Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

ΡΩΞΑΝΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ






Η Ρωξάνη Νικολάου γεννήθηκε και ζει στην Κύπρο, στο Κολόσσι Λεμεσού, με την οικογένεια της. Φοίτησε στο Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Χαϊδελβέργης και σε δύο σχολές στην Αθήνα (Λαϊκού Θεάτρου Ν. Καμτσή και Σχολείον της νυχτός) για την τέχνη της Σκηνογραφίας και Ενδυματολογίας.
Εξέδωσε δυο ποιητικές συλλογές. Η πρώτη της ποιητική συλλογή εκδόθηκε το 2000 και είχε τον τίτλο «Ποιήματα 1991 - 1999».
Το 2018 εξέδωσε τη δεύτερη της ποιητική συλλογή «Ψαλιδιστής»
και περιλαμβάνει ποιήματα που γράφτηκαν την περίοδο 2008-2018.








ΨΑΛΙΔΙΣΤΗΣ  (2018)



Με φώναξε ο ερειπωμένος κήπος σου.
               Πιάστηκε από τα πόδια μου
                                       δεν μ’ άφηνε.



ΑΫΠΝΑ ΣΠΙΤΙΑ


Πέρασα από το σπίτι σου- με είδε
ήπιε νερό και πικρογέλασε.
Στο στόμα του έλαμψαν
χρυσά δυο δόντια

ο αραμπάς με την αρτηριοσκλήρωση
και το αναπηρικό του Κρίτωνα.

Κυλούσανε σε αφράτους δρόμους
και συνέχιζαν

πέρα απ’ το τέρμα
μέσα στον ουρανό.



ΠΑΡΑΜΥΘΙ


Πρωί και βράδυ
το σπίτι υπήρχε.
Με τις ρίζες χιλιόχρονου δέντρου
με τα κλαδιά και τα πουλιά του
στην καρδιά.

Μια μέρα πέταξαν
όλα μαζί γι’ αλλού

Το ένα σήμερα
σκέπασε το άλλο

ο ύπνος στένευε ολοένα
άνοιγαν ρήγματα οι τοίχοι
χυνόταν μια ευωδιά
ακατοίκητης αποθήκης

Κανείς δεν άκουγε
μόνον ο ύπνος.



Συνθέτω ένα σπασμένο πρόσωπο.
Αυτό το σπασμένο πρόσωπο
είναι το πιστότερό μου αντίγραφο.



ΛΑΘΡΑΙΑ ΣΚΙΑ


Από τις παλαιές γυναίκες
κλέβω
καθώς τον δρόμο τους τυλίγουν
και ξετυλίγουν
όταν νυχτώνει.

Πίσω από τα κλειστά τους
βλέφαρα
λαμπηδόνες λιγοστεύουν
το σκοτάδι

πεθαμένοι περιπατούν
αίμα φωνής
γυρεύουν.

Ο θόρυβος
της λαθραίας μου σκιάς
διασπά την αγκαλιά
του βλέμματος
στα νερά του
καθρεφτίζεται
το χέρι μου απλωμένο.



Η άκρη του δρόμου μου έφτασε
και με κοιτάζει.
Κραδαίνω τα δρέπανά μου
σε πέτρες αθόρυβες και σκονισμένες.



ΨΑΛΙΔΙΣΤΗΣ


Προσπαθώ να θυμηθώ τη φωνή του
ένα φωνήεν αναπηδά
στ’ αφτί πολύ κοντά

μαζί με τον ήχο του ψαλιδιού
και το φως

των φθινοπωρινών καταστημάτων
ανάβει μέσ’ απ’ τα κλαδιά.

Αγαπητέ μου κύριε
πώς γίνεται εσείς
που μέσα σε λίγα λεπτά
μεταμορφώνατε το παιδικό κεφάλι μου
σε δεσποσύνης
τώρα να κάθεστε στον καφενέ
ακέραστος και βυθισμένος
στο παντέρημο σας απόγευμα;

(Με φλέρταραν πολύ τ’ αγόρια
μα τα κοίταζα αφ’ υψηλού
ω, κύριε - τι θυμήθηκα - υπήρξα λοιπόν
εκείνο το κορίτσι που
έπαιζε μέχρι το βαθύ σούρουπο
κι ήμουνα όμορφη
και δυνατή πιο πολύ ακόμα
κι από ’κείνο τ’ αγόρι
που όλους τους νικούσε
στη γειτονιά.)




ΣΤΟΝ ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ ΟΥΡΑΝΟ


Το φεγγάρι ξεροβήχει
ρίχνει ομίχλη ο τεχνικός
και τ’ ασημένιο φως
ο υποβολέας λέει τα λόγια
που βαριέται να θυμάται
ή ξεχνά

το τυφλό φεγγάρι

που κάποτε συνέφαγαν

το παιδί
η μάγισσα
κι ο λύκος

στον δωρισμένο δίσκο του στο χώμα.



Ποιήματα φυτρώνουν της μιας νύχτας


 ΛΟΞΗ ΒΡΟΧΗ


Πότε δυναμώνει στη διαπασών
και γδέρνει τον αέρα
με τα ισχυρά της νύχια

πότε σιγαλά εκπέμπει τη φωνή της

λοξή βροχή

ζώα, πουλιά, δέντρα
και άνθρωποι βλασταίνουν.




