Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΗΣ







ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ...


Ευτυχισμένος ο ποιητής που δεν ακρωτηριάστηκε
απ' την φορολογία των χειροκροτημάτων
και περπατά μέσα στο πλήθος δίχως αριθμό
απλή φωνή λαού
και χαίρεται τ' ανεπηρέαστα βλέμματα
χωρίς πληθυντικό αριθμό
απλά σαν της γιαγιάς μας τον χαιρετισμό
«ώρα καλή σου γιε μου!»





ΚΑΠΟΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ


Μ' αρέσουν κάποιες λέξεις που μυρίζουν γιασεμί
απλές σαν το κυριακάτικο πρωινό
δεν υποφέρουν από σημασίες και ιδέες
αρχάγγελους σοφίας δεν έχουν
σ' ευχαριστούν σαν χάδι παιδικό.



ΑΝΑΖΗΤΩ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ


Αναζητούν την Κύπρο στα παλιά χειρόγραφα
στους χάρτες των παλιών ημερομηνιών
στα παραμύθια των παντάνασσων γιαγιάδων
 και στα οδοιπορικά περιπαθών προσκυνητών.
Ωστόσο εγώ θα κάθομαι στα σύνορα του φεγγα­ριού
και τα μεγάλα μάτια της σαν τα τοπία της ευτυχίας
θα καρτερώ να με κοιτάξουν.




ΧΑΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ


Χαμένες μέρες του καλοκαιριού κλεισμένοι στα δωμάτια
ν' αντιπαλεύουμε τον άχρηστο εαυτό μας
και να μετράμε τις παλιές οδοιπορίες των πανσελή­νων
στα δολοφονημένα δάκτυλά μας
μικρή μου Ευτέρπη, Ρέα εργόχειρό μου,
κι εσύ αφροδίτη ελευθερία των άλλων ιδεών μας
τότε π' ανθούσε η άνοιξη στα βλέφαρά μας.
Γιατί περνά σαν το νερό η ζωή
και φράζεται στην ηλικία των άμισθων καιρών
που ζούνε με παραχωρήσεις;




Η ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΜΑΣ ΑΝΑΧΩΡΕΙ


Ανάμεσα σε δυο ροδιές η Λευκωσία φιλοσοφεί
ανοίγει τις πλεξούδες της στον ήλιο
χειρονομεί στο παρελθόν η Λευκωσία
σαν ν' αποχαιρετά τον κόσμο αυτό
εκφέρει η Λευκωσία τα τελευταία φωνήεντα
στους τοίχους της μενεξεδένιας ώρας...
Αλλά τη Λευκωσία να μου αγαπάτε
όταν φορεί τα γιορτινά της
τα τελευταία της γιορτινά
και μπαίνει ανυποψίαστη στην αθανασία.




ΟΙ ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΕΣ ΛΕΥΚΩΣΙΕΣ


Μενεξεδένιες ομιλίες
στα παραθύρια της Κυριακής
οι μοιρασμένες Λευκωσίες του κόσμου
η μυστική Αφροδίτη των παλιών ερώτων
και το μικρόν αλφαβητάρι...

(Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 14-15, σελ. 163)




Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΟΥ


Η Κυριακή μου ξεπετάχτηκε απ’ τα παράθυρα
αγουροξύπνητη, με καθαρή ποδιά,
πήρε τους δρόμους με το πράσινο καπέλο της,
αντάλλαξε χαιρετισμούς πρωτοχρονιάτικους η Κυριακή μου,
χάιδεψε τα μαλλιά του γιασεμιού
και στις χαρούμενες προθήκες  χαμογέλασε η Κυριακή μου,
θυμήθηκε τις φιλαρμονικές παλιών καιρών,
τους εύθυμους περίπατους...
κι έφτασε εκεί που ξεχωρίζουνε οι εχθροί–
στη Λήδρα όλου του κόσμου
κι ας είναι η Λήδρα οδός της Λευκωσίας–
κι απ’ τα σακιά της άμμου, που τα στόλιζε χορτάρι
και μια μικρούλα παπαρούνα,
ψήλωσε το κεφάλι η Κυριακή μου κι είπε
στους άλλους, με την άλλη γλώσσα
και τ’ άλλο πρόσωπο,
τους είπε: «καλημέρα».



Η ΠΑΛΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑ


Η Λευκωσία μας αποδημεί στους χάρτες
σε αταχυδρόμητες φωτογραφίες
απ’ τις ψηλές ταράτσες την κοιτάμε
να ταξιδεύει στην ποδιά του Πενταδάκτυλου.
Μα η άλλη Λευκωσία φυλλορροεί στα στήθη μας
στα βραδινά μας βλέφαρα
η Λευκωσία μας η παλιά
η Λευκωσία μας

                              Η ευτυχία της γης, 1983)



ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ


Οι συμμαχίες της νιότης πολεμούν στον κήπο μου
Ο Μάης, ο Μάης, χωρίς χειρόγραφα.
Γεωμετρίες του ανέμου και φτερά αρχαγγέλων
κοντά στους χαρταετούς με τα γαλάζια μάτια
σε φευγαλέους αγώνες εξαντλούνται. 5
Κι άντικρυ το μπαλκόνι των δεκάξι μου Μαΐων,
τα μάτια σου εσένα, αγάπη των χαμένων παραδείσων,
Θεέ μου, τι ωραία η πλάση σου
κι αυτή η καρδιά που πάντα σε σπουδάζει
στις περιπέτειες ήλιου κυπριακού 10
και στις πανσέληνες ματιές της Αττικής των άλλων ημερών μας.


ΧΩΡΙΣ ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ


Άνοιξε το παράθυρο να μπει του κόσμου η μέρα
οι ζωντανές να σου μιλήσουνε μορφές
να σε γεμίσει με μια ανάσα
το θαύμα της ζωής
κι άφησε την καλλιγραφία των λογισμών στο πρώτο σου
 συρτάρι.

Εγώ σε συμβουλεύω να ντυθείς ανάλαφρα
μ’ ένα ζωνάρι χρώματα του ουράνιου τόξου,
να συναγωνιστείς τον άνεμο μες στα τρελά παιχνίδια του
χωρίς προτάσεις σοβαρές
χωρίς ορθογραφία.



ΣΧΗΜΑΤΑ ΦΙΛΙΩΝ


Μικρή επανάληψη στα φροντιστήρια της αγάπης
με τόνους καταδεκτικούς
Γι’ αυτό επανέρχομαι στα εφηβικά θρανία
κι ιχνογραφώ στα περιθώρια των βιβλίων
τα σχήματα φιλιών.



Η ΟΜΟΡΦΗ ΜΕΡΑ...


