ανοικτό
παράθυρο της θύμησης.
Φορούσε πάντα στο κεφάλι
το μαύρο της τσεμπέρι
και τη ματιά της τη θλιμμένη
την είχε πάντα καρφωμένη
στην κουρσεμένη της πατρίδα, στο Βορρά.
Έκλαιγε και μοιρολογούσε…
Ζητούσε τα παιδιά της
που χάθηκαν
μαζί με τα χωράφια και τα σπίτια της…
Καμιά φορά
πηγαίνανε δειλά – δειλά
και την παρηγορούσανε
η μάνα της κι οι φιλενάδες της
κι αυτή σιωπούσε
κάνοντας τάχα πως τις πίστευε …
Μα βλέποντας πως έτσι
αργούσε το καράβι που περίμενε
έβαλε σ’ όλα πυρκαγιά
κι ανέβηκε σ’ απόκρημνη βουνοπλαγιά
να βρει τους αετούς και τα γεράκια
να της δανείσουν τα φτερά τους
για να μπορέσει να πετάξει
στην κουρσεμένη της πατρίδα, στο Βορρά …

ΕΠΙΚΛΗΣΗ

« Έπίστρεψον, Κύριε, λύτρωσον την
ψυγήν μου, σώσον με δια το ελεός Σου».
(Ψαλμος 6:4)
Κύριε,
Σε θυμηθήκαμε μόνο
τότε που νοιώσαμε πως θα ταφούμε
κάτω απ’ τα συντρίμμια του ραγισμένου μας σπιτιού.
Τότε που μας άφησαν στο μέσο της έρημου
και μας βίτσιζε ό άμμος της.
Τότε που μας πήραν και το τελευταίο κουρέλι
που σκέπαζε τη γύμνια μας.
Μόνο τότε σε θυμηθήκαμε, Κύριε…
Μόνο τότε και Σου κράξαμε: «Σώσε μας…»
Συγχώρεσέ μας, Κύριε, για την αχαριστία μας.
Συγχώρεσέ μας και σωφρόνισε μας…

ΤΑ ΚΑΤΑΓΩΓΙΑ

Καιρός, νομίζω, να μιλήσουμε και με τα καταγώγια
που τόσο διακριτικά
φροντίζουν να πλαστογραφούνε την ταυτότητά τους.
Καιρός να πάψουμε να τ’ απειλούμε
με τη γροθιά της παγωμένης μας σιωπής
και να τους δώσουμε ανοιχτό το χέρι.
Να πάψουμε να τα κοιτούμε
με τη ματιά της αδιάκριτης αποστροφής μας
και να τα πλησιάσουμε.
Καιρός μ’ αυτά σαν φίλοι να μιλήσουμε
– ίσως τα πείσουμε –
να μας παρουσιάσουν
την γνήσια ταυτότητά τους.

ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΕΙΣ

Ένα σπίτι
που ποτέ μας δεν προφτάνουμε
δεν προφτάνουμε να το γνωρίσουμε
που ποτέ μας δεν προφτάνουμε
το νοικοκυριό μας για να στήσουμε
και βρισκόμαστε ξανά στο δρόμο
με τους μπόγους και τις κατσαρόλες μας
τα κρεβάτια και τους στίχους μας.
Ένα σπίτι
που ποτέ μας δεν προφτάνουμε
δεν προφτάνουμε να του μιλήσουμε
που ποτέ μας δεν προφτάνουμε
όπως θέλουμε να το στολίσουμε
και βρισκόμαστε ξανά στο δρόμο
με τις κάμαρες βουβές να μας κοιτάζουν
τις γωνιές του αδειανές να μας φωνάζουν.
Ένα σπίτι
που ποτέ μας δεν προφτάνουμε
δεν προφτάνουμε να το γνωρίσουμε
μα προφτάνουμε μ’ αγάπη κι όνειρα
όνειρα πολλά να το γεμίσουμε
και βρισκόμαστε ξανά στο δρόμο
δακρυσμένοι για το σπίτι που θ’ αφήσουμε
και τις αναμνήσεις που θα μείνουνε…