Η ΚΥΡΙΑ ΑΝΤΡΙΑΝΑ


Κοίτα την κυρία Αντριάνα μπροστά από το κάστρο
πηγαίνει του σφηνωμένου δρόμου της
τα τελευταία μέτρα
φυσώντας τη στραβή, βουβή τσαμπούνα του χρόνου της.

Ποντίκια με το μολύβι στ’ αφτί ροκανίζουν χωράφια
ρυθμίζουν

του ορίζοντα το χρώμα, του χώματος το βάρος
το μάτι του βλέμματος.



Πώς να σου δώσω τι;
Έχω την κόρη του ματιού
σ’ έναν κρυστάλλινο λυγμό
μεγαλωμένη
από καρφί που χρόνισε

μήτε βαθαίνει
μήτε βγαίνει.




ΣΤΗ ΣΚΟΝΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΑΔΡΟΜΟΥ


Μπήκε στο μαγαζί.
Η νάιλον σακούλα
κρεμόταν στο ’να χέρι
πνιγμένο κοτόπουλο
με τ’ άλλο ζήτησε λεφτά

η ιδιοκτήτρια
του ’γνεψε να φύγει

η κάφτρα είχε φτάσει
στα μάτια του
που καίγονταν αργά
όπως κι η φούχτα μου
(μισό ευρώ δεν είχα επάνω μου)

όταν αποφάσισε εντέλει να στραφεί
να δρασκελίσει την τάφρο
με τα σκυλόψαρα
και να χαθεί

μέσα στη σκόνη του Πεντάδρομου

στη ζωή και τον θάνατό του.




Ας βαδίσουμε
για λίγο στη σιωπή μαζί.
Ξέμαθα το πολύ με τους ζωντανούς.


ΠΑΙΔΟΥΛΑ ΣΚΙΑ


Μικροκαμωμένη και ωχρή
με πλησίασε
η παιδούλα σκιά μου-
ξεσκαλώσαμε τα ρετάλια
των χρόνων
από τα μάτια των βάτων.

Φάνηκε το παλιό σπίτι.
Στο δωμάτιο με το χαμηλό φωτάκι
κοιμόνταν τ’ αδέρφια μου κι εγώ
στο άλλο οι γονείς.

Πώς θέλησα τα πρόσωπά μας να χαϊδέψω
και του σπιτιού τους τοίχους
να τρέξω στην αυλή κάτω απ’ το πάτωμα

μα το τριζόνι βύθιζε το νύχι του
στην κοιλιά της άδειας νύχτας.


 Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΩΝ ΚΛΑΔΙΩΝ


Εκλάμψεις νομισμάτων φίλησαν τις ανεμώνες
φίλησαν τον κύκλο των κυπαρισσιών
ένα σκυλί συνόδεψε τη σκόνη του φορτηγού.

Στα μαλλιά μου στάζει μελαγχολία κλαδιών
η προ τελευταίας
των φύλλων
ανάσα.

Ανοίγει το νερό της διάτρησης
ο κλειδούχος των χωμάτων
κάνει τα χέρια του χωνί, φωνάζει τα παιδιά

στις φούχτες τους εναποθέτει τις ύστατες φωλιές.



Φάγετε το σώμα μου
φάγετε τον ύπνο μου
φάγετε τη φωνή μου.

Φάγετε
πιείτε.

Η γιαγιά μου
μιλούσε και στον θάνατο ευγενικά.




ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΗ ΧΛΟΗ


Του αγαπημένου μου
του αρέσει στην κουζίνα-
τα πιατικά και τα μαχαιροπήρουνα
όταν συγκρούονται
οι σπίθες που βγάζουν
του θυμίζουν τρυφερή ερωτευμένη χλόη
που σπαράζει καθώς σβήνει ο ήλιος τον Αυγερινό.

Ο αγαπημένος μου
χαίρεται να συζητά στο τραπέζι
με μονόφθαλμους και μονοπόδαρους ταξιδευτές
σε ξένους, σκονισμένους δρόμους
έχουνε απολέσει την ψυχή τους
ληστές που έστηναν καρτέρι
κι εύκολα έπιναν τον ύπνο των γυναικών.

Αγάπη μου, αγάπη μου
τ’ αποδημητικά πουλιά κάνουνε τέτοιο θόρυβο!



Δεν μ' αρκεί να σκάβω
στο λοξό μου τετράδιο - ζωή χυμένη
στα καλούπια των λέξεων.




Έλειπες από το στασίδι σου σήμερα στον απόδειπνο.
Ο ουρανός
άσε τον ουρανό
στραβός σαν μονόκλ κάποιου λόρδου αυλικού.

*

Αργά αργά ξυπνώ σε αυτόν τον κόσμο-
λίγο πριν πεθάνω,
θα 'χω ξυπνήσει ολότελα.

*

Καθημερινή ρουτίνα:
Να συναρμολογείς τον εαυτό σου
πάνω από ένα ρήγμα
ανυπολόγιστου βάθους
και ν' ανθίζεις κρεμμάμενος
.
*

Είναι λίγες, πια τόσο λίγες.
Καμπουριασμένες,
μαυροφορεμένες,
αχτένιστες,
ρίχνουν πέτρες σαν αγιασμό.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου