Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

ΤΟΥΛΑ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΗ


Η Τούλα Χατζηκωστή είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημιου Αθηνών και εργάστηκε ως φιλόλογος στη μέση εκπάιδευση της Κύπρου.

Στο αφήγημα "Ένας κόσμος που χάθηκε" η συγγραφέας μέσα από προσωπικά βιώματα, διηγήσεις παππούδων, συγγενών και άλλων, ζωντανεύει το κόσμο της Κύπρου, στη κωμόπολη Μόρφου που έζησε, από τις αρχές του περασμένου αιώνα μέχρι το 1974.


ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ 

(Εκδόσεις Γερμανός 2018)


Γλυκόπικρες αναμνήσεις από τη Κύπρο του χτες

(Αποσπάσματα)

              ΑΦΙΞΗ ΣΤΗ ΜΟΡΦΟΥ

ΗΤΑΝ ΑΠΟΓΕΥΜΑ, όταν έφτασε το μεγάλο φορτηγό αυτοκίνητο στην είσοδο της Κωμόπολης Μόρφου. Στο πίσω μέρος και στην οροφή του φορτηγού ντουλάπες, καρέκλες, αρμαρόλες, μπαούλα με ρούχα, και μπροστά εμείς, τα τρία παιδιά, μικρά, με τους γονείς και τον σκύλο μας που άκουγε στο όνομα «Λέων». Φάνταξε δεξιά το Γυμνάσιο που χτίστηκε με τη δωρεά του Καμιντζή. Πετρόκτιστο, με κολόνες από πέτρα κίτρινη πελεκητή. Δύο λεπτά αργότερα πρόβαλαν οι γραμμές του τρένου που διέσχιζαν κάθετα τον δρόμο. Πρώτη φορά στη ζωή μου θα ’βλεπα ένα πραγματικό τρένο και περίμενα με αγωνία να δω αν θα έμοιαζε με Το τρένο που δεν σταματούσε, το πρώτο μου «λογοτεχνικό βιβλίο». Το τρένο αυτό, το πραγματικό, σταματούσε στη Μόρφου και έπαιρνε εμπορεύματα για το λιμάνι της Αμμόχωστου μαζί και τους λιγοστούς επιβάτες με τις μαύρες βράκες, τα μπαστούνια και τα τσεμπέρια με τα κρόσσια. Δεν περνούσε εκείνη την ώρα το τρένο, περιεργαστήκαμε απλώς τις γραμμές δεξιά κι αριστερά και τον σταθμό, ένα μικρό πετρόκτιστο σπίτι.

0 οδηγός του φορτηγού ζούληξε την μπουρού, τη λαστιχένια, που ’μοιάζε με βυζί κατσίκας, και συνεχίσαμε τη διαδρομή μας προς το κέντρο της πόλης. Μπροστά μου ξεπρόβαλε ένας άλλος κόσμος: σπίτια μεγάλα αρχοντικά με ψηλές βεράντες, περβόλια καταπράσινα με μυρωδιές, λουλούδια και νερά. Η Μόρφου φαινόταν μια καλοφτιαγμένη πόλη, με δείγματα ενός νέου πολιτισμού. Ήταν ένας κόσμος εντελώς διαφορετικός από κείνον που ’χα γνωρίσει στην Επτακώμη, το χωριό στο οποίο ο πατέρας μου ήταν διορισμένος δάσκαλος για δύο χρόνια.

       ΤΟ ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ

MIA ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΣΥΚΙΑ έπεφτε πάνω από το μεσότοιχο στην αυλή μας. Ήταν από το διπλανό κτίριο, το «Πανδοχείο Ευτυχίας Καττιρτζιήγιαννη». Η Ευτυχία ήταν μια στητή γριά, χοντρόφωνη, δυναμική, που ζούσε μαζί με την αδελφή της, την Ελεγκού, στο ισόγειο κάτω από το Πανδοχείο. Πανύψηλο, κάθετο, με μικρά παραθυράκια, το πλίνθινο κτίριο, που ήταν σχεδόν κολλητό στο σπίτι μας, φάνταζε σαν απόρθητο φρούριο.
Πάντα είχα την περιέργεια να μπω σε ένα από τα έξι δωμάτιά του, μα πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να πραγματοποιήσω την επιθυμία μου, γιατί η μητέρα μού απαγόρευε ρητά ν’ ανέβω εκεί πάνω, για λόγους ανεξήγητους στο παιδικό μου μυαλό.
Πέζευαν στο Πανδοχείο έμποροι από χωριά μακρινά που έρχονταν με τις άμαξες και τα γαϊδούρια, για ν’ αγοράσουν και να πουλήσουν τα προϊόντα τους στη δημοτική αγορά της Μόρφου. Κι η Ευτυχού με τη χοντρή της φωνή και το μπαστούνι της ήταν ο άρχοντας του τόπου, διάταζε, διαφέντευε και όλοι στη γειτονιά μικροί και μεγάλοι τη φοβόντουσαν.
Διηγόταν ιστορίες για τον πατέρα της τον Καττιρτζιήγιαννη και μας έδειχνε φωτογραφίες του λεβεντόγερου με τα μουστάκια και τις βράκες. Η αδελφή της η Ελεγκού ζούσε με τον καημό των «ξενιτεμένων» της παιδιών, που έμελλε να τιμήσουν και αυτήν και την πόλη τους, αφού ο γιος της, ο Λουκής Ακρίτας, διατέλεσε υφυπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Γεώργιου Παπανδρέου.
«0 γιος μου, ο Λουκής, έγινε υπουργός στην Αθήνα.Ήξερα εγώ ότι ο γιος μου εννά διαπρέψει μιαν ημέραν, γιατί ήταν νούσιμος τζιαί μελετηρός Ούλλη μέρα ο νους του ήταν στα βιβλία έλεγε η γιαγιά η Ελεγκού.


       Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΑΣ

Κάθε Σάββατο πρωί οι Μορφίτισσες άνοιγαν τις πόρτες τους διάπλατα και με τα λάστιχα του νερού στο χέρι έκαναν γενική καθαριότητα στα σπίτια, τις αυλές, πότιζαν τα φτερίκια, τα κοράλλια, τις λογής πρασινάδες, καθάριζαν σχολαστικά τους δρόμους μπροστά στα σπίτια. Εμείς χύναμε πολύ νερό στην έξω βεράντα και μετά τη σφουγγαρίζαμε μέχρι να γυαλίσουν τα πλακάκια.

……

Απέναντι από το σπίτι μας υπήρχε το φουρνάδικο του Παναγιώτη Κυνηγού. Πολύ αδύνατος, σκυφτός από τους κόπους, ο Παναγιώτης ξυπνούσε από τα μεσάνυχτα, για να ετοιμάσει τα ψωμιά να ’ρθουν το πρωί οι πελάτες να τα πάρουν ζεστά. Η Κοραλία, η γυναίκα του, άξια νοικοκυρά, βοηθούσε στον φούρνο και μεγάλωνε τα πέντε τους παιδιά. Οι κόρες τους είχαν περί-
που την ίδια ηλικία με μας και γίναμε πολύ καλές φίλες. Κάθε απόγευμα παίζαμε κρυφτό στην αυλή μας και κουμέρες με κούκλες που έφτιαχνε η μητέρα μου από αποκόμματα της ραπτικής της - τις γέμιζε βαμβάκι και τους έβαζε μαλλιά από καφέ ή μαύρο μαλλί, το οποίο έπλεκε σε πλεξούδες. Φτιάχναμε φαγητά για τις κούκλες μας με πηλό και χρησιμοποιούσαμε για
κατσαρόλες κουτιά από κονσέρβες.
Τα παιγνίδια μας διέκοπτε καθημερινά μια ευχάριστη φωνή: «Παγωτόοο, του τριανταφύλλου, του γαλάτου, παγωτόοο!».
Ήταν ο Νιόνιος, ο παγωτατζής που διαλαλούσε στις γειτονιές με τη μονότονή του φωνή. Στο άκουσμά του τρέχαμε να τον προλάβουμε, γιατί με το ποδήλατό του δεν μπορούσε να περιμένει για πολύ. Το μυρωδάτο παγωτό ήταν μια μεγάλη απόλαυση. Εξάλλου εκεί γύρω από τον Νιόνιο μαζευόμαστε όλα τα παιδιά της γειτονιάς και μιλούσαμε με τις ώρες.
Άλλος τύπος που ξεσήκωνε την πόλη με τις φωνές του ήταν ο Ραγιάς ο ντελάλης, που με τη βαριά συρτή του φωνή γύριζε τις γειτονιές άλλοτε, για να μας πληροφορήσει για κάτι που θα συνέβαινε την επομένη μέρα και άλλοτε, για να πουλήσει φρέσκα ψάρια περασμένα σε κλωστές. Η μητέρα έτρεχε κι αγόραζε «μια κλωστή ψάρια» (περίπου μισό κιλό) που ήταν μία σπάνια πολυτέλεια τα χρόνια εκείνα.
Λίγο πιο κάτω από το σπίτι μας ορθωνόταν το πέτρινο αρχοντικό της οικογένειας Δημητριάδη. Η Δημητριάδαινα, όπως τη λέγαμε, ήταν κουμπάρα της γιαγιάς μας και την επισκεπτόμασταν συχνά, μια που η κόρη της με τον άντρα της είχαν ξενιτευτεί στην Ισμαηλία στην Αίγυπτο. Το σπίτι της με τα σκαλιστά έπιπλα και τις κουνιστές πολυθρόνες ήταν για μένα ο ιδανικός τόπος για να ζει κανείς, καθώς τα πολλά φυτά πάνω στα πολύχρωμα πλακάκια τού χάριζαν πάντα δροσιά.
Στην πίσω πλευρά του σπιτιού μας ήταν ένας μεγάλος άχτιστος χώρος στον οποίο πέζευαν γκαμήλες, κι εκεί στα πίσω σπίτια έμενε ο καμηλάρης με την οικογένειά του. Χρησιμοποιούσε τις γκαμήλες ως μεταφορικό μέσο, κυρίως για γεωργικά προϊόντα τοποθετημένα μέσα σε πολύ μεγάλες σακούλες. Τις ώρες της ξεκούρασής τους οι γκαμήλες κάθονταν στα γόνατα με τον χαρακτηριστικό τους τρόπο και αναμασούσαν σανό. Εμείς τα μικρά κάναμε τη βόλτα μας και τις παρακολουθούσαμε με περιέργεια, ειδικά, όταν απέκτησαν κι ένα μικρό «καμηλάκι».
Μετά τη δύση του ήλιου, όλοι μαζεύονταν στο σπίτι για το δείπνο. Οι γειτονιές μοσχομύριζαν από τους καουρμάδες, τα ψητά, τους μεζέδες. Οι άντρες άφηναν τα καφενεία και τις λέσχες και μαζεύονταν στο σπίτι να φάνε με την οικογένειά τους.
Μερικοί ξέμεναν στην ταβέρνα του Θεοτόκη του Κουταλιανού. Δάσκαλοι, κυνηγοί, τρελοπαρέες. Ο Θεοτόκης με τη σύζυγό του, άριστοι μάγειρες και ωραίοι τύποι, σέρβιραν τους λαχταριστούς μεζέδες τους μαζί με μπύρες και κονιάκ. Οι αντροπαρέες περνούσαν τα βραδάκια τους ευχάριστα με γέλια
και κουβέντες. Συζητούσαν για τα περβόλια τους, το κυνήγι, τα δημαρχιακά, την πολιτική κατάσταση. Οι γκάφες των χωριανών γίνονταν ανέκδοτα και από στόμα σε στόμα έκαναν τον γύρο του χωριού.


Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΣΩΝΗ











ΛΑΠΗΘΟΣ ΜΟΥ  (2016)



 




Οι λεμονιές σου Θ’ ανθίσουν και πάλι


Λάπηθος, ανθισμένο λουλούδι
στην πανέμορφη γη του Πράξανδρου!
Ακονίζουν ακόμα τα μαχαίρια
οι Λαπηθιώτες τεχνίτες σου.
Πλάθουν ακόμα τον πηλό
οι δικοί σου αγγειοπλάστες,
καθώς έμαθαν από πάππου προς πάππου
γενιά με γενιά...

Τα υφαντά σου, ζωγραφιές, θυμητάρια
κεντημένα από χέρια γυναικών
που τις γέννησες,
στέλνουν ακόμα το μήνυμα της παράδοσης
που ποτέ δεν προδώσαμε.

Τα κυκλάμινα ανθίζουν ακόμα
στις παρυφές του σκλαβωμένου Πενταδάκτυλου,
απείραχτα κι ανέγγιχτα απ’ τον χρόνο
κι απ’ του ξένου βαρβάρου το κούρσεμα,
φυλακές της δικής μας άνοιξης
που για χρόνια προσμένουμε
κι όπου να’ ναι θε να ’ρθει.

Οι λεμονιές σου θ’ ανθίσουν και πάλι
σκορπώντας απλόχερα μυρωδιές
που μεθούν την ψυχή
και μεστώνουν τον πόθο
για τον γυρισμό...

 

  

Το ταξίδι της προσφυγιάς


Βγήκαμε στον δρόμο
και πήραμε το τρένο για τη δύση,
γιατί ο ήλιος βασίλεψε πια
κι ο ορίζοντας δεν θα ροδίσει.
Ατενίζοντας για λίγο την ανατολή,
μείναμε έντρομοι
για το ταξίδι μας στη δύση.
Αναποφάσιστοι
ξεκινήσαμε για το ταξίδι μας,
το άμοιρο ταξίδι μιας μοίρας πικρής,
με τη θλίψη στην ψυχή
και την πίκρα στα χείλη...




Στης πίκρας τ’ αχνάρια


Ακολούθησα της πίκρας τ’ αχνάρια
και βγήκα σ’ απάτητη περιοχή.
Παράξενο όμως, πολύ παράξενο!
Η ποδοπατημένη αμμουδιά
τι να ’ναι άραγε;
Ή μήπως έχασα
την ακτίνα ορατότητας;
Παράξενο, πολύ παράξενο!
Της πίκρας τ’ αχνάρια
ποτέ δεν τα βρίσκουμε
σ’ απάτητη περιοχή...



Εμμονή


Κουρνιάσαμε σε ιδέες
κουρσεμένες από βαρβάρους.
Οι πλεκτάνες των βαρβάρων
δεν μας τρομάζουν.
Επιμένουμε
σε φωτεινές ιδέες,
εμμένουμε
στις δικές μας ιδέες.



Χωρίς προσανατολισμό


Είπα να ξεφύγω για λίγο
από τούτο τον όμορφο σκοπό
του αηδονιού,
που μου’ χε πλανέψει τη σκέψη
κι είχα βρεθεί κατά λάθος
σε άλλο ημισφαίριο.
Είπα να ξεφύγω για λίγο
γιατί τα φτερά του
με είχαν ταξιδέψει
σε άλλους ορίζοντες
κι έχω μείνει
χωρίς προσανατολισμό...




Ελπίδα


Ζωντανέψαμε στο πέρασμά μας
το νεκρό φως του καντηλιού.
Δώσαμε λίγο ψωμί στον ζητιάνο
να κορέσει την πείνα του.
Βγάλαμε λίγο νερό
απ’ το πηγάδι
και δώσαμε στον ξένο διαβάτη
να ξεδιψάσει.
Αφήσαμε τα πουλιά
να κελαηδούν στα κλαδιά
και τα πρόβατα να βόσκουν
στο λιβάδι.
Πήραμε το σακί του οδοιπόρου
κι αρχίσαμε
ν’ ανεβαίνουμε στην κορυφή
με μια ελπίδα μόνο...





Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Μιχάλη Γεωργιάδη: Κατοικείται αυτή η πόλη;

 Η ΜΟΡΦΟΥ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ






Στις 16 Αυγούστου 1974 ο τουρκικός στρατός κατοχής πάτησε το πόδι του στη Μόρφου.


Ο Μιχάλης Γεωργιάδης γράφει, θυμάται, σκηνοθετεί για το τόπο που γεννήθηκε,
τη Μόρφου,  μέσα από το συρματόπλεγμα της κατοχής.



Από ψυχής






Για του Μόρφου 


Κατοικείται αυτή η πόλη;
Κατοικείται αυτό το χωριό;
Που πήγαν όλοι ;
Που πήγαν όλοι και αφήκαν τον Αη Μάμα
να  διαπραγματευτεί τα σπίτια μας
να περισώσει τη ζωή μας;


Μόρφου


 Η Ιστορία ζήλεψε το όνομα σου



Στου Μόρφου


 Μα πρώτα απ‘ όλα
δεν μπαίνουνε απ‘ εδώ στου Μόρφου,
η είσοδος είναι απ’ εκεί,
εκεί που μας καλωσορίζει
ο Λουκής Ακρίτας,
εκεί που μας προϋπαντίζουν
οι μουσικές φωνές των μαθητριών και μαθητών
του Α’ και Β´ Γυμνασίου Μόρφου.



Ανθοί της πορτοκαλιάς μας


 Οι ανθοί της πορτοκαλιάς
προσπαθούν να δουν
πίσω από το φυλάκιο,
πάνω από το φυλάκιο.
Προσπαθούν να καταλάβουν
αν ακόμα μυριζόμαστε
το άρωμά τους,
αν θυμόμαστε
το άρωμά τους,
αν τουλάχιστον
το πεθυμήσαμε.



Κόκκινο


 Δεν σου πάει
το κόκκινο, Μόρφου.
Δεν σου πάει
το κόκκινο, Κερύνεια.
Δεν σου πάει  γενικά
το κόκκινο,
 Κύπρο μας. 



Οι καμπάνες της Αγίας Παρασκευής

                                 ( που βρήκα πεταγμένες στον
                                 γυναικωνίτη της Αγίας Παρασκευής)


Σαν παιδιά φοβισμένα,
Κρυμμένα  εκεί πάνω
 στο γυναικωνίτη της Αγίας Παρασκευής,
μέχρι να περάσει η μπόρα,
μέχρι να ανοίξει ο καιρός.



Αγία Παρασκευή


 Μέσα είμαι
Μέσα είμαι και περιμένω να μου ανάψετε κερί




Μεγάλη Πέμπτη 2003


Ζητώ συγγνώμη από σας,
Άγιοι Ομολογητές,
ζητώ συγγνώμη γιατί φέτος,
σταύρωση έκανα
στην Αγία Παρασκευή της Μόρφου,
στην Αγία Παρασκευή μου.



Προς Ελεύθερους; Αγίους 


Δηλαδή, τώρα μεταξύ μας,
εντελώς μεταξύ μας,
όταν για είκοσι εννέα χρόνια,
κτυπούσαν χαρμόσυνα οι καμπάνες σας,
νιώθατε ήσυχοι με τη συνείδησή σας;
Διερωτηθήκατε ποτέ,
ρωτήσατε ποτέ πως ένιωθαν οι αντίστοιχοι σας,
στην τουρκοκρατούμενη Κύπρο;
Τί ένιωθαν για είκοσι εννέα χρόνια;
Τί ένιωθε ο Άης- Μάμας στη Μόρφου,
η Παναγία η Κανακαριά στην Κερύνεια;



Απόντες


Αδικαιολογήτως απόντες είμαστε όλοι μας
Αδικαιολογήτως παρόντες μόνο οι πεσόντες μας



Μιχάλης Γεωργιάδης και Αννα Μαραγκού στο ΡΙΚ







ΘΥΜΑΜΑΙ


Θυμάμαι τη μάνα μου,
Τη μάνα μου την Ελένη, του Παντελή Κωνσταντίνου Φραγκοράφτη, που ήταν ο πρώτος ράφτης που πήγε στην Αίγυπτο και έμαθε την τέχνη του ράπτη ευρωπαϊκών κοστουμιών και κόρη της Μαρίτσας που την άφησε πολύ γρήγορα ορφανή.
Θυμάμαι τη μεγάλη αυλή μας, με την αθασσιά, τη μοσπιλιά, τις μανταρινιές, τα κρίνα, τις ορτάζιες, τις οκτωβρούδες της ....

Θυμάμαι το περβόλι μας στο Συριανοχώρι. Μετά την αστυνομία, στου Χοιροδοντή στο δίστρατο, πας αριστερά δύο μίλια δρόμο όλο πορτοκαλιές, μυρωδιές και νερό ... πολύ νερό. Και ο Παπά-Γιάννης περπατητός να πηγαίνει στο περβόλι. Θα τον συναντήσουμε αργότερα στην επιστροφή να τον πάμε σπίτι στη γειτονιά.
«Η γιαγιά η Παναγιώτα έκανε αυτό το δρόμο περπατητή», μου μαρτυρά ο Παντελής ο αδελφός μου.
Φτάνουμε στο Συριανοχώρι, ακόμη όλοι κοιμούνται, κοιμούνται έξω, στις καλύφες μεσ’ τα ποστάνια, δίπλα από τα κολοκάσια. Φτάνουμε στο περβόλι... ακούεις πολύ κοντά την άγνωστη θάλασσα θυμωμένη..., το σπίτι με τις αμέτρητες φωλιές των στρούθων, το μοσσίλι, η καρυδιά, καλή σκιά μετά που θα δυναμώσει ο ήλιος, οι συκιές, μαύρα, άσπρα, σμυρνέικα σύκα, ο πιο εύγευστος συνδυασμός, με φρέσκο ψωμί και χαλλούμι που τον Πισία.
Ο πατερας μου ετοιμάζεται, εγώ στον κόσμο μου, με το τρανζίστορ στο χέρι, ακούω το «σε υμνούμε» από το ΡΙΚ το καλημερα σας στις 6 το πρωϊ, ή το voice of America από τη Ρόδο.
Μα είναι τόσο κοντά η Ελλάδα;

Μέσα από τα κυπαρίσσια του γείτονα του Φιλήτα, βλέπω να πέφτουν αλεξιπτωτιστές...
«παπά τι είναι;»
«οι Εγγλέζοι ... κάνουν ασκήσεις στους άμμους...»
«μα δεν έφυγαν οι Άγγλοι;» διερωτούμαι με αφέλεια ......
και ακούω μετα από πολύ μακριά... το καλημέρα από κόκορα...
«ακούεις τα τούτα; Είναι από την Τουρκία.
«μα είναι τόσο κοντά η Τουρκία;
Εκεί λοιπόν, θυμάμαι τον πατερα μας τον Τάκη, άγγονα του Κωστουθκιού, του Κώστα Γεωργιάδη του δήμαρχου, που έφερε το νερό το τρεξιμιό στου Μόρφου, που έκαμε το δημόσιο μας κήπο. Θυμάμαι τα γιαφίτικα, τα βαλέτσια, τα σιεκέρικα, τα γκρέιφρουτ, τα μανταρίνια, τις τεράστιες συκιές δίπλα από τη διάτρηση που μας έβγαζε νερό απο τη γη. ‘Εξι ίντζες νερό....

Θυμάμαι τα πρωϊνά ξυπνήματα για να πάμε να ποτίσουμε. Θυμάμαι τον ιδρώτα που έτρεχε από όλο του το κορμί, θυμάμαι το φκυάρι του, τις δισσιές, τα αυλάτζια, το πετράβλακα, το τρακτούδι για το τσάπισμα, το λίπασμα, το ψέκασμα... Θυμάμαι την αγωνία για τον παγετό, την αγωνία αν θα βρέξει, αν θα αλμυρίσει το νερό. Την αγωνία... «πόσα εν παν φέτος τα πορτοκάλια, πόσα εν να δώσει ο Σιακόλας, πόσα ο Σαμάρας, πόσα η ΣΟΔΕΜ....»
Θυμάμαι τη μάνα μου να προσέχει τον άντρα της να μεν πάθει τίποτα από την αγωνία... θυμάμαι τον ηλιακό της, το σφογγάρισμα, το δειλινό καφέ με τις αγαπημένες τις φίλες και ξαδέλφες, Λέλλα του Μιχάλη του Χατζηκυριάκου και Παναγιώτα του Κώστα του Κατσιάμη.
Τον περίπατο της στις Σαββάκενες, δηλαδή στη θεία Αγάθη του Σαββάκη του δασκάλου, με τις κόρες, τις πρώτες μου δασκάλες, Νίτσα και Θάλεια, στο σπίτι τους, στο δρόμο που πηγαίναμεν προς το γυμνάσιο, στην κυμωνος, απέναντι από την ΕΣΣΟ.
Θυμάμαι τα βράδια που οικογενειακώς πηγαίναμε να δούμε τηλεόραση, στη θεία Αίγλη του μακαρίτη του Χαράλαμπου Χατζηαντώνη κορη της Σιαμπανους, και στου Ευγενή που ήταν ο πρώτος που έφερε μαυρόασπρη τηλεόραση στου Μόρφου. 1963.
Θυμάμαι την οδό μας ... οδός Τρικούπη.

Θυμάμαι το καρτερίμι μας να κάνει παρέα στη γιαγιά μου την Παναγιώτα και την Χατζίνα μάνα της Ευρούς του Γιάγκου, τον Λαπουρίδη με το ποδήλατο του, τον ψάλτη, τον κουρέα, τον βιβλιοπώλη, τη γυναίκα του Ελπίδα, τη γιαγιά Θιωνίτσα,

Θυμάμαι στο περβόλι τους απέναντι από το σπίτι μας ήταν το χαράκωμα - να προφυλακτούμε από τα τουρκικά βομβαρδιστικά, 1964
Θυμάμαι τους Παττίχηδες, τις Παττιχούδες, τους Γιασεμίδηες, με το μυστήριο υιό τον Χάρη, και τον Μιλτή, που έφυγε στα 18 του για πάντα στην Αμερική, έριξε, είπε, μαύρη πέτρα πίσω του...
Θυμάμαι το Κώστα Μόντη, το θειο και νονό μου , να μας επισκέφτεται , τις Κυριακές και να δει τον γαμβρό του Συλβεστρο και αδελφή του Ειρήνη....
Δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα διάλογο του πατερα μου μου με τον γειτονα μας Χάρη την εποχή της ΕΟΚΑ Β, την εποχή της διχόνοιας και της αφέλειας, που λέει ο παπάς μου,
«ε Χάρη εν να φέρετε τους Τούρκους ρε ... και ο Χάρης να απαντά:
«παρά κουμουνισμό καλύτερα Τούρκους, κύριε Τάκη..»
Θυμάμαι τις εκρήξεις μεσ’ το σκοτάδι, τις διαδηλώσεις, τους τσακωμούς μεταξύ μας, τον φανατισμό, τα ύποπτα αυτοκίνητα παρκαρισμένα για πολλές νύκτες στη γειτονιά μας,
Δίπλα μας η Ελισάβετ και ο Πολίκκος της κυρίας Σοφούλας – θυμάμαι που πήγε στρατιώτης το 64 - η εποχή που άρχισε ο εφιάλτης της εισβολής που δεν πολυκαταλαβαίναμε τι ήταν, δεν φανταζόμαστε τι ήταν...Θυμάμαι τα ελληνικά πολεμικά αεροπλάνα που πέρασαν πάνω από τα κεφάλια μας, τι ενθουσιασμός, τι περηφάνια, τι ήχος....
‘Ηταν η πρώτη και τελευταία φορά που πέρασαν πάνω από την Κύπρο.... άδικα τα περιμέναμε το 74, «η Κύπρος ήταν μακριά....»

θυμάμαι τους πρόσφυγες από τον Καραβά και την Λάπηθο μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου 1974 να γεμίζουν τους δρόμους τα καρτεριμια και μεις να κάνουμε πρόβες με το συγκρότημα που δημιουργούσουμε με τον Τάκη το Πισία και τον Κουλλη Μελαιση.
Μετά φυγαμε και γίναμε και μεις πρόσφυγες...


Θυμάμαι την κυρία Καλή, του μηχανικού του Τοουλατσιάκκη τη γυναίκα, την θκειά μου την Αθηνά, δεν ήταν θεία μου ... αλλά μπορεί και να ήταν, όλοι μας λίγο πολύ είμαστε συγγενείς.
Την θυμάμαι τελευταία φορά, όταν σαν πρωταγωνίστρια σε αρχαία τραγωδία, βγήκε από το σπίτι και έκλαιγε τον άγγονα της, τον Πολίκκο, συμμαθητής μου, γείτονας, παιδικός φίλος ... Ιούλιος 1974..... μου θύμισε τη μάνα του ‘Αντη Φιλήτα 10 χρόνια πριν ...το ίδιο σπαρακτικό κλάμα, στην ίδια τραγωδία 1964 ....
Πιο κάτω ο καινούριος μας γείτονας, ο κύριος Γιώργος Αναστασιάδης, ο άντρας της κόρης του Πουλλαόφωνου, καινούριο, μεγάλο πλούσιο σπίτι,
από τη βεράντα του θα άκουε BBC και βλέπαμε άφωνοι τα Τούρκικα μεταγωγικά, κάπου προς το Δκιόριος να πετούν προς Κερύνεια. Ιούλιος 1974
Αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε....
Μετά φύγαμε... 14 Αυγούστου 1974, ημέρα Τετάρτη.
Θυμούμαι τα χελιδόνια που έπαιζαν μαζί μας, ερχόντουσαν από την Αγία Παρασκευή μας και μπαίνανε γρήγορα και χαμηλά μεσ’ την Τρικούπη και φεύγανε προς του Τορνάρη, πεντάδρομο και ξανά πάλι.... μέχρι να μας διακόψει η Ελένη να πάμε για φαγητό και διάβασμα.... ή μέχρι να μας καλέσει η Αγία Παρασκευή στον εσπερινό... ο παπα-γιαννής, ο ψάλτης ο Γιαννής ο Σκαπούλλης και ο Λαπουρίδης, τα εξαπτέρυγα, ο μάκρυς, πράγματι πολύ ψηλός.... και ο γέρο παπα-χαράλαμπος να κάθεται πίσω στο ιερό.

Θυμάμαι το ψιλικατζίδικο του Λεατζη, κουφέττες, τύχες, πασατέμπο, ππιριλιά, σβούρες και καρτούες με τους ποδοσφαιριστές του ΑΠΟΕΛ, της Ομόνοιας, του Πεζοπορικού.
Θυμάμαι τις λαμπρατζιές το Μεγάλο Σάββατο με πρωταγωνιστή το Γαβριηλούδι, τον Νίκο Καρναρο τον κατασκευαστή του Ιούδα και τους δίπλαρους, αδελφούς Δημητρίου που ήταν υπεύθυνοι του ήχου...
Τον πεντάδρομο με τους καφενέδες, Καθαρά Δευτέρα ο Θεοτόκης Κουταλιανός, με την παρέα του να ξεκινούν το γλέντι από τις 10 το πρωϊ και να τελειώνουν αργά το βράδυ... μέχρι το βιολί του να θέλει να πάει κοιμηθεί.
Θυμάμαι τις μαθητικές παρελάσεις και γιορτές με το δάσκαλο τον Σώζο τον Χαραλαμπίδη να διευθύνει την φιλαρμονική του Διγενή Ακρίτα και αργότερα του Β Γυμνασίου, τον Κώστα Καλαθά παλαιότερα με τα τύμπανα και τις σάλπιγγες να μας θυμίζουν με το αιοθυνόν την εθνική επέτειο, τον Κώστα Κασιανό, πρώτα στο Ελληνικό Γυμνάσιο και μετά στο Γεωργικό. Και πάντα όλοι τους να μαζεύονται στο σωματείο να κάνουν ορχήστρες, χορωδίες, θέατρα με νέα παιδιά, που από το τίποτα γινόντουσαν σπουδαίοι μουσικοί και ηθοποιοί.
Και γω να ονειρεύομαι....
Ο Πάμπος ο Κουρέας, μπάσο, ο Φοίβος Λοϊζου άλτο σαξόφωνο, ο Καλαθάς, ο Κέλλας τρομπέτα, ο Φύτος ο Παττίχης τύμπανο, εγώ μαγεμένος με τη στολή τους και όνειρο ζωής εκείνο το τύμπανο. Το τύμπανο το παρέλαβε ο αδελφός μου ο Νίκος και μετά το όνειρο έγινε πραγματικότητα. Φόρεσα τη στολή της φιλαρμονικής του Β Γυμνασίου Μόρφου. Ο Τάκης Πισίας μπροστά με τον Άριστο Κιλάνη από τη Ζώδια, τρομπέτα, η Νίκη Ταλιώτου και η Αίγλη Ερωτοκρίτου δίσκους, ο Σωλομονίδης, Αγγελος Ευσταθίου τρομπόνι, ο Φοίβος Μυριάνθους κόρνο, ο Ανδρέας Μιχαηλίδης, η Αθηνά Αριστοτέλους κλαρίνο, ο Λοφίτης, ο Σιαηλής...
Να διασχίζουμε την Kίμωνος, την Ερμού και καταλήγουμε στην πλατεία της Αστυνομίας η του Διοικητηρίου, της Μητρόπολης του Αγίου Μάμα, των δημοτικών σχολείων. Να πάμε μετά στο Τριανό το ζαχαροπλαστείο, στο Βαλέτσια, στο Μορφώ, να κεραστούμε αθώο ερωτικό χαμόγελο, από τις συμμαθήτριες μας και να θέλουμε να μη τελειώσει ποτέ αυτή η στιγμή, αυτή η ζωή.....
Θυμάμαι, το καλοκαιρινό απόγευμα στο Διγενή Ακρίτα, ατέλειωτα παιγνίδια μπάσκετ εκεί πίσω στο γήπεδο του Θωμά, του Κυριακίδη, του Φρυδά, του ψηλού του Κωνσταντινίδη, του Συμεωνίδη, του Πασιά, του Σκαπούλλη, του Αργυρού, του δάσκαλου του Σολομωνίδη, του Πρόδρομου του προπονητή και διαιτητή, του Φύτου Νουφρίου... που μας ταξίδευσαν και μας γνώρισαν την ΠΑΕΚ στην Κερύνεια, τον Πεζοπορικό στη Λάρνακα.
Θυμάμαι τις χειμωνιάτικες Κυριακές με τις πρωϊνές μαθητικές κινηματογραφικές παραστάσεις στο ΡΕΞ, στο Απόλλων, στο Πάνθεον, να περιμένουμε το διάλειμμα, να ανταλλάξουμε χαμόγελο με την συμμαθητρια...κρυφά από τους παιδονόμους....
Θυμάμαι το μεσημέρι στην αυλή μας για το ψητό αφού ακούσουμε πρώτα το κυπριακό σκετς απο το ΡΙΚ. Απόγευμα όλοι, μα όλοι στο δημοτικό γήπεδο - με γρασίδι παρακαλώ - να καμαρώνουμε την ομάδα του Διγενή. Και να ζούμε για ένα γκολ, για μια νίκη απέναντι στις μεγάλες ομάδες, για ένα άγγιγμα στο τέλος από τον Χαριλλή, τον Ευτιμή, τον Χρίστο και Μιχάλη Σκαπούλλη, τον Τσιάκκα, τον Κούη, τον αδελφό του το Πάμπο Τσίγκη, που ακόμα δεν το πιστεύουμε πως χάθηκε μες την προδοσία. Θυμάμαι τα ντέρπυ με την ΑΕΜ, τα ταξίδια στην Αμμόχωστο, στο Παραλίμνι, στην Πάφο, στη Λεμεσό. Μελλοντικές πατρίδες.....

Θυμάμαι το Ξερό, τον ποταμό του Κάμπου, την Πεντάγια, τα μπάνια στου Σιάχουρου, και στο κέντρο του Γιαννή. Κόκα κόλα, κατεϊφη, και παγωτό....

Θυμάμαι το φεστιβάλ πορτοκαλιού, τους χορούς, την τόμπουλα, το δρόμο με τα καλοκαιρινά σινεμά, τα παράνομα πάρτυ, τον θεολόγο μας τον Διορίτη που μας απόβαλλε γι’ αυτό, τα ποδήλατα μας, τους περιπάτους στα περβόλια τη νύχτα,
Θυμάμαι τους γάμους, με τα τραπέζια μέσα στους δρόμους, τις ορχήστρες, τους χορούς, τα πλουμίσματα, απου βάλει παραπάνω....
Θυμούμαι που ήρθε η Βίσση στο Απόλλων το καλοκαιρινό του Βαγορή , ο Βιολάρης, ο Μακάριος, η πριγκίπισσα Ειρήνη, η Τζένη Καρέζη, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, τον Μπιθηκώτση, την Ζωή Λάσκαρη, στο ΡΕΞ, ο Αλεξαντράκης, ο Παναγιωτάκος, πρέσβης της Χούντας... θυμάμαι απέναντι από το Μοντάλτο που κατέβηκε από τη λιμουζίνα του, εγώ με το τύμπανο μπροστά να μαγεύομαι από την ομορφιά της κόρης του....... θυμάμαι το συγκρότημα GMG με τους Νάκη Λαδόμματο, Νάσο Πίτσιλλο , τον Νίκο Γεωργιάδη, τον Σούλλη απο το Ξερό, και τον Κύπρο Κουρή που αποψε μας φιλοξενεί στο νέο θέατρο των Σόλων στο σχολείο του, που ονόμασε Ηeritage – κληρονομιά …κληρονομιά στο τόπο , κληρονομιά στου Μόρφου.
Θυμάμαι το Αρχαίο Θέατρο του Ανδρέα Μανώλη το δασκάλο, στους Σόλους, θυμάμαι το Μιχάλη Ζεμπύλα, το Γιάννη Ποδηναρά, την Τότα Εκκέσιη, τη Δώρα Σάββα από το Ξερό, να μας ταξιδεύουν στην αρχαία Ελλάδα μας. Ηλέκτρα, Αίας, Εκάβη, Ιφιγένεια εν Ταύροις.... θυμαμαι να ακουμε στο τρανσιστορ την απιστευτη νικη του Παναθηναϊκου επι του Αγιαξ, και ο ερωτας να σμιγει με το κυμα της κοκκινης μας θαλασσας απεναντι απο το θεατρο.το πρωτο φιλι...

Θυμάμαι την Πιτσιαήνα στην αγορά, τη Θέκλα τη νοσοκόμα στου γιατρού του Κλείτου του Ιακωβίδη, τότε δήμαρχος, τον ποδηλατά στον πεντάδρομο, τον Φώτη τον Σκαρπάρη στον κύκλο της Αγίας Παρασκευής, τον παπλωματά απέναντι από του Τορνάρη, τον Τσιτσινια με τα σουβλάκια του, τον Γιώργο τον καθαριστή θεος μακαριση τον,, απέναντι από την Τράπεζα Κύπρου, το Μασούρα στο Συνεργατικό Παντοπωλείο, τη Συνεργατική Τράπεζα, το μουσικό τον Ττόμα, αλήθεια από πού ήταν ο Ττόμας?.....

Το εστιατόριο του Τσιριπιλλή, τα σιάμισιη, το παγωτό του Ακη του Μουζούρη απέναντι από τον Κήπο, το Μαύρο τον Ταξιτζή, τον Χαριλλή τον Μυριάνθους, τον Χελιδονιά το δάσκαλο, τον Τζίρκο, τον Γιώργο το Χαραλαμπίδη, τον Ανδρέα Καραολή, τον Πέτρο Κούλινο τον φαρμακοποιό, τον Γιαλλουρίδη το γυμνασιάρχη, τον Μονοβουκα, τον Γιαννακα, τον Μακρυγιωργη, τον Πίττα, τον Τταπη, τον Πετρώνδα, το Γιάννακα, το ΧΧαραλάμπους , τον φωτογραφικό όμιλο, τον Μερακλή, τους Παλαόντηδες, μεγάλη Μορφίτικη οικογένεια, τους Χαμάληδες, τον Ματραλλη, τον Σιδερά τον βιβλιοπωλη, τον Καρναρο, τους Σιαμπτάνηδες, τον Κάνθερ καφετζή του Διγενή, τους Πρατσήδες που χάρισαν το Πολύκαρπο στου Μόρφου, τον Μελαϊση, τους Σιαηλήδες, τον ΄Ανθο Ροδίνη, το Σιλβέστρο, το Θωμά τον οδοντογιατρό, τους Κολάντηδες, τον Φτυμή το φωτογράφο, τον Πάμπο τον Σαββίδη με την Μαρούλλα του, τον Πάμπο Ραγιά, που επίσης μας χάρισε τον γιόκα του, τον θυμάμαι ακόμα να τραγουδά και να ονειρεύεται, τον Ταλιώτη τον οδοντογιατρό, τους Κουρήδες, τον Καραπούτσιο, τι δυνατή φωνή θεέ μου μεσ’ το γήπεδο..... τον αλευρόμυλο του Γιαλλουρίδη, χάθηκε στην Κερύνεια... τους Δαμασκηνούς με τον υιό τον αγνοούμενο, τον Φρυγκα, τα λεωφορεία του Θρασύβουλου και του Χατζή, τους Κουδουνάδες, τον Κρίτωνα Αριστοτέλους, τους Μαιφόσιηδες, τους Στρόππους, τον παπα-Αντώνη, τον Κέπεσιη που μας εμάλλωνε άμα εκόβαμε λουλούδια από το φράκτη των περβολιών της Μητρόπολης, τον Παπάχαραλαμπο τον Κούρη στο κατηχητικό... τον Φυτίδη τον δάσκαλο, το Γεωργικό Γυμνάσιο, την Εμπορική, το άγαλμα του Λουκή Ακρίτα στο έμπα του Μόρφου στα γυμνάσια,

Θυμαμαι το άγαλμα του ΄Αντη Φιλήτα, στο σωματείο που κτίστηκε το 1960, το Σερράχη ποταμό, το γεφύρι, το κατώτερο, το αρρεναγωγείο, το παρθεναγωγείο... τον ελιόμυλο του Αζζά κάτω από το αρρεναγωγείο, τους λοκουμάδες της γιαγιάς του φίλου Κούλλη, την τζιαμή, το τούρκικο δημοτικό, δεν μας είπαν ποτέ και τίποτε για την ύπαρξη Τούρκων Μορφιτών.... χωριανών μας......


Θυμάμαι τους Κυριακήδιες... τους αδελφους Ευσταθίου, τον Χίλμο τον αστυνομικό, τον Τζιτζιολή τον εφημεριδοπώλη, τους αδελφούς Χρυσοχού, τον Σύμο στο κουρείο του, τον Σιηττή, τον Αδιόριστο, τον ΄Ανυφτο, τον Κατσαο, τον Ατσιάρη, τους Κοκότσηες, τους Πελεκανήες, τον Μαυροκορδάτο, τον Πηλάσα, τον Παπέττα, τους Σερτάρηες, τον Πάτσιο το δάσκαλο, τους Χαλοφτήες, τους Κουπάρηδες, τους Καβαλλάρηδες, τους Νούφριους, το Μουζούρη, τους Λαμπρήδιες, τον Μισηρλή, τους Χαλοφτήες, τους Κεήδες, τον Κατσιάο, τους Κεντώνηδες χαρισαν και αυτοί το λεβέντη τους, το Φούρνια, το Βότση, τους Σολέα, τους Μαρτάες, τους Πυλαβάες, τον Πίτσιλλο, τον Λαδόμματο, τον Πετρίδη, τους Στρόππους, τους Φρίγγιδες, τον Φυτή τον ράφτη....


Θυμάμαι τους δρόμους, τα σπίτια, τις γειτονιές που δεν είναι τίποτε χωρίς τους ανθρώπους, χωρίς τους Μορφίτες και τις Μορφίτησσες. Γιατί Μόρφου υπάρχει ώσπου υπάρχουν Μορφίτες....



HOME









Η ΚΥΠΡΟΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ










Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

ΜΟΡΦΟΥ 14 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ


Στις 14 Αυγούστου 1974 ξεκινά ο Β' Αττίλας και η Μόρφου καταλαμβάνεται από τα τουρκικά στρατεύματα κατοχής.







ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΡΦΟΥ



Κώστας Μόντης  


ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ


Η πιο καλή γειτόνισσα
η Παναγιά είν' η Χρυσοζώνισσα.
Στο τόσο δα σπιτάκι της κλεισμένη
όποτε πας θάν' πάντα μέσα να προσμένει
να της άνοιξης την καρδιά σου
τη λύπη να της πεις και τη χαρά σου
κι' απ' το παλιό της πίσω το μανουάλι
να γνέφει «ναι» με το κεφάλι.
Ένα την έχει μοναχά πάντα στενοχωρήσει
που δε μπορεί ένα καφεδάκι να σου ψήσει.
Και τις ζεστές του Αυγούστου νύχτες
που δε λέει πια να πάρει τ' αγεράκι
βγαίνει κι' Αυτή με μια καρέκλα στο σοκάκι
και τα κουτσομπολιά των άλλων τα τρελά
τ ακούγει και κρυφά-κρυφά γελά.
Ώσπου με το «άντε για ύπνο πια κ' είν’ η ώρα περασμένη»
σηκώνεται κι η Παναγιά
και παίρνει τη καρέκλα της και μπαίνει. 




ΜΟΡΦΟΥ


             Στη γυναίκα μου

Κι' όταν στον τρύγο της πορτοκαλιάς
άγουρα στα περβόλια κοριτσόπουλα ανεμίζουν
φωνές και γέλια τσιριχτά κι' αγάπης ρίγος
κι' απ' των πορτοκαλιών τον τρύγο είναι πιο τρύγος
ο τρύγος ο κλεφτός της αγκαλιάς,
οι πρώτες της αγάπης μας αυγές πώς ξανανθίζουν,
οι δεκατρείς του Απρίλη πώς ξαναγυρίζουν!





ΣΤΙΓΜΕΣ


Τζ’ έγιώ παραμονήμ παναϋρκού στου Μόρφου
να τραουδώ «Ρα Μορφιτού,
που μ' εκαμες τζ' επέλλανα για δκυό βυζιά του κόρφου».




ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ — ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ


                 Μνήμη Χρίστου Γαβριηλίδη


Και τώρα τι θα γίνει μ' εκείνο τον γέρο πρόσφυγα
που τον απαντούσα πριν κάθε μέρα στη στάση
να περιμένει το λεωφορείο για το Μόρφου
και ν' ανάβει συνέχεια τσιγάρα να περάσει η ώρα,
και που σήμερα δεν ήταν εκεί,
και που χτες δεν ήταν εκεί,
και που δε θάν' ξανά εκεί;





ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ ΣΤΑ ΠΕΡΒΟΛΙΑ ΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ


Αναπολώ εκείνο τ' Απριλιάτικο πρωινό
που σας αντίκρισα ξαφνικά
κόκκινο χαλί πέρα για πέρα,
from wall to wall,
που κλέψατε την παράσταση απ' τις πορτοκαλιές και τους ανθούς.


  

ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ



—Τη θλίψη σου, παππούλη μου, καταλαβαίνω, μα
αυτές τις μπότες σου τις λασπωμένες
τι τις φυλάς τόσο πολύτιμα;
Να τη φιλήσεις έμεινε
τη λάσπη που παρέμεινε.
Τουλάχιστο δεν τις ξεπλένεις;
Σε βλέπω και λυπάμαι έτσι που μένεις
και ξεχασμένος τις κοιτάς ώρες πολλές.

—Να τις ξεπλύνω, γιε μου; Τι μου λες!
Μ αυτές είν τις αγαπημένες
που πότισα πορτοκαλιές
για τελευταία φορά.
Η λάσπη τους είναι του Μόρφου χώμα
που σαν να πρόβλεπε τον χωρισμό
όσο περσότερο μπορούσε κόλλησε και μένει ακόμα.
Τις μπότες μου, παιδάκι μου, θα καθαρίσω
όταν στου Μόρφου το περβόλι μου
θα πάω ξανά να το ποτίσω.




ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ-ΠΑΠΑΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ


ΩΡΑ ΤΗΣ ΜΟΡΦΟΥ


Κάθε που επήγαινες στη Μόρφου
τ’ άρωμα των λεμονανθών
σ’ έπνιγε από μακριά
Ύστερα χανόσουν στα λεμονοδάση
κι ως να ξεχνιόσουν στον παράδεισο
σε πρόφταινε το δειλινό
καθώς εκείνος ο Θεός κατέβαινε ν’ αναπαυτεί
μ’ όλα τ’ αρώματα
τα διαθλασμένα χρώματα
ώρα μοναδική της Μόρφου
Όπως πηγαίνεις για τη Μόρφου
ο δρόμος σου χαμογελά σε κάθε του στροφή
Σε καλοδέχονται τ’ ακούραστα νερά
σε προσκαλούν τα στοργικά τα χώματα
Ο ουρανός σου στέκεται καλός
κι οι εποχές κρατούν αλάθευτα το χρόνο τους
Όποιος και νά 'σουν
ότι και νά 'κανες
η Μόρφου δε σε γέλασε ποτές

Παιδί εγγόνι μου δισέγγονο
η Μόρφου θα σε καρτερά
Όσο το μάτι του περήφανου αετού
τηράει τα πέρατα
Όσο το χέρι του δικαίου Θεού
απ΄ τον Πενταδάκτυλο βλογάει την πλάση
Όσο οι φωνές εικοσάχρονων παλικαριών
θα σε καλούν για επιστροφή
Και να γυρίζεις
κάθε φορά που ανθούν οι λεμονιές της Μόρφου



Γιάννης Ποδηναράς


ΜΟΡΦΟΥ 2001


Φύλλα διάφανα
νερά της άμμου
πότισαν τη φυγή μας.
Βυθός του πράσινου κήπου
χάραξε την αφή της θάλασσας.
Πρώτο άγγιγμα
παλμοί της ζωής μας
στέρεψαν την κοίτη της λήθης.
Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά
της ξένης γης.
Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι
του νόστου.




ΜΟΡΦΟΥ 1992


Φως πολύεδρο.
Άγουροι καρποί του σφρίγους
σ' εκτεθειμένα σώματα
στα χείλη της κλεμμένης γης.
Βλαστοί, σαν πληγές ανάλλαγες της νοτιάς,
σφράγισαν στην υγρασία των ίσκιων
τις πρώτες διαθέσεις...

Άνυδρα τώρα μέρη τρέφουν τους ίσκιους.
Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι
που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω
αρμενίζει στις θολές γραμμές
των νοτισμένων κήπων...

Κτίσαμε καράβια
για να μας είναι πιο εύκολο
το ξερίζωμα.




 Κατίνα Γιαννάκη- Παπαστυλιανού


ΤΗΣ ΚΥΡΑ-ΑΓΑΘΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΟΡΦΟΥ


Έπλυνε βιαστικά τα πιάτα
κι έβαλε τις καρέκλες στη θέση τους
πριν φύγει από το σπίτι της
στη Μόρφου
η κυρά-Αγάθη•
σαν θα επέστρεφε
να μην το έβρισκε ασυγύριστο.
Σήμερα τη θάψαμε
σε κάποια ακατάστατη γωνιά της Λευκωσίας
δεκατέσσερα χρόνια απόσταση
από τους πορτοκαλεώνες της Μόρφου.
Κι ήταν Γενάρης
μα μύρισε λεμονανθούς και πάστρα
το ταξίδι της
στην ωραία Μόρφου των ουρανών.




Μιχάλης Πιερής


ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ


Περιηγητής που πέρασε πατώντας
τον καιρό σου και το χώμα
στα σκοτεινά τα χρόνια του μεσαίωνα*
βιάστηκε το χαρτί να ενοχλήσει και τις λέξεις
στα γράμματα λειψός ο αγύρτης
σαν τους συνέδρους της Μελβούρνης
άσχημες τις είδε τις γυναίκες
του νησιού μαντήλες τυλιγμένες
μαύρες ποδίνες και σαγιές
κούζες στους ώμους με νερά
μωρά κοπέλλια και κλαδιά
μ’ ανθούς και κλωνιτάρια
σκυφτές οι ζωγραφιές του Διαμαντή
στον λίβα τα δρεπάνια τους να στρίβουν
της Μεσαρκάς που σκάει ο τζίτζικας σαν ρόδι
όχι στη βράση του χορού
στη μέση του χωριού ν’ αστράφτουν.

( Υστερα που γύρισε στο σπίτι απ’ την πορεία
άκουσα την πατρίδα μου να κλαίει
γυναίκα που της στέρησαν τον άντρα.)

Και μια στιγμή πως σ’ είχα στο πλευρό μου
εθάρησα, καταχτημένη, γυναίκα άσπιλη κι ωραία
όμως ξυπνώντας πήρες δρόμο λυπημένη
σαν το πουλί πετώντας είχες φύγει
ήρθες μακριά στο Νότο.

Ωραία γυναίκα, μεστωμένη
στην ομορφιά του Μόρφου ζυμωμένη
αξόδευτη. Στο χρόνο κρατημένη
με δύναμη. Σαν πολυκύμαντη
οργή του σκοτεινού πελάγου
στο χώμα που σου πήραν τα θηρία
περπάτησες ξανά τρικυμισμένη.

Τα σώματα ξυπνήσαν σκοτωμένων.
Σου γύρεψαν ταυτότητα να δώσεις
τα δάκρυα των άχραντων χαμένων
πίσω ξανά. Εσύ. Ωραία γυναίκα.
Στο πείσμα και στον πόνο γινωμένη.




Γιώργος Καλοζώης


ΜΟΡΦΟΥ ΙΔΕΑΤΗ


Αχ να’ χα μια
μπεσαμέλ να κουταλίζω
έχοντας μόλις βγει απ’
το νερό να ’ναι όλη
η ζωή μου κάτω
από το παγωμένο ντους
κι ο έρωτας έρωτας
μέσα στ’ αλατισμένα μάτια
σου που λάμπουν
αντί αυτού
εγώ που δεν έφταιξα
σε τίποτα σχεδόν
ρίχνω μες στο διορθωτικό
του χρόνου πολύ διαλυτικό
κι ακόμα μέσα στην
πιο καλήν αιτία βρίσκω
την πιο κακή αφορμή
Η αγάπη των παιδιών
χτίζεται πάντα σε βάρος
κάποιας άλλης όπως
πάνω σε εκκλησία
το τζαμί όπως η
ιεροτελεστία του φθόνου
στολίζει αυτόν που
επιβουλεύεται
με γιασεμί
Αχ να μπορούσα να
υπάγω στην πόλη Μόρφου
στο πίσω μέρος της
αυλής μου χρόνια τώρα
πελεκάω τα υποκατάστατα
σκηνικά
κι ακόμα έναν μελίρρυτο
Τούρκο τον πιάνω
τον φιλώ τον αγαπώ
έτσι θαρρώ πως ζω
καλύτερα
Μόρφου μου Μόρφου Μόρφου
κάθομαι και πικραίνομαι
παίρνω απ’ το ψυγείο
το ρυζόγαλο τις σοκολάτες
κόψε φωνάζει ο γαμβρός
ιατρός
ιδού έρχεται το ζάχαρον
η πίκρα του λέω
ισοφαρίζει το γλυκύ
κι εκείνος συναινεί
άφησε πίσω του
κι αυτός – Κύριος οίδεν –
τις νύχτες μπαίνει μέσα
στα όνειρα κλειδώνει
πίσω του την πόρτα
δυνατά
Το ξέρει ο Φοίνικας
η επιστροφή δεν είναι
εύκολη ο καθένας
εδώ που ήρθε έφτιαξε
τη Μόρφου του και η
Μόρφου της πραγματικότητας
ανεπίστρεπτα
απομακρύνεται σιγά –



Ανδρέας Καρακόκκινος




ΟΔΟΣ ΠΡΑΞΙΤΕΛΟΥΣ  (ΣΤΗ ΜΟΡΦΟΥ)


Σε μια στροφή του χρόνου συνάντησα
τα απομεινάρια του παράδεισου μου
η πόρτα  κιτρινισμένη από αφροντισιά
και τα παντζούρια ξεφτισμένα
μόλις που θύμιζαν το πράσινο τους χρώμα
                            
ο δρόμος γεμάτος  ξένες πατημασιές
και τα παλιά μας βήματα σβησμένα
τα αθώα μάτια τα παιδικά
που έπαιζαν μπάλα στις αλάνες
κρυφτήκανε πίσω από σκοτεινές σκιές

οι αυλές  βουβές από φωνές
πάγωσαν τη χαρά του Ορέστη
όταν ξαναβρήκε την Ιφιγένεια
και τα λείρια δακρυσμένα
γονάτισαν στο χώμα

άπλωσα τη ψυχή μου παντού
να βρω σημάδια από το χτες
βρήκα μονάχα  ξέφτια από όνειρα
και τα  παραθυρόφυλλα λυπημένα
να μου θυμίζουν τον παράδεισο
που δεν με περιμένει πια.

          Μόρφου 2007



Ο Μορφίτης  Μιχάλης Γεωργιάδης σκηνοθέτησε τα 4 video για τη Μόρφου





















Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

15 ΙΟΥΛΗ 1974 Η ΜΑΥΡΗ ΕΠΕΤΕΙΟΣ






Μιχάλης Πασιαρδής



ΛΕΥΚΩΣΙΑ, ΒΡΑΔΥ 15.7.74


Δεν είναι η Λευκωσία απόψε
η πόλη του γλυκού καλοκαιριού,
του δειλινού π’ άναβε τ’ άστρα,
αυτή που ξέραμε ως εχτές
που πίναμε σ’ ένα ποτήρι τη δροσιά της.
Απόψε στα στενά παίζουν τον θάνατο
κάθε γωνιά φωτιά κι αγώνας.
Η Λευκωσία απόψε πολεμά
και πέφτει.



Λεύκιος Ζαφειρίου


15.7.1974


Οι νεκροί βρομούσαν από ‘να
μίλι μακριά, ήταν ανελέητο
το τελευταίο καλοκαίρι —
τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων
τις στέγες των σπιτιών.
Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους
μπάσαν τους νεκρούς απ’ την πίσω
πόρτα στον Άη Γιάννη,
δεν τους χωρούσαν, λέει, τα φέρετρα.
Κι ο πιτσιρικάς —πήχτρα το αίμα
στα ρούχα του- άνοιγε λάκκους,
τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα
στους κροτάφους στη μνήμη
βαθιά ως το μέλλον.

Τον ήξερες αλλιώτικα
τον κυπριώτικο ήλιο
θεία Μαρίνα την αυγή
με τα περιστέρια στους ώμους.

           Σχεδόν μηδίζοντες  1977




Άνθος Λυκαύγης


ΕΡΠΥΣΤΡΙΕΣ



Και ξαφνικά η καλημέρα κρεμάστηκε
στα χείλη μας σαν πέτρα.
Και ξαφνικά η καλημέρα σφηνώθηκε
στα δόντια του πρωινού.

Ένα αχ σα στεναγμός
ένα αχ οργή και σίδερο
στα φυλλοκάρδια του καλοκαιριού

Τι να σου πρωτοπώ καλή μου!
Με τόσες μνήμες άδικες
στα δάχτυλα μιας μέρας
που τη φοβόμασταν πριν έλθει
με τόσες μνήμες άδικες
που τις προσμέναμε να ’ρθουν.
Τι να σου πρωτογράψω!

Σήμερα 15 Ιουλίου 1974.

Καταγράφω απλώς τις στιγμές.
Αντιπαρατάσσομαι με τις στιγμές.
Οι στιγμές που δεν φεύγουν
που δεν λένε να φύγουν
που δεν θα φύγουν ποτέ.

Σήμερα 15 Ιουλίου 1974.

Βράδυ
και δεν καταμετρήθηκαν ακόμη οι νεκροί
και δεν καταμετρήθηκε ακόμη το μίσος
και δεν καταμετρήθηκε ακόμη ο παραλογισμός

Βράδυ

και βρέχει δάκρυα στις γειτονιές
της Λευκωσίας
και απλώνεται ένας εφιάλτης στο ξαγρυπνισμένο
πρόσωπο της Λευκωσίας.
Τι να σου πρωτοπώ καλή μου;





Νάσος Φλόγας


ΟΙ ΕΝΟΧΟΙ


(μνήμη 15ης 7ου 1974)


          Στερεμένα ποτάμια,
στερεμένες ελπίδες,
στερεμένες καρδιές.
Μόν' το πένθιμο φλοίσβισμα,
αξημέρωτο,
λάμνει

ως τα βάθη
της άδεντρης μνήμης μας·
μόν’ η φρίκη
σαλεύει,
στα παράθυρα τ’ άφεγγα·
μόν’ η πίκρα
αντηχεί
στους ανώνυμους δρόμους
της άταφης άνοιξης.

                    Το φεγγάρι,
το κούρσεψαν
οι αμέτρητες λόγχες·
το μοιράστηκαν ύπουλα,

«οι σωτήρες»
μες στ’ άντρα τους.
Τα λευκά περιστέρια μας
μίσεψαν,
στις οχτώ, περίπου,
και τέταρτο·
στις οχτώ και τέταρτο.
Και ο ήλιος
αιμόφυρτος



καταπλάκωσε τ’ όνειρο.
Αύριο,
δε θα ξημερώσει.
Ποτέ πια
δε μπορεί να ξημερώσει,
γιατί,
κανένας
δεν έχει τη δύναμη
τόσα μαύρα
να σηκώσει μαντήλια·
να μνημονέψει ανώδυνα
τόσους νεκρούς,
που τα χρόνια τους
ευώδιαζαν ήβη·
που τα μάτια τους
ξέφραγα,
στάλαζαν όνειρα·
τους νεκρούς,
που τους στέρησαν κάποιοι
το φιλί το στερνό·
το φιλί τ’ ανυπόκριτο.

Ποιητή,
πού θα βρεις το κουράγιο,
με τρισεύγενους στίχους
να ράνεις τη νύχτα σου;
τις βεντάλιες
ν’ απλώσεις ολόδροσες,
στης φρυγμένης φωνής σου
τα τρίσβαθα;

Ποιητή,
πού θα βρεις το κουράγιο,
ν’ ανοίξεις
πηγάδι χαράς
μες στον άνυδρο ύπνο σου,
τα πουλιά να ποτίσεις; 
να φροντίσεις
των ρόδων τα τραύματα;
Πού θα βρεις,
Ποιητή, τα
ο κουράγιο,
να σχωρέσεις τους ένοχους;
να σχωρέσεις
τους έ-νο-χους;;


Ποιήματα 1996