ΔΕΝ ΕΛΑΧΕ…

Χτες είδα τη μικρή Τριανταφυλλιά
– την παραχαϊδεμένη –
που με κοιτούσε μ’ απορία
και παραξενεύτηκα.
Τη ρώτησα γιατί και μ’ απεκρίθει
είναι που μ’ άκουσε να λέγω
πως μέχρι τώρα στη ζωή
δεν έλαχε ποτέ μου
να γνωρίσω και προσωπικά την Άνοιξη…

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τα δάκτυλα που χαϊδεύουν απαλά
απόψε της κιθάρας τις χορδές
και τη φθινοπωριάτικη βραδιά
γιομίζουν με χαρούμενες αγάπης μελωδίες
είναι γιατί τα λόγια σου σαν φωταψία
πήγαν και δώσανε ζωή
στα φύλλα τα νεκρά.
Είναι γιατί τα χείλη σου σαν βάλσαμο
αγγίξαν και ξυπνήσανε
τα ναρκωμένα κρίνα.
Η μουσική π’ απόψε αντιλαλεί
στο παγωμένο μέχρι τώρα σπίτι της σιωπής
και τη θλιμμένη μου ψυχή
γιομίζει με χαρούμενες αγάπης μελωδίες
είναι για τη χαρμόσυνη
την ιερή γιορτή της ε π ι κ ο ι ν ω ν ί α ς.

ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ

Στον πατέρα μου,
που τόσο πάλεψε για μας
Απόψε, καλέ µου πατέρα,
που ξαγρυπνώ στη μοναξιά µου
κυνηγημένος πάλι
από τη θλίψη µου για το φεγγάρι
που μάτωσε το πρόσωπο στα βάτα
αναλογίστηκα τα βάσανά σου
και σκέφτηκα πως δεν μπορεί.
κανένα πέλαγος να τα χωρέσει.
Απόψε, καλέ µου πατέρα,
που βλέπω μπροστά µου ξεκάθαρα
τα παιδικά µου χρόνια
να µε κοιτάζουν δακρυσμένα
από τα παραθύρια τ’ άπειρου
και να µου κάνουνε νοήματα
με μίσχους κυκλάμινων
αναλογίστηκα τις πίκρες σου
και σκέφτηκα πως δεν μπορεί
καμιά στεριά να τις χωρέσει.
Απόψε, καλέ µου πατέρα,
που τα άστρα µε κοιτάζουν προβληματικά
γιατί παραξενεύτηκαν
απ’ τα καμώματα της µμοίρας σου
αναλογίστηκα τις απολαύσεις σου
και σκέφτηκα πως δεν μπορεί
καμιά να τις χωρέσει δακτυλήθρα.
Απόψε, καλέ μου πατέρα,
που στέρεψε του λυχναριού το λάδι
που νιώθω να με πνίγει το σκοτάδι
αναλογίστηκα την καλοσύνη σου
και σκέφτηκα πως δεν μπορεί
κανένας ουρανός να τη χωρέσει…

ΜΑΝΑ

Στη μάνα μου
που τόσο πόνεσε για μας…
Το δειλινό
Η θάλασσα
Και ο αναβρασμός της
Και οι πολλές οι έγνοιες της.
Το δειλινό
Τα δάκρυα
Κι η πίκρα των φιλιών τους
Και το σκληρό το χάδι τους.
Η μάνα πάντα δίπλα μας
με τα γλυκά φιλιά της.
Το πρωινό
Η άνοιξη
Και το χαμόγελό της
Και τα πολλά τραγούδια της.
Το πρωινό
Η μουσική
Και η γλυκιά φωνή της
Και τ’ απαλό το χάδι της.
Η μάνα πάντα δίπλα μας
και τα γλυκά φιλιά της …

ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟ

Ήθελα να ‘χα έστω μια αχτίδα
απ’ τον ήλιο που φωτίζει το σπίτι σου
ένα απ’ τα αηδόνια που τραγουδούν κρυμμένα
στο φύλλωμα των δέντρων του κήπου σου
μια σταγόνα απ’ το κρυστάλλινο νερό
που χαϊδεύει το ρυάκι του λιβαδιού σου.
Είσαι μια άνοιξη
που κοιμάται στο κρεβάτι του ήλιου.
Ένας ήλιος στην καρδιά της άνοιξης.
Είσαι ένα αηδόνι
που τραγουδά κρυμμένο
στο φύλλωμα των δέντρων
Ένα δέντρο
που στα φύλλα του βαστάζει αηδόνια.
Είσαι ένα ρυάκι
με νερό κρυστάλινο μέσα σε λιβάδι.
Ένα λιβάδι
που το ποτίζει ρυάκι με κρυστάλλινο νερό.
Ανάμεσα στη χαρά κι εμένα στέκεις εσύ…
Ανάμεσα στο αύριο κι εμένα πάλι εσύ…
Ανάμεσα στα κύματα κι εμένα
το χαμόγελό σου βράχος να πιαστώ.
Αν δεν ήσουν εσύ
ίσως να μην γνώριζα τι είναι φως
τι άνοιξη και μουσική.
Ίσως να μην είχα προζύμι για τα ψωμιά
που ζυμώνω με τ’ αλεύρι των μουσών
και τα ψήνω στο φούρνο
που τον πύρωσε η ύπαρξή σου.

ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΛΙΑ

Θαρρώ πως η ψυχή μου μοιάζει
με τούτη εδώ την έρημη
την ξεχασμένη παραλία
που κάποτε
το κύμα ορθώνεται σαν γίγαντας
και την κτυπά με λύσσα
μα κάποτε
σαν χέρι στοργικό
την χαϊδεύει
και τη λούζει στον αφρό
γιομίζοντας την φως.

Η ΤΑΒΕΡΝΑ ΣΤΗ ΓΩΝΙΑ

Το δάκρυ
θόλωσε τα μάτια της θύμησης.
Ο άνεμος
και τ’ αηδόνια
θρηνούν για το παιδί
που πήγε
πριν από πολύ καιρό
στο δάσος για αγριολούλουδα
μ’ ακόμα να γυρίσει…
Η ταβέρνα στη γωνιά
που κάθε νύκτα ξαγρυπνά
με συντροφιά
την πονεμένη κιθάρα,
με προσμένει…

ΑΝΟΜΒΡΙΑ

I
Νεκρές δεντροστοιχίες στο λιοπύρι
κι ανάμεσα τους το ποτάμι που διψά.
Μια σαύρα σέρνεται με κόπο
πάνω στα φύλλα τα νεκρά.
Στον ουρανό δυο μαύρα σύννεφα
σαν ίσκιοι πετρωμένοι, σεργιανούν…
ΙΙ
Στείρα βρύση
Στεγνό πηγάδι
και πετρωμένος ουρανός.
Στην άδεια στέρνα
Τα περιστέρια
ραμφίζουν το κενό…

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

« Έάν τις δεν γεννηθεί άνωθεν,
δεν δύναται να ίδει την βασιλείαν
του Θεού» (Ιωάν. 3:3)
Κύριε,
Ένιωσα ψες μια μουσική
βαθιά μες στην καρδιά μου.
Στη νυχτωμένη σκέψη μου
ανάψανε λαμπάδες.
Ήσουν Εσύ κι ο Λόγος Σου
και φως και μουσική …

ΤΑΠΕΙΝΟ

Δεν ζηλεύω τα φανταχτερά
μα ψεύτικα στολίδια της ζωής
ούτε ποθώ τα πλάνα της χαμόγελα·
μου φτάνουνε τα ταπεινά μα σίγουρα
τ’ αληθινά κι ας είναι σκυθρωπά
τα κερδισμένα με σκληρό μα τίμιο αγώνα.
Παρά να γίνω οροφή και να σαπίσω
καλύτερα να μείνω πάντα πάτωμα γερό
δοσμένος στην αγκάλη της Μητέρας Ποίησης
σαν οι σκληροί καιροί με δέρνουν.
Δεν θέλω να με πούνε ποιητή μεγάλο
οι φειδωλοί του έργου μου κριτές·
μ’ αρκεί που βρήκα στη ζωή
την Ποίηση καταφυγή…