Η όμορφη μέρα θα μπορούσε να διαρκέσει
μες το ημερολόγιο της ψυχής
αν έχεις καθαρό ένδυμα και στην υποδοχή
δυο χέρια αγάπης κι ένα καλωσόρισμα
γεμάτο μέλι.
Εισέρχεται ύστερα ως νυμφίος* μες στην ανάμνηση.
Όταν το θέλει η περίσταση κι η σύμπτωση
ανοίγει τα φτερά της μες στο χώρο σου
γίνεται νέα πρωία
καινούργιος ουρανός για τα πετάγματα
ισάγγελων χαρταετών των είκοσι Μαΐων


ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ


Δώστε μας πίσω τα παιδιά μας,
Και την ψυχή μας, την ψυχή μας.
Δεν έχουν έλεος οι κουβέρτες σας,
Δεν έχουν την ξανθή ματιά του βρέφους μας
Οι προσφορές σας οι εύρωστες.
Δώστε μας πίσω τα παιδιά μας
Και την κουρελιασμένη μας ψυχή,
Την ψυχή μας, την ψυχή μας…
Δεν θέλουμε όνομα και τίτλους,
Μήτε επιγράμματα.
Δώστε μας πίσω την ψυχή μας
Το μέσα πλούτος μας
Κι ας είναι ελιά το δείπνο μας
Και το νερό γλυφό.
Δώστε μας πίσω τα παιδιά μας
Και την ψυχή μας.



17 ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ 1973  (Χαράματα)


Πέρα στην πλατιά λεωφόρο
με τα γυμνά δέντρα,
τα φυλλώματα,
προβάλλουν τώρα οι χώροι αδειανοί.
Λιγοστά είναι τα βήματα,
ξέπνοοι οι λογής ήχοι,
αραιοί.

Στάζει τ’ αγιάζι μέσα μας.
Συχάζει η τυραγνοπατημένη πόλη,
η βουερή.

Πέρα απ’ τη μακρινή λεωφόρο
με τα γυμνά δέντρα,
τα φυλλώματα,
πεθαίνει η νύχτα, η φονική.
Αλυχτούνε οι θεριεμένοι σκύλοι
στα περάσματα, όξω απ’ τις κλειστές πόρτες,
καθώς στους τοίχους πληθαίνουν οι σκιές
κι απλώνονται τα γράμματα,
αιμάτινα, θαμπωτικά:
«για τον αγώνα και τη λευτεριά»
«για την πολύπαθη πατρίδα»!
Πίσω απ’ τις μανταλωμένες πόρτες,
βαριανασαίνουν οι καρδιές
π’ ανασηκώσαν τη μεγάλη μέρα!
Ω, Θε μου, κάμε πριν χαράξει
ν’ αστράψουν οι ουρανοί,
χρυσό φως ολούθε ν’ απλωθεί
κάμε, Μεγαλοδύναμε, να ξεχυθεί
ποτάμι ξέφρενο η πνοή,
να λυτρωθεί, η τυραγνοπατημένη πόλη!

Αντιφασιστικά ’67-’74 (1984)



ΣΦΑΓΗ ΣΤΟ ΔΙΣΤΟΜΟ


Αν κάποτε σε ακρόαση με δεχτεί ο Κύριος,
εμέ υπηρέτη του παλιό στα εφηβικά μου χρόνια
βυζαντινό φωνήεν στ' αριστερά του τέμπλου,
χωρίς κινήσεις υποτακτικές θα Τον ρωτήσω
με στίχους σταυρικούς γιατί στο Δίστομο άφησε ανενόχλητο
τον ξένο τ' άνθος να χτυπήσει των Ελλήνων
αυτούς που τίμησαν με πράξεις κι έργα
το πνεύμα Του αφιλόκερδα
έτσι για εξύμνηση της λάμψης Του
γεμάτοι πάθος αρχαγγελικό;
Θα σεβαστώ και τη σιωπή Του ακόμα,
αλλά σαν Κύπριος θα ψηλώσω το κεφάλι
έως στην πανσέληνο
και λόγο ασημένιο θα εκστομίσω:
η Κύπρος που αδικήθηκε
θα στέκει ομπρός Σου με σημαίες παράπονου
και μ' ένα δάκρυ των αγίων πατέρων της

και της εφτάχλωμης Κυπραϊσσας Παναγίας,


Η μπαλάντα της Τριανταφυλλένης



Πώς βρέθηκα μια νύχτα στα τοπία του φεγγαριού,
Με μιαν αγάπη στο δεξί μου χέρι
Κι η πεισματάρα η άνοιξη τριγύρω να χειρονομεί
Και να μιλά με λέξεις διαφανείς κι αντάρτισσες
Και της ζωής το βάρος να μικραίνει!
Σε κάποιο σύνορο άκουσα τον άνεμο μ’ ελληνικές φωνές:
“Τριανταφυλλένη μου, Τριανταφυλλένη μου”!

Μες στο συρτάρι τα όνειρα μας
Με τ’ άλλα μικροπράγματα μας τα ευπαθή
Φωτογραφίες των άλλων ημερών και γράμματα
Αραχνιασμένα απ’ την πολυκαιρία
Ένα λουλούδι μαδημένο σαν παράλυτο κορίτσι
(“Τριανταφυλλένη μου, Τριανταφυλλένη μου”)
Να παίρνουν κάποτε πνοή και να γυρνάνε
Απ’ το ταξίδι τους το μακρινό κι εσένα να καλούνε
“Τριανταφυλλένη μου, Τριανταφυλλένη μου”.

Πόση βροχή από αστέρια κάθε βράδι,
Πόση μαγεία στον άνεμο που ξεσηκώνει τα φουστάνια,
Πόση πλημμύρα φαντασμάτων να χορεύουνε στον ώμο σου,
Τι μουσική
“Τριανταφυλλένη μου, Τριανταφυλλένη μου”!

Και ξαφνικά να μπαίνει ο πόλεμος,
Με τον καπνό στο χέρι του
Και τη φωτιά στα μάγουλά του,
Να καταστρέφει τα σπαρτά στο πέρασμα του,
Να ρίχνει τα καμπαναριά,
Τα σπίτια να σωριάζει και την άνοιξη
“Τριανταφυλλένη μου, Τριανταφυλλένη μου”.

Και να γυρνώ στην ξενιτιά χωρίς πουκάμισο
Μ’ ένα κομμένο χέρι
Να μην ακούω μιλιά με γνώριμο ήχο
Να μην ελπίζω
(“Τριανταφυλλένη μου, Τριανταφυλλένη μου”)
Και να κρατώ το παρελθόν
Σ’ ένα σπασμένο βάζο
Σε μια μικρούλα γλάστρα
Σ’ ένα μυροδοχείο
Στην οροφή απροστάτευτος
Κόσμου χαμένου
(“Τριανταφυλλένη μου, Τριανταφυλλένη μου”)
Ένα μικρό να γίνομαι
Δημοτικό τραγούδι
Σε κάποια μακρινά ευρετήρια φυλαγμένο
Να καρτερώ τα σύνορα μια νύχτα να με βρουν
Και να ’ρθεις διαφανής μ’ ένα φεγγάρι επώδυνο
Στα διάφανά σου μάτια
“Τριανταφυλλένη μου, Τριανταφυλλένη μου”…!


Λυρικός λόγος, Β΄(1985

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ







Στιγμές (1981)

ΣΙΩΠΗ

Η σιωπή
άδειο κοχύλι
– γυμνός ώμος
ενός ναυτίλου.

ΩΣ ΕΔΩ

Στη σκιά του δρεπανιού
τεντωμένο τόξο
δίκοπο μαχαίρι
η ελευθερία.
Δένεται κόμπος το αίμα
κι η γνώση ωριμάζει.
Προδότες και προδομένοι
ίδιες ευθύνες
ίση μοιρασιά του καιρού-μου.
Το λυκόφως του συμβιβασμού
κάνει τις φλέβες της ανοχής
διάφανες.
Καθρέφτης η σιωπή
κραυγή του πόνου
έγινε κομμάτια.
Η σκιά-σου τώρα
μες στο αίμα
ως εδώ ήταν ο ύπνος-σου.

ΑΘΕΑΤΗ ΔΥΝΑΜΗ

Μέσα σε μια κούπα κρασί
δυο σταγόνες όλες κι όλες
πρόδωσαν το πέταγμα του περιστεριού
αυλή πορεία της ματιάς
χωρίς διέξοδο προδιαγραφής
προς την αθέατη δύναμη
των κατατρεγμένων
προς τις παλάμες
που κτίζουν τη σκέπη του κόσμου.

ΤΟ ΧΡΕΟΣ

Κάθε νύκτα το ίδιο χρέος.
Δικαιώνομαι μες στην αγωνία-μου
φορώ τη φορεσιά του αύριο
ζω καθημερινά το «θαύμα» του καιρού-μου.
Η κραυγή της άρνησης
διαλύει τις ψεύτικες υποσχέσεις
ξίφος στη σάρκα των ενόχων.
Χαράζω συνθήματα με τα νύχια.
Μετά το σκοτάδι
το φως.
Το μακρινό με το κοντινό
συμπίπτουν.
Ξεθωριάζει η θύμηση
έξω από τη σκιά του χρόνου.

ΕΓΩ Η ΠΕΤΡΑ...(2008)

Εγώ η πέτρα
η αχορτάριαστη
κατρακυλώ μες στους αιώνες
ίδια η συνείδηση του ανθρώπου
βουβή κάτω από το νερό
ως την έκταση του φωτός.
Ύστερα έμαθα τη γλώσσα
των ανθρώπων
των πουλιών
και των φυτών
τις αιώνιες λέξεις
των μακρινών προγόνων.
Έγινα ο λυγμός του περιστεριού
ταξίδεψα ανάμεσα στους αστερισμούς
περνώντας από συμπληγάδες.
Εγώ η πέτρα
η πρωτόγονη
επιβίωσα πέραν της υποψίας
του χρόνου
για να φυλάω μέσα μου
τη μνήμη των αιώνων.
Γεννήθηκα σε τούτο το πετροκάραβο
που άραξε εδώ
που σμίγουν οι ανέμοι
στο πέρασμα των άγριων καιρών.
Γεννήθηκα τότε που η θάλασσα
χαμήλωνε κι άφησε πάνω μου
γαντζωμένα όστρακα
να προδίδουν την ηλικία του χρόνου.
Με μόνη συντροφιά μου τη σιωπή
άναψα φωτιά στους πρώτους ναυαγούς
στους πρώτους εξόριστους ναυτικούς.
Έσμιξα με τη ρίζα της ελιάς
και τους έθρεφα με λάδι.
Τρύγησα τ’ αμπέλι
και τους μέθυσα για πρώτη φορά.
Κι ήρθαν έμποροι
να γευτούν τα δώρα τούτα της γης μου
ήρθαν φουσάτα αλλόχθονα
να τ' αρπάξουνε με βία.
Τότε άκουσα το ποδοβολητό τους
κι ανατρίχιασα.
Τότε είδα να στριφογυρίζουν
δρεπανηφόρα άρματα
σε χρυσούς κάμπους
κι αρνήθηκα την υποταγή τους.
Από τότε πέρασαν
αιώνες πολλοί
κι έγινα στων πλουσίων τα δώματα
λαμπρό πετράδι
σε βασιλιάδων διάδημα.
Σύμβολο εξουσίας και ιριδισμών
μεταμόρφωση.
Εγώ η πέτρα
η παντοτινή
αναδύομαι από τα έγκατα της γης
και σκορπώ φωτιά
καίω φλάμπουρα και πανιά
των εχθρών μου.
Κι ύστερα βουλιάζω
μες στο παμπάλαιο νερό
και γίνομαι σκληρό κοφτερό μαχαίρι
στα σπλάχνα των τεράτων.
Εγώ η πέτρα
η αγκωνάρικη
αφουγκράζομαι τους κτύπους
της γης μου.
Φυλάω μέσα μου τη μνήμη
τόσων ταξιδιών του νου.
Κάνω κύκλους στο νερό
μετρώ τις ρυτίδες του χρόνου
αποστραγγίζω τα κοχύλια
προσεύχομαι μέσα στην τεφρότητα
των οριζόντων
να ‘ναι το ξημέρωμα μια φορεσιά γαλήνης.
Εγώ η πέτρα
η πρωτεϊκή
άφησα τους προγόνους μου
σε μακρινούς γαλαξίες.
Ταξιδεύω με την ηχώ
του χρόνου
περνώ μεσ' από τη σιωπή
των αιθέρων
γίνομαι αιώνια γέννηση
του φωτός
καιόμενη βάτος
εύφλεκτη αγρύπνια.
Πλάθω συνεχώς
την ιστορία
κρατώ επτασφράγιστα
μυστικά.
Χύνω κρασί
στα στήθια της θεάς
κι οι θηλές της
στάζουν έρωτα.
Το αγνόσυρτο βήμα της
πάνω στα νοτισμένα βότσαλα
ασημοτρέμει σαν λέπι γοργόνας.
Αγκαλιάζω τα γόνατά της
προσκυνώ την αρχέγονη κοίτη
αγιογραφώ
την ισόβια σπατάλη
την αμβροσία
του σώματος.
Εγώ η πέτρα
η απρόβλεπτη
αγαπώ τα μονοπάτια
που κατεβαίνουν φιδίσια
αγγίζοντας
ακρωτηριασμένα αγάλματα.
Το βλέμμα κατηφορίζει
σαν καλπασμός ανέμου
που φηλαφεί
το μίσχο της αυγής
την ευωδιά της λεβάντας
υφαίνοντας
κρυφούς πόθους
αλλιώτικες ιστορίες
μύθους και θρύλους
για άφθαρτους βωμούς
αιωνόβιων θεών.
Εγώ η πέτρα
η ακατάλυτη
από τότε που υπάρχω
γίνομαι τελεία θαυμαστικού
σε ρίμες αγάπης
λαχτάρα του εραστή
μάτι της μνήμης
νεύρο του ζώου
υδάτινο πέρασμα
μυστηριώδης φωνή
τυλιγμένη στ’ άμφια
της μήτρας
σε κόλπους σκοτεινούς
γαλβανίζοντας τις αισθήσεις
κεντώντας τον ιστό
της φύτρας μου
που θάλλει σαν όρκος.

Η ΠΕΜΠΤΗ ΕΠΟΧΗ (2012)

Η ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ Μ' ΕΝΑ ΚΟΧΥΛΙ

Η σιωπή με φέρνει
σ' εκείνο το ακροθαλάσσι
που κάποτε αγκάλιασα
το δέλτα του σώματος σου.
Ένα γυμνό κοχύλι
ανάσκελα κοιτάζει τη σελήνη
ορθάνοικτο
ροδόχρωμο αιδοίο
να μπαινοβγαίνει μέσα του
ο πάλλευκος αφρός
σαν υδάτινο σπέρμα.
Το ανασηκώνω στα χέρια μου
το ακουμπώ στο αυτί μου
ν' αφουγκραστώ
τα τόσα που έχει να μου πει.
Για πολυτάξιδες γοργόνες
με την ακόρεστη περιέργεια στα χείλη
για νύμφες που χορεύουν ρυθμικά
κτυπώντας όστρακα
να ξορκίσουν άλιους δαίμονες
για μέδουσες που κτενίζουν
τα φιδίσια μαλλιά τους
μπροστά σ' εκτυφλωτικό κάτοπτρο
έτοιμες
να μεταλάβουν το πάθος της σάρκας.
Μικρό γυμνό κοχύλι
γεννήθηκες από μήτρα υγρή
με την αρχέγονη αγωνία
ν' αντιμάχεσαι τον ανελέητο
εναγκαλισμό του ενστίκτου.
Ξεπήδησες από σκοτεινή σπηλιά
και ντύθηκες γαλάζιο φως
για να πορευθείς
ανάμεσα στις ράγες
μιας πέμπτης εποχής.
Μικρό άσπιλο κοχύλι
τίποτα πιο διαυγές
από τα μάτια σου
μαβιά του πόθου ανταύγεια.
Λαμπρό ανάκλιντρο
σε προσμένει
ανάμεσα στ' άλικα κοράλλια
.
Καταδύεσαι
με χείλι τρεμάμενο
ψιθυρίζοντας υμέναιους
στο βάθος της έκστασης.
Υφαίνεις αόρατο δίκτυ
να κρατήσεις
στο διάσελο του στήθους
την ευλογία του έρωτα.
Μικρό ηδονικό κοχύλι
αξιέραστο σαν την Ερατώ
καλοί δαίμονες φυσούν την κόγχη
καλούν κοντά σου
μειλίχια δελφίνια
ιχθυόμορφες θεότητες
να σε συνοδεύσουν
στον όρμο
της μεγάλης σύναξης των κυμάτων.
Η Ψαμάθη θωπεύει την υγρή άμμο
να υποδεκτεί το άμωμό σου σώμα.
Η Σπειώ λαξεύει στους βράχους
νυμφικό κρεβάτι.
Η εύπλοια Αφροδίτη
σε στεφανώνει με πέταλα
από άνθος αστρικό.
Μικρό προμηθεϊκό κοχύλι
με πυρακτωμένη σμίλη
σκαλίζεις στίχους
σε λίθινες δέλτους
να τις μεταφέρουν
εχινόδερμοι ιππόκαμποι
και φτερωτοί Πήγασοι
σε υγρά δώματα
εκεί που κατοικούν
η Χρυσίππη, η Μενίππη και η ίπποθόη.
Στίχοι που γίνονται ευθύς
ρίμες θηλυκωμένες
με σεντεφένιες χορδές
γλυκόλαλης λύρας
που ακουμπά στα στήθια
της Υπερίππης, της Ιππομέδουσας και της Ιππονόης.
Με οπάλλινο καλέμι
εγχαράσσεις σύμβολα
σε νοτισμένη άμμο
για να τ 'αγκιστρώσουν
στα ράμφη τους θαλασσοπούλια
να τα ταξιδέψουν
στο απάνεμο ρείθρο
των μαστών της Ηιόνης
τη ζήλεια σκορπώντας
στην Κυματολήγη και την Κυμώ
την Κυμοδόκη και την Κυμοθόη
που στέλνουν
αφρισμένο κύμα
να τα σβήσει.
Απιθώνω
το καλλίπυγο σώμα σου
ανάμεσα σ' έωλους εραστές
πάνω σε ανάστροφη θυμέλη
να το ζώνουν
αιχμηροί πυράκανθοι
να το τυλίγουν
αποψιλωμένοι θύρσοι
να το κατακλύζουν
λευκές χαίτες κυμάτων.
Μικρό ισόβιο κοχύλι
μια πέμπτη εποχή
σαν έξαρση στο χρώμα του νεφρίτη
διεγείρει την αίσθηση της ηδονής
που εκβάλλει
σε καθαρτήριους κόλπους.
Μια πέμπτη εποχή
σαν λύτρωση
στο χρώμα του σμαραγδιού
ιερουργεί
τη ζώσα ουσία της ηδονής
που εισχωρεί
στο λαβύρινθο της σιωπής.
Ρόδα ακτινωτή
σε τέθριππο άρμα
ακολουθεί την πορεία
της πέμπτης εποχής
ανάμεσα σε υδάτινους βραχίονες.
Αστρικό ανάβρυσμα
κωπηλατεί αέναα
μες στους κόρφους ιερής εστίας
που κυοφορεί το σπέρμα
του αναπόδραστου
ως έσχατη προσδοκία
της κάθαρσης
ως έσχατη προσήλωση
στην αιρετική μου μοίρα.

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

ΝΙΚΟΣ ΚΡΑΝΙΔΙΩΤΗΣ






Σπουδές (1951)



Εικοσιπέντε χρόνων


Σαν άρωμα από γιασεμί λεπτό, που σβήνει
και σμίγει με την αύρα της εσπέρας,
μοιάζει η θλιμμένη μου απόψε ετούτη μνήμη:

Δυο χρυσά μάτια, σα βελούδο χείλη,
κι ωραία καστανά μαλλιά, που ψαύει ο αγέρας,
η μακρινή μου των ’κοσπέντε χρόνων φίλη...

Τα χρόνια τώρα ίσως την έχουνε πια αλλάξει,
κι ίσως τα ωραία μαλλιά να ’γιναν γκρίζα,
και των ματιών της ίσως να ’σβησε πια η λάμψη.

Όμως τις ώρες του καλοκαιριού, μες στην ευδία
της νύχτας, που οι σκιές τη μνήμη αναδιφούνε,

τα εικοσπέντε χρόνια της, εντός μου πάλι ζούνε.





Επιστροφή  (1974)




Χαιρεκράτης Αντιφώντος Σαλαμίνιος



Κάθε πρωί σηκώνω αυτή την πλάκα…
Ψάχνω τις ρόδινες φλέβες της,
αγγίζω τον απαλό κυματισμό της…

«Χαιρεκράτης Αντιφώντος Σαλαμίνιος».

Πιο κάτω,
λίγα σπασμένα βάζα,
υδρίες και αμφορίσκοι
κι ασήμαντα ίχνη οστών…
Ύστερα, ο υγρός νότιος άνεμος

να σβουρίζει* τα χώματα
και να σφυρίζει στα κοιλώματα της πέτρας…

Ένα συνηθισμένο φθινοπωρινό πρωινό
στη βυθισμένη μες στην άμμο Σαλαμίνα…

Πέρα, ο ήλιος ανεβαίνει ατάραχος,
κι οι λιγοστοί διαβάτες
πορεύονται ανύποπτοι
στο ερειπωμένο αρχαίο κοιμητήριο,
σηκώνοντας τη μοίρα εκατόν αιώνων…



  


Μεταμέλεια



Αυτή την κουρασμένη μεταμέλεια
μην την αφήνεις άλλο, αλόγιστα
ν’ αναστατώνει τη μικρή σου ύπαρξη.

Δυνάμωσε τη θαρραλέα σκέψη σου,
και κράτησε ζωηρή την πρώτη ανάμνηση
της τρυφερής αγάπης που δοκίμασες,
και που σε βασανίζει τόσο σήμερα.

Έτσι είναι η ζωή μας: Ευμετάβολη!
Κάποιες στιγμές όμως βαθαίνουν μέσα μας,
χαράζουν ανεξίτηλα τα ίχνη τους, 1
και μάταια προσπαθούμε να τις σβήσουμε.





Γενέθλια πόλη


 III

Μέσ’ από τις ανταποκρίσεις τού Τύπου
διαβάσαμε τη συμπάθεια των άλλων
για την καταστροφή μας.

Ύστερα σχίσαμε τις εφημερίδες
και τεμαχίστηκε η συμπάθεια.

Ποιος θα πάρει τα ράκη του Ιώβ
να ντύσει την υπομονή μας;

Ποιος θα σαλπίσει τη σάλπιγγα του χρέους
να πέσουν τα τείχη της Ιεριχούς;



Το τραγούδι της Μαριάννας


Μαριάννα!
Έξω σταμάτησε η βροχή
κι η ευδία άνοιξε τους γαλάζιους ουρανούς
πάνω απ’ την κόκκινη στέγη σου.

Το φεγγάρι κατεβαίνει μ’ ασημένιες κλωστές
στο ανοιχτό παραθύρι σου,
και δυο λαμπρά αστεράκια
αντιφεγγίζουν τη λάμψη τους στα μεγάλα σου μάτια.

Στον κήπο σου φύτρωσαν δυο ανθισμένες λεμονιές
και μια κερασιά αναδεύει τους καρπούς της στα χείλια σου.

Το Φθινόπωρο σού φέρνει καινούρια μηνύματα.
Όμως, μη στέκεις στο κατώφλι της αγωνίας
με τα δυο σου μάτια να κοιτάν ανυπόμονα
την προσδοκία της αυγής.

Κι η μέρα αυτή θα ξημερώσει για σένα,
θα ξημερώσει με χρυσούς ήλιους στα μαλλιά σου,
κι η πλήξη του κατεστημένου
θα φύγει στην άκρη του σύννεφου
που ετοιμάζεται να διαβεί τη γαλάζια θάλασσα.

Είσαι μια ερωτική παρουσία
στον ανθισμένο κάμπο της γνώσης.
Είσαι μια σοφή ανάταση
στον γαλάζιο ουρανό της ελπίδας.

Μαριάννα!
Έξω σταμάτησε η βροχή,
και μόνο τα μάτια σου
στάζουν ψιχαλιστά ακόμη την αγάπη.


  


Η ευγενής δέσποινα Μαρία Μανουήλ Ξηρού



Εν έτει σωτηρίω χίλια τριακόσια πενήντα έξι
απεδήμησεν εις Κύριον, εις ηλικίαν δεκαεπτά ετών,
η ευγενής δέσποινα
Μαρία Μανουήλ Ξηρού.

Οι ευσεβείς γονείς της αφιέρωσαν εις μνήμην της
εικόνισμα του Παντοκράτορος
στον ιερό ναό της Παναγίας Χρυσαλινιώτισσας.

Ενδεδυμένοι την στολήν του κοντοσταύλη
κρατάνε, κάτωθεν του Παντοκράτορος,
το εκπάγλου καλλονής ομοίωμα της Μαρίας.

Σήμερα, ύστερα από εφτακόσια χρόνια,
ξυπνάει άφθαρτη απ’ τον τάφο η ομορφιά της,
και διαπερνά,
σαν αστραπή σε ώρα καταιγίδας,
τη σκέψη εκείνων που αντικρίζουν, στο σεπτό εικόνισμα,
το νεκρικό, κι όμως αείζωο  ομοίωμα της κόρης.





Πορεία στο χρόνο, 1991

 

 Πανσέληνος στην Κερύνεια


Απλώνει η πανσέληνος τ' ασήμι της στη θάλασσα
Στέλλει μαργαριτάρια στους γυμνούς ώμους
και λάμψη αθάνατη
στα μάτια της μικρής αγαπημένης.

Χιλιάδες οστρακόδερμα
βγαίνουνε θαρρετά στο φως
να βάψουνε το κέλυφος τους ασημί,
να θησαυρίσουν στα κογχύλια τους
τον ήχο της εσπέρας.

Ο αέρας σελαγίζει το τρόπαιο της νύχτας,
κι η νοτισμένη σιωπή σκορπά το μύρο της
στους κοιμισμένους κήπους.

Τούτες οι μνήμες με πληγώνουν.
Κι όμως, ποτέ δεν θέλω να μ' αφήσουν.

Κάπου εκεί,
πίσω απ' το σκλαβωμένο Πενταδάχτυλο
είναι δεμένο,
κόμπος αξεδιάλυτος,
το νήμα της ζωής μου.



Η Κοιλάδα του ήλιου  1993



Η ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΗ  ΝΑΥΣ ΤΗΣ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ


Φωνή της θάλασσας,
φωνή του περασμένου καιρού
ακούστηκε.

Καράβι που σε φύλαξε το κύμα
στον κόλπο πολυφίλητου νησιού,
μήνυμα αρχαίο του κόσμου των Κυκλάδων!
Αναδύεται ακόμη άρωμα διονυσιακό
από τους άθικτους κρατήρες τ’ αμπαριού σου,
στα βάθη του ωκεανού.

Οι ναύτες σου, που δεν κοιμήθηκαν
αιώνες τώρα, βγαίνουν τα βράδια
με τ’ άστρα, την πανσέληνο,
και σεργιανάνε στα σοκάκια της Κερύνειας.
Κάθονται κάτω στο λιμάνι,
πίνουν κρασί, μιλάνε Ελληνικά,
γελάνε και αστειεύονται με το φεγγάρι,
σαν να μην έχει μεσολαβήσει τίποτε από τότε,
αίμα , φωτιά, μαχαίρι, αφανισμός,
σαν να ‘ναι όλα, όπως ήταν χρόνια πριν, ειρηνικά,
με τους παλιούς Θεούς,
με τον Αρχάγγελο ύστερα ν’ ανοίγει τα φτερά του
χρυσός αετός,
πάνω από τον περίκαλλο ναό,
την Παναγία τη Χρυσοπολίτισσα
να περπατάει με τα γιορτινά της
στους δρόμους του Δεκαπενταύγουστου,
και να ‘ναι όλοι μαζωμένοι, μια αρμαθιά, νεκροί και ζωντανοί.

Πώς έγινε Θεέ μου, αυτό το θαύμα!
Ύμνε Ελληνικέ, γεμάτε φως,
ντύσου τον ήλιο της Ανατολής,
έλα να διαλύσεις τ’ άγρια σύννεφα,
τη λύτρωση να φέρεις στη μικρή πόλη μας,
και ν’ αποδώσεις λεύτερο στο πέλαγο
το σκλαβωμένο, μες στο κάστρο, αρχαίο καράβι.



















Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ






Πεπραγμένα (1980)






ΕΠΑΓΓΕΛΙΑ


Στο χάσμα του βράχου στενάζει ό άνεμος
Μέσα στις ρίζες στενάζει και στους κλώνους των δέντρων.
Τα θηρία ωρύονται
Άλαλα τα ορυκτά μένουν.

Γυμνός
Μέσα στην παγωνιά και το σκοτάδι
Ψηλάφησα το σκοτάδι
Ψηλάφησα το σκοτάδι επάνω στο σώμα της αγαπημένης
Και η νύχτα γέμισε άστρα.

Τότε σηκωθήκαμε από το κατώφλι
Και είπα•
Ιδού εγώ, Κύριε, το πρώτο θαύμα.




ΕΡΩΤΑΣ


Ο έρωτας είναι ένα μαρτύριο κι ένας καημός πού δεν αναπνέει
Πυρπολεί την ψυχή μας και τη γεμίζει με στάχτες.
Δέντρο που φλέγει και κατατρώγει την κόκκινη ομορφιά του
Μέσα στο καλοκαίρι.
Η νύχτα ξεφορτώνει την οδύνη της πάνω στο μέτωπο μας.
Ο ύπνος ετοιμάζει τραγικά προσωπεία πού θα φορέσουν τα όνειρα.
Μας ξεφεύγει ο σπάγκος
Κι ο χαρταετός μας
Άθυρμα στη συνομιλία των ανέμων.

Στα χέρια μας στάχτες, στο κορμί μας αιθάλη.
Κι όμως πρέπει ν’  αντέξουμε να δούμε το φεγγάρι.
Απόψε ό κύκλος του τριακοσίων εξήκοντα μοιρών.

Ένα ζευγάρι ερωτευμένων με το κεφάλι μέσα στο Γαλαξία
Εγκάθειρκτοι στη φυλακή των χεριών τους
Περιφρονούν τις στιγμές και μιλούν για αιώνες
Κι όμως η άλλη μέρα τους τοποθετεί σε χωριστούς δρόμους.

Το φεγγάρι ανεβαίνει τις σκάλες τ ουρανού.
Ανάβει στον μικρό σκαντζόχοιρο το μονοπάτι.
Χορδίζει τα τριζόνια.
Θα μας σκεπάσει με σεντόνια
Που στάζουν αρμύρα και γαλάζιο
Και θ’  αγρυπνήσει στο στρώμα μας.



Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ


Όταν επιτέλους κλείσουν τα μάτια των αγγέλων
Και οι φλόγες της ρομφαίας κοιμηθούν
Ο ποιητής που σ’ όλο τούτο το διάστημα άγρυπνα
Ντύνεται τη στολή του κλέφτη.
Δρασκελά το κατώφλι
Και επιδίδεται στο δυσχερές
Και ανόσιο έργο του.
Επιστρέφει όμως
Την όραση έχοντας εμπλουτισμένη  
Από το σχήμα και το χρώμα των πραγμάτων.
Ευδαίμων μέσα στην άβυσσο της αγνωσίας του
Χαμογελά
Καθώς μια καλή οικοδέσποινα
Πού στιλβώνει ένα χάλκινο σκεύος.



Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΤΟΥ ΑΙ-ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ


Ό έμπορος μέτρησε τα αργύρια του για τελευταία φορά
Χαμήλωσε το φως
Και ξάπλωσε στο στρώμα του
Με τη βεβαιότητα πώς καλά πηγαίνουν όλα.

Η χήρα βασανίστηκε για ώρες
Διπλώνοντας και ξαναδιπλώνοντας τα φτερά της
Ώσπου να γίνουν δυο μικρές καμπύλες στην άκρη των χειλιών της
Και στην αμεριμνησία δόθηκε του ύπνου.

Το μέτωπο του Άγιου σαράντα φορές μύρισε χώμα
Και μέσ' από τις λάσπες περπατώντας
Προς τη βρεμένη του στρωμνή επορεύθη.
Μα πριν τον πάρει ο ύπνος
Εξύπνησεν ο νους του
Κι απάνω από την άβυσσο που βάθαινε μπροστά του
Ιλιγγιά
Ζαλίζεται
Και φρίττει.
Και μελετά αυτό το σταμάτημα του τροχού
Αυτή την παρέμβαση μέσα στην αέναη κίνηση
Που η δύναμη της αδυναμίας του υπερέβη.
Και άγρυπνα και δέεται στον Κύριο και Θεό του
Τον Κύριο των ανθρώπων, τον Κύριο των φιδιών.



ΤΟΠΙΟ ΠΟΛΕΜΟΥ


Περίλυπος και πάλιν ο Αβραάμ.
Μαχαίρια μπήγονται μέσα στην καρδιά του
Για τα τέκνα της Σάρρας και τα τέκνα της Άγαρ.
Το αίσθημα του βέβαια στη στεφανωτική συμβία είναι δοσμένο.
Όμως κάποια συγκίνηση δεν διαπέρασε μάταια τα μέλη του
Καθώς κρατούσε στη φούχτα του το δροσερό κλωνάρι.
Στα βάθη της ψυχής του βρήκε κρυφό μέρος.

Τόσα πρόβατα, τόσα βόδια, τόσες γκαμήλες
Ασήμι και χρυσάφι,
Από την Ανατολή ως τη Δύση δικός τους ο κάμπος.
Τί γυρεύουν;
Ο τροχός δεν μπορεί να γυρίσει
Προς τα πίσω ούτε μια ώρα
Και πώς θα γυρίσει εφτά μέρες;

Ατάραχος μονάχα προβάλλει στον ορίζοντα ο Κύριος.
Πορεύεται μέσ' από τους καπνούς
Και τα ιμάτια του είναι πιο λευκά κι από το χιόνι.
Περνά μέσ’   από τις γλώσσες της φωτιάς
Κι απάνω στα μαλλιά του και στα γένια του
Αύρα δροσοβόλος κατεβαίνει.
Έρχεται από την άβυσσο και στην άβυσσο επιστρέφει.
Μες στα σαγόνια της τα ολάνοιχτα αποθέτει
Πεποικιλμένο μαξιλάρι
Χρυσή κλωστή που τραγουδάει
Τον ήλιο, το φεγγάρι και τ αστέρια
Κι επάνω του ακουμπά το γαλήνιο του κεφάλι
Και κοιμάται.



ΠΑΙΓΝΙΔΙΑ


Αυτό το γελαστό ανθρωπάριο μέ τον κόκκινο σκούφο
Τα πράσινα χέρια και τα πράσινα πόδια
Με τα ωραία χρωματιστά φορέματά του
Δεν θα μπορέσει άλλη φορά να κουνήσει σπασμωδικά τα μέλη
Όσο κι αν τραβήξεις το σπάγκο.

Δεν μπόρεσε να ξεφύγει την κοινή μοίρα.
Η μοίρα των παιγνιδιών είναι η φθορά και η εξαφάνιση.
Πόσα λίγα παιγνίδια επιζούν και πώς επιζούν!
Ένα ξύλινο άλογο μέ τρία πόδια
Ένας τροχός από ένα τραίνο
Μια κούκλα χωρίς μαλλιά και μάτια.
Όλος ο κόσμος της ζωής σε μια μικρογραφία
Ξεθωριασμένος, ακρωτηριασμένος και καραβοτσακισμένος.

Κι ακόμη είναι η μοίρα των παιγνιδιών να μη επιδιορθώνονται.
Αν επιδιορθώσεις το χέρι σπάζει σε λίγο το πόδι
Επιδιορθώνεις το φουγάρο του πλοίου
Και ξηλώνεται η καρίνα.
Κι αν αγοράσεις καινούριο είναι το μέγα λάθος.
Το νέο αντικείμενο στέκεται σαν ένας παρείσακτος
Πού περιμένεις ώρα την ώρα να φύγει από το σπίτι σου
Και δεν φεύγει, και δεν υπάρχει ελπίδα γνωριμίας.
Η παλιά μνήμη επεμβαίνει
Φριχτή πληγή από μαχαίρι ακονισμένο.





ΑΛΛΟΙΩΣΙΣ


Τα έργα τα ωραία και τα μεγάλα
Κυοφορούνται μες στα σπλάχνα της σιωπής.
Ίσως γι’ αυτό κι άκρα σιωπή σ' αυτή την κώχη
Βασιλεύει, που ο φόβος και η αγάπη των ανθρώπων
Μ' ευφημιστικά και με άλλα μεταφορικά ονόματα
Διακρίνει: κοιμητήρι, χωραφάκι ή κηπάριο του Θεού.
Ίσως ακόμη και γι’ αυτό το φως της κουκουβάγιας κάθε τόσο
Ξεσκίζοντας τούς μαύρους πέπλους της νυχτός
Υπενθυμίζει: «Μη ενοχλείτε τούς εργαζομένους.»




ΑΝΟΙΞΗ


Η ξερολιθιά στον τόπο μας ανθοφορεί την άνοιξη
Και τραγουδά με χίλια χρώματα.
Το φίδι προβάλλει το κεφάλι
Αναδιπλώνει τη φρίκη της μελανής ομορφιάς του
Και κάθε τόσο αλλάζει το πουκάμισο του
Καθώς γίνεται βαρύ από το φορτίο των αρωμάτων.
Η ανεμώνη με σοφία επιμηκύνει το λιγνό στέλεχος της
Βρίσκει το δρόμο της μες από το λαβύρινθο του
ακανθώδους θάμνου
Και διαστέλλει τα πέταλά της στον γλυκό αγέρα της ζωής.

Και συλλογίζομαι αν θα μπορέσουμε κι εμείς
Να βρούμε τον δικό μας δρόμο
Μες  από τον σκοτεινό λαβύρινθο της αιχμαλωσίας μας
Χτισμένο με τόση μαστοριά και ακανθώδη τέλια
Συλλογίζομαι αν θα μπορέσουμε καμιά φορά
Να σηκωθούμε πιο ψηλά από το χώμα

Και να χαιρετίσουμε την ανατολή της άνοιξης. 



Εικόνες  (1998)


ΟΙ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ


                                          Στον Φοίβο Σταυρίδη

Α’

Γελούν όσοι δεν άκουσαν την ηχώ
Των σταθερών βημάτων. Μα ποιός θ’ ακούσει
Μέσα στην ταραχή και τις φωνές του κόσμου;
Ασθμαίνουμε για ν’ αυξήσουμε την αγάπη μας
Για ό,τι θηρεύει η αίσθηση κι αιχμαλωτίζει.
Και η ψυχή συντετριμμένη σαν κοχύλια πάνω στα λάφυρά μας,
Που η θάλασσα στο τέλος, με ακατάπαυστη κίνηση ελαφρύνει
Και στην άμμο εναποθέτει.
Ἢ το ενισχυμένο χέρι άλλες φορές
Με στρίψιμο επιδέξιο
Αποσπά μ’ ευκολία από το βράχο.
Είδα τον καπετάνιο να γελά
Με την πίπα του στο στόμα να καπνίζει
Ενώ το καράβι του βούλιαζε.
Γελούν ακόμα γιατί δεν έχουν κατεβεί
Σκαλί σκαλί τη σκάλα
Και δεν λεηλατήθηκε η ακοή τους
Από τα σκουριασμένα σιδερικά καθώς χτυπούσαν
Σε σιδερικά. Δεν έχουν ακούσει τα κλειδιά
Να γυρίζουν δυο και τρεις φορές στις κλειδαριές.
Κι εκείνες τις φωνές του πόνου να μαυρίζουν
Μέσα στις απέραντες κάμαρες το σκότος
Δεν άκουσαν.
Αν ξέραμε
Ίσως πάνω στα χείλη μας θ’ άνθιζε
Ένα πικρό μικρό χαμόγελο μονάχα
Όπως αυτό που βλέπεις στο πρόσωπο των αγαλμάτων
Γραμμένο από τους Έλληνες τεχνίτες
Τον καιρό που ερωτεύονταν τις πέτρες.



Μνήμη


Όταν ήμαστε παιδιά μάς έλεγαν πως πρέπει να σιωπούμε
Για να μπορούν ν’ ακούονται οι μεγάλοι
Που συζητούν για υποθέσεις σοβαρές.

Μας έλεγαν να μη μιλούμε στο τηλέφωνο
Γιατί δεν είναι το τηλέφωνο παιχνίδι για παιδιά·
Είναι κι αυτό αναγκαίο για τους μεγάλους
Και μάλιστα για πράγματα ουσιώδη.

Και άλλα πολλά μας έλεγαν
Που εστένευαν την απεραντοσύνη του κόσμου.
Ο λυγμός κατέβαζε τα βλέφαρα βαριά
Ενώ ο ύπνος στέγνωνε στο μάγουλο μια βούλα από δάκρυα.

Μιλήσαμε τέλος στο τηλέφωνο όταν μάθαμε τα περί ήχου·
Ότι δηλαδή ο ουρανός είναι μια άλλη θάλασσα
Με κύματα που σπάζουν ή που σβήνουν κι αυτά στην ακοή.
Μιλήσαμε όταν στην άλλη άκρη της γραμμής
Δεν μπορούσε να είναι ούτε ο λύκος
Ούτε η αρκούδα, ούτε ο πρίγκιπας
Ούτε ο Αϊ-Βασίλης με το μυροβόλο ραβδί
Και τα περδίκια αγαπημένα με τα λευκά περιστέρια
Να σμίγουν τους κελαηδισμούς τους.

Τώρα που μάθαμε τι λέγουν οι μεγάλοι
Αφού γίναμε κι εμείς μεγάλοι πια,
Καταλάβαμε ακόμα και γιατί δεν μπορεί ο κόσμος
Να ησυχάσει μια στιγμή.
Και είναι τώρα πράγματι η ώρα για να κλαις




  



ΕΞΗΓΗΤΗΣ ΕΝΥΠΝΙΩΝ


Όταν κοίταξες τον ουρανό
Τ’ αστέρια σου φάνηκαν
Αιχμές από πυρφόρα βέλη
Που κατευθύνονταν με στόχο την καρδιά σου.
Γι’ αυτό φοβάσαι το σκοτάδι.
Κι’  όμως μονάχα μια διάτρητη καρδιά
Μπορεί να γεμίσει από αγάπη.





ΚΡΥΦΗ ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΗ


Φώτης Κόντογλου ο Κυδωνιεὺς
Άριστος τεχνίτης του λόγου κατά τους ζωγράφους
αλλ’ όχι και ζωγράφος
Εξαίσιος ζωγράφος κατά τους τεχνίτες του λόγου
ἀλλ’ όχι και τεχνίτης του λόγου
Οπωσδήποτε όμως οχληρός και για τις δυο τάξεις
Ήταν ο ελάχιστος αδελφός
Που το μέγεθος της αγάπης του για το κύριο αλλά
και το ουτιδανό
Έφερνε σε αμηχανία αυτούς που έχουν τη μανία
Να διαιρούν και να ταξινομούν.

Γιατί εκτός από όλα αυτά τα παρεμφερή
Πάνοπλος με όλα τα σύνεργα της κηπευτικής
Έπαιρνε τους ερημικούς λοφίσκους της Αττικής
Και φρόντιζε τα πυρίπνοα και ποικιλόχρωμά τους άνθη.
Ήταν φορές που άνοιγε μονοπάτια για εύκολη πρόσβαση
Ἢ με την παλάμη του έκοβε το κρύο, τον άνεμο, τη ζέστη,
Παραμέριζε τους ακανθώδεις θάμνους και άνοιγε
Χαραμάδες μυστικές για τη σαύρα, την αράχνη
Το χελιδόνι, τη μέλισσα και τ’ άλλα.

«Άνθρωποι και κτήνη
Ζουζούνια και μαμούνια
Κι όλα τα φτερωτά·
Αγγέλοι κι αρχαγγέλοι.»

Μιλά για κάτι ρημοκλήσια ξεχασμένα
Καταφυγή για καθετί  που υπάρχει κι αναπνέει
Ραντίδα γλυκασμού στην άνυδρη τη γη και την ψυχή μας.


  




ΕΡΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Τον αγάπησε γιατί είχε μαύρα μάτια
Και τα μάτια του πέταγαν σπίθες.
Την αγάπησε γιατί μια πλεξούδα χρυσή των μαλλιών της
Κυμάτιζε πάνω στο μέτωπό της.
Σμίξανε τα βήματά τους
Σμίξανε τις ψυχές και τα σώματα.
Μια πυρκαγιά τότε φούντωσε
Που δεν μπορούσε να σβήσει
Παρά μονάχα στη στάκτη.
Τί ωραία όμως που έτρεχαν οι φλόγες κατά μήκος
του ουρανού.
Τί ωραία που λαφυραγωγούσαν το σκοτάδι.






ΤΟ ΣΑΛΙΓΚΑΡΙ



Από το σπίτι μου πέταξα τα πάντα
Όσα στην ευτυχή έκβαση του ταξιδιού μου δεν συμβάλλουν
Κι από το σώμα μου κράτησα τη γύμνωσή μου μόνο.

Αυτά που λέγονται για μας μην τα πιστεύεις
Πως μας καίγουν κι εμείς τραγουδούμε 5
Κι όλα τα άλλα τα ψευδή και τα εμπαθή.
Κατάκτησα το ύψος μου πολεμώντας νύχτα και μέρα
Κατάκτησα το ύψος μου μετρώντας τη διαδρομή μου
Με το μέγεθός μου.
Γιατί βέβαια θα το ξέρεις 10
Πως ο δικός σας κόσμος είναι το σκοτάδι
Και πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός
Σ’ όλες του τις κινήσεις
Ενώ η περιπέτεια η δική μου μια συνεχής αποταμίευση φωτός.

Κι όμως όση προσοχή και σύνεση κι αν καταβάλλω 15
Έκθετο είμαι σ’ όλους τους κινδύνους
Και τίποτα άλλο δεν προβάλλω
Παρά την ελικοειδή σιωπή μου κι αναμένω
Μέσα στο χέρι το μεγάλο του Θεού.
Η φτέρνα σου βέβαια γνωρίζει 20
Τον άδειο ήχο της εύθραυστης βασιλείας μου.








Το Σπίτι  (2002)







«























α’


Οι πόρτες σπασμένες και τα παράθυρα σχισμένα
Χαλαρά τα φατνώματα έτοιμα να πέσουν
Κι από τους τοίχους οι ασβέστες ραγισμένοι
Σωριάζονται στο πάτωμα με κρότο κάθε τόσο.
Το σχήμα και το χρώμα του αλλάζει
Όπως η λάμψη ενός νομίσματος που έρχεται κοντά σου
Ταξιδεύοντας σε ποταμούς χεριών για χρόνια,
Και δεν υπάρχει νόμος
Να προστατεύσει αυτό το σπίτι
Ως οικοδόμημα ιδιαιτέρου και εξαισίου κάλλους
Μιας εποχής που φεύγει
Και να κριθεί διατηρητέον.
Οι χαραμάδες ανοίγουνε τη θέα
Με κάποια αδιαφορία αποκαλύπτοντας
Αυτό που τόσα χρόνια μ’ επιμέλεια και φροντίδα
Κρατούσε στο εσωτερικό του μυστικό
Και το περίεργο μάτι μ’ ενδιαφέρον προσπαθούσε
να ερευνήσει.
Και τώρα που ο ήλιος χαμηλώνει στον ορίζοντα
Και η σκιά μου επιμηκύνεται και ξεπερνά το ανάστημά μου
Σχεδόν εκμηδενίζοντας την ύπαρξή μου
Φοβούμαι μήπως κι η αθέατη ομορφιά του κινδυνεύει
Γιατί το κάθε ωραίο που υπάρχει χρειάζεται
το στήριγμά του
Όπως το άγαλμα χρειάζεται το βάθρο του
Όπως το ρόδο την ισχύ του κάλυκος του.



 β΄

Το πότε χτίστηκε το σπίτι δεν μπορώ να το ξέρω.
Η χρονολογία στο υπέρθυρο φθαρμένη
Και σε γλώσσα ίσως ακατάληπτη.

Ξέρω μονάχα πως τα θεμέλιά του
Είναι στρώματα από κόκκαλο
Αγίων, πορνών, καλλιμαρτύρων, ηρώων και φαύλων,
Στρώματα από κόκκαλο
Ψαριών και άλλων εναλίων ζώων
Όστρακα αγγείων και ονείρων
Μαζί με αίμα πολύ που έπηξαν και έγιναν ένα.
Γιατί ποταμοί παπαρούνες
Χύνονται από τις γύρω πλαγιές
Διαρρέουν τον κάμπο
Και το πολιορκούν στα στενά με τον ερχομό της ανοίξεως.

Οι άνεμοι και η θάλασσα
Αφρίζουν, φυσούν, αλλά το σεβάζονται.
Και το μαύρο σύγνεφο που τη στέγη του απειλεί
Τα χελιδόνια το ξεσχίζουν με το ράμφος σε λωρίδες
Και με θριάμβου αλαλαγμούς τις διαλύουν
Μέσα στο γαλάζιο του ουρανού.
Το σπίτι δεν είναι παρά ένας εξώστης
Λίγο πιο πάνω από τη γη
Λίγο πιο πάνω από τα κύματα
Διαρκώς αιωρούμενος.
Και μέσα στον καύσωνα, σχεδόν πάντα,
Ο Δυτικός άνεμος έρχεται κινώντας αργά
τις πτέρυγές του,
Σαλεύει τις κουρτίνες των δωματίων
Σαλεύει τα γιασεμιά,
Τα κόβει
Και στολίζει το καιόμενο μέτωπο των ενοίκων.


η’

Τότε καθώς περνούσε ο καιρός
Συνέβη κοιτάζοντας τη μεγάλη λιτανεία να πορεύεται
Κάτι παράδοξο.
Ήταν σαν να έβλεπα απέναντί μου σε καθρέπτη
Το είδωλο μου.
Τον ίδιο τον εαυτό μου
Να παίρνει τη μορφή όλων αυτών
που ανεβαίναν και κατεβαίναν τις σκάλες.
Η κτίση έλαμψε
Σαν το άστρο που βγαίνει δροσερό από τη θάλασσα
Ο τρόμος και η φρίκη παραμέρισαν
Και περνά με τα λευκά της ιμάτια
Όλη φως
Όλη μουσική
Η ζωή, η ωραία κι αγαπημένη.