ΜΗΝΥΜΑΤΑ (1981)

ΤΟ ΠΛΑΝΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Το πλάνο καλοκαίρι μάς παράσυρε
εκεί που δέρνουν την ψυχή σκληρά τα ξεροβόρια
Το πλάνο καλοκαίρι μάς οδήγησε
εκεί που σφίγγουν το κορμί θανατηφόρα φίδια.
Μαγευτικό τραγούδι και γλυκό χαμόγελο
ποτέ δεν το σκεφτήκαμε
πως κρύβεις μες στη σκέψη σου
τόσο μεγάλη απανθρωπιά
ποτέ δε φανταστήκαμε
πως φαρμακώνεις τα πουλιά.
Αγγελική ματιά στο μέτωπο της πίκρας μας
ρυάκι στην ποδιά της χέρσας ευτυχίας μας
αναλαμπή στα παγερά σκοτάδια μας,
εσύ που σκέπαζες τη γύμνια της ελπίδας μας,
πώς καταδέχτηκες να καταστρέψεις
τα καταπράσινα λιβάδια των ονείρων μας;
Πώς μπόρεσες να κομματιάσεις
τη στάμνα του κουράγιου μας;

ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ

Ποτέ τους, μα ποτέ τους δε ρωτήσανε
Στην ακροθαλασσιά γιατί πηγαίνουμε
Γιατί πηγαίνουμε και μένουμε
Με σπαραγμό το κύμα να κοιτάζουμε
Που χρόνια τώρα μάχεται μονάχα
Για να γκρεμίσει το μεγάλο βράχο.

ΞΕΠΡΟΒΑΛΕΣ

Ξεπρόβαλες απ’ το θλιμμένο παραθύρι
την εποχή που δέναν οι καρποί
με την καρδιά σαν τον κορμό καμένου έλατου
και με το βλέμμα σου — δωμάτιο κλειστό —
να σεργιανά στα πετρωμένα σύννεφα
Με θλίψη κούνησες το μολυβένιο σου κεφάλι
γιατί θυμήθηκες τα στείρα πια πηγάδια
και τις βουβές πήγες.

ΖΗΤΟΥΜΕ ΒΟΗΘΕΙΑ

Επιβάτες σ’ ένα σάπιο καράβι
Κάτοικοι σ’ ένα σπίτι με ραγισμένους τοίχους
Τραυματισμένοι, ετοιμοθάνατοι
στο κρεβάτι του πόνου.
Οι γιατροί και οι νοσοκόμες
αρνούνται να μας γιατρέψουν.
Αργοπεθαίνουμε ανάμεσα στα χάχανα
τις κοροϊδίες και την περιφρόνηση τους.
Ζητούμε βοήθεια…

ΜΗΝΥΜΑΤΑ

Μηνύματα που φτάνουν απ’ τα μνήματα
και τ’ ασπρισμένα κόκαλα
των άφθαρτων νεκρών αγωνιστών
– αγνώστων και γνωστών –
τρυπούν τον ύπνο µου
σαν πύρινες ρομφαίες αρχαγγελικές
σφυρίζουνε στ’ αυτιά µου σαν οχιές.
Μηνύματα που φτάνουν απ’ τις εκκλησιές
τις κουρσεμένες και βουβές
που κατάντησαν λεία των ληστών
και τόποι βιασμών
πικραίνουν το ψωμί µου
όπως πικραίνει το φαρμάκι το νερό
σαλεύουν το μυαλό µου
όπως σαλεύει το καράβι κύμα φοβερό.
Μηνύματα µε ρουφηγμένα µμάγουλα
από το πένθος το βαθύ
μηνύματα µε µάτια κατακόκκινα
από το κλάμα το πολύ
μηνύματα που με τα χέρια τους τα κοκαλιάρικα
γυρεύουνε βοήθεια
και µε ρωτούν επίμονα
για την κατάντια µας να δώσω μιαν εξήγηση,
ξεσκίζουν σαν καλάμια τη συνείδηση.
Μηνύματα, μηνύματα και μνήματα
μηνύματα και μνήματα
από δικά µας κρίματα
που ολημερίς κι ολονυχτίς με βασανίζουνε
και τα φτερά του κάθε ονείρου μου τσακίζουνε
για την αναισθησία μερικών
και τη μικροψυχία των πολλών,
με κάνουν να σκεπάζω
από ντροπή το πρόσωπο.
Μηνύματα που χρόνια τώρα καρτερούν
την κλειδωμένη πόρτα της συνείδησης ν’ ανοίξει
από θυμό τα δόντια τρίζουνε
απ’ αηδία φτύνουνε
κι εμείς καθόλου δε νοιαζόμαστε
κι εμείς καθόλου δε σκεφτόμαστε
κι εμείς κοιμόμαστε κι ονειρευόμαστε
ονειρευόμαστε… ονειρευόμαστε…
Μηνύματα που χρόνια μόνα ξαγρυπνούν
και τις χαμένες µας πατρίδες ασταμάτητα θρηνούν
µου φαίνεται πως βαρεθήκανε τις κούφιες υποσχέσεις µας
µου φαίνεται πως καταλάβανε τις διαθέσεις µας
γιατί µας βλέπουν που νοιαζόμαστε πολύ για τις ανέσεις µας
που τίποτα δεν κάνουμε για τις υποχρεώσεις µας
και µας αφήνουν ανενόχλητους.
Μηνύματα, µ μηνύματα και μνήματα
μηνύματα και μνήματα
από δικά µας κρίματα
µου συνταράζουν τα αισθήματα…

ΩΡΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ (1975)

ΘΑΝΑΤΟΣ

Ο χάρος έφτασε τον Αλωνάρη μήνα
Και σκόρπισε σαδιστικά το θάνατο
Στο ραγισμένο σπίτι της χαράς μας.
Ο ήλιος κρύφτηκε στη στάχτη
Κι η μέρα έμεινε χωρίς ψωμί
Γιατί ο λίβας τρύγησε νωρίς τα μεστωμένα στάχυα.
Ο χρόνος τώρα σεριανίζει σε ναυάγια
Τη μαυροφόρα σκέψη μας
Η νύχτα ξαγρυπνά και κλαίει
Τους γκρεμισμένους μόχθους μας.

ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ ΕΚΕΙΝΟΥ

Οι μέρες του Καλοκαιριού εκείνου
Κρεμάσανε τα εκμαγεία τους ανάποδα
Στα γκρεμισμένα σπίτια της πατρίδας
Αφήσανε τη στάχτη κατακάθι στην ψυχή
Σαλέψανε τα καπνισμένα μάρμαρα του ήλιου.
Οι μέρες του Καλοκαιριού εκείνου
Σκορπίσανε τις χρυσαφιές κλωστές του αργαλειού
Στον Αλωνάρη άνεμο
Κουρσέψανε σαδιστικά τα πλούσια κελάρια
Σκοτώσανε αναίσχυντα τα καρπερά μελίσσια.
Οι μέρες του Καλοκαιριού εκείνου
Ξεσχίσανε τα πλουμιστά πανιά των καϊκιών
Στα πρωινά μελτέμια
Κουβάλησαν το θάνατο σε γραφικές ακρογιαλιές
Και φίλεψαν το χάροντα με πλούσιο τραπέζι.

ΤΑΦΗ

Η μάχη τέλειωσε το σούρουπο.
Η νύχτα τύλιξε σιγά-σιγά τα σκόρπια μέλη των νεκρών
Με το τσουρουφλισμένο κρέπι της
Το κόκκινο φεγγάρι δακρυσμένο και λυσικομο
Τους έδωσε γονατιστό τον τελευταίο ασπασμό
Και μια μπουλντόζα έπειτα βιαστικά
Τους έθαψε σε μνήματα ομαδικά, χωρίς τα σχετικά,
Με συνοδεία τη θρηνητική φωνή του γκιόνη…
Οι μάνες όμως καρτερούν γονατιστές
Στα σκαλοπάτια της ελπίδας
Και μένουν οι νεκροί χωρίς μνημόσυνα
Χωρίς νερό και λάδι…

ΤΑ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ

Αραχνιασμένα τα κενά χιτώνια
Στα καπνισμένα μάρμαρα
Της Σαλαμίνας και των Σόλων ξεχασμένα
Κοκκίνησαν τ’ αγουροξυπνημένα μάτια μας
Και μοιρολόγια αντηχούνε τώρα στο σκοτάδι
Σαν χορικά αρχαίας τραγωδίας
Βγαλμένα από κάποια στόματα αόρατα…

ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Ήταν πρωί, πολύ πρωί, ποτέ δε θα ξεχάσω…
Τα περιστέρια ξαφνιασμένα βούλιαζαν στο μακρινό ορίζοντα
Γιατί κρεμάσαμε στον ώμο το ντουφέκι
Και μπήκαμε σε στρατιωτικά οχήματα
Να κουβαλήσουμε το θάνατο σ’ ανθόσπαρτες βραγιές.
Μια φάλαγγα κορμιά ανθρώπινα για το σφαγείο…
Ο Διγενής Ακρίτας πέρασε από κοντά μας αστραπή
Κι ο θάνατος ακόνιζε πιο κάτω τη ρομφαία.
Ο φόβος πάγωσε το θάρρος στις καρδιές μας
Η θλίψη πέτρωσε τα πρόσωπα μας
Κι η σκέψη των αγαπημένων
Μαχαίρι δίκοπο καρφώθη στην ψυχή μας.
Σ’ ελάχιστο διάστημα βρεθήκαμε μπροστά στο θάνατο.
Ανθρώπινα κορμιά κομματιασμένα, παραμορφωμένα
Ζωγράφισαν στα μάτια μας τη φρίκη.
Ήταν πρωί, πολύ πρωί, ποτέ δε θα ξεχάσω…

ΑΔΙΚΙΑ

Τα δηλητηριώδη μανιτάρια του καιρού μας
Σε μια γωνιά της μουχλιασμένης γης
Φορτώσανε σε κάτι μεστωμένα στάχυα
Το πιο βαρύ κατάστιχο της αδικίας τους
Και περιμένουν τώρα σκεβρωμένα
Τον ήλιο να φανεί από καμιά γωνιά…
Πουλιά σκελετωμένα που διψούν
Ραμφίζουνε τα σύννεφα με αγωνία
Μα τους αρνιούνται το νερό.
Απλώνονται μετά σαδιστικά
Οι φονικές παλάμες του καιρού μας
Μαδούν τα ντελικάτα τους φτερά
Και τους προσφέρουνε το θάνατο γουλιά – γουλιά
Με χίλιους δυο υπαινιγμούς και υποσχέσεις.

ΟΠΤΑΣΙΑ

Μεσάνυχτα σε μια σκοπιά απέναντι απ’ τον εχθρό
Με τις δαγκάνες του θανάτου περασμένες
Στου πολυβόλου τη θαλάμη
Και δυο συντρόφους να κοιμούνται πλάι
– Κεριά σβηστά τα πρόσωπά τους
Στου φεγγαριού το γυάλινο παγκάρι… –
Το πολικό αστέρι
Κοιτούσα και στοχάστηκα
Τα μέρη που μας πήραν οι εχθροί
Στη μέρα που μας πέρασε.
Η Παναγιά του Τράχωνα ξεπρόβαλε απ’ τις ελιές
Με τα δαντελωτά της ρούχα ξεσκισμένα
Με τα σαντάλια σκονισμένα
Και μάτια κατακόκκινα, υγρά.
Με κοίταξε για λίγο με παράπονο
Και χάθηκε ξανά στον ελαιώνα
Οι τύψεις τότες τράνταξαν βαθειά τα μέλη της ψυχής
Δυο δάκρυα καυτά κυλήσανε στο προδωμένο χώμα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου