Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Μιχάλη Γεωργιάδη: Κατοικείται αυτή η πόλη;

 Η ΜΟΡΦΟΥ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ






Στις 16 Αυγούστου 1974 ο τουρκικός στρατός κατοχής πάτησε το πόδι του στη Μόρφου.


Ο Μιχάλης Γεωργιάδης γράφει, θυμάται, σκηνοθετεί για το τόπο που γεννήθηκε,
τη Μόρφου,  μέσα από το συρματόπλεγμα της κατοχής.



Από ψυχής






Για του Μόρφου 


Κατοικείται αυτή η πόλη;
Κατοικείται αυτό το χωριό;
Που πήγαν όλοι ;
Που πήγαν όλοι και αφήκαν τον Αη Μάμα
να  διαπραγματευτεί τα σπίτια μας
να περισώσει τη ζωή μας;


Μόρφου


 Η Ιστορία ζήλεψε το όνομα σου



Στου Μόρφου


 Μα πρώτα απ‘ όλα
δεν μπαίνουνε απ‘ εδώ στου Μόρφου,
η είσοδος είναι απ’ εκεί,
εκεί που μας καλωσορίζει
ο Λουκής Ακρίτας,
εκεί που μας προϋπαντίζουν
οι μουσικές φωνές των μαθητριών και μαθητών
του Α’ και Β´ Γυμνασίου Μόρφου.



Ανθοί της πορτοκαλιάς μας


 Οι ανθοί της πορτοκαλιάς
προσπαθούν να δουν
πίσω από το φυλάκιο,
πάνω από το φυλάκιο.
Προσπαθούν να καταλάβουν
αν ακόμα μυριζόμαστε
το άρωμά τους,
αν θυμόμαστε
το άρωμά τους,
αν τουλάχιστον
το πεθυμήσαμε.



Κόκκινο


 Δεν σου πάει
το κόκκινο, Μόρφου.
Δεν σου πάει
το κόκκινο, Κερύνεια.
Δεν σου πάει  γενικά
το κόκκινο,
 Κύπρο μας. 



Οι καμπάνες της Αγίας Παρασκευής

                                 ( που βρήκα πεταγμένες στον
                                 γυναικωνίτη της Αγίας Παρασκευής)


Σαν παιδιά φοβισμένα,
Κρυμμένα  εκεί πάνω
 στο γυναικωνίτη της Αγίας Παρασκευής,
μέχρι να περάσει η μπόρα,
μέχρι να ανοίξει ο καιρός.



Αγία Παρασκευή


 Μέσα είμαι
Μέσα είμαι και περιμένω να μου ανάψετε κερί




Μεγάλη Πέμπτη 2003


Ζητώ συγγνώμη από σας,
Άγιοι Ομολογητές,
ζητώ συγγνώμη γιατί φέτος,
σταύρωση έκανα
στην Αγία Παρασκευή της Μόρφου,
στην Αγία Παρασκευή μου.



Προς Ελεύθερους; Αγίους 


Δηλαδή, τώρα μεταξύ μας,
εντελώς μεταξύ μας,
όταν για είκοσι εννέα χρόνια,
κτυπούσαν χαρμόσυνα οι καμπάνες σας,
νιώθατε ήσυχοι με τη συνείδησή σας;
Διερωτηθήκατε ποτέ,
ρωτήσατε ποτέ πως ένιωθαν οι αντίστοιχοι σας,
στην τουρκοκρατούμενη Κύπρο;
Τί ένιωθαν για είκοσι εννέα χρόνια;
Τί ένιωθε ο Άης- Μάμας στη Μόρφου,
η Παναγία η Κανακαριά στην Κερύνεια;



Απόντες


Αδικαιολογήτως απόντες είμαστε όλοι μας
Αδικαιολογήτως παρόντες μόνο οι πεσόντες μας



Μιχάλης Γεωργιάδης και Αννα Μαραγκού στο ΡΙΚ







ΘΥΜΑΜΑΙ


Θυμάμαι τη μάνα μου,
Τη μάνα μου την Ελένη, του Παντελή Κωνσταντίνου Φραγκοράφτη, που ήταν ο πρώτος ράφτης που πήγε στην Αίγυπτο και έμαθε την τέχνη του ράπτη ευρωπαϊκών κοστουμιών και κόρη της Μαρίτσας που την άφησε πολύ γρήγορα ορφανή.
Θυμάμαι τη μεγάλη αυλή μας, με την αθασσιά, τη μοσπιλιά, τις μανταρινιές, τα κρίνα, τις ορτάζιες, τις οκτωβρούδες της ....

Θυμάμαι το περβόλι μας στο Συριανοχώρι. Μετά την αστυνομία, στου Χοιροδοντή στο δίστρατο, πας αριστερά δύο μίλια δρόμο όλο πορτοκαλιές, μυρωδιές και νερό ... πολύ νερό. Και ο Παπά-Γιάννης περπατητός να πηγαίνει στο περβόλι. Θα τον συναντήσουμε αργότερα στην επιστροφή να τον πάμε σπίτι στη γειτονιά.
«Η γιαγιά η Παναγιώτα έκανε αυτό το δρόμο περπατητή», μου μαρτυρά ο Παντελής ο αδελφός μου.
Φτάνουμε στο Συριανοχώρι, ακόμη όλοι κοιμούνται, κοιμούνται έξω, στις καλύφες μεσ’ τα ποστάνια, δίπλα από τα κολοκάσια. Φτάνουμε στο περβόλι... ακούεις πολύ κοντά την άγνωστη θάλασσα θυμωμένη..., το σπίτι με τις αμέτρητες φωλιές των στρούθων, το μοσσίλι, η καρυδιά, καλή σκιά μετά που θα δυναμώσει ο ήλιος, οι συκιές, μαύρα, άσπρα, σμυρνέικα σύκα, ο πιο εύγευστος συνδυασμός, με φρέσκο ψωμί και χαλλούμι που τον Πισία.
Ο πατερας μου ετοιμάζεται, εγώ στον κόσμο μου, με το τρανζίστορ στο χέρι, ακούω το «σε υμνούμε» από το ΡΙΚ το καλημερα σας στις 6 το πρωϊ, ή το voice of America από τη Ρόδο.
Μα είναι τόσο κοντά η Ελλάδα;

Μέσα από τα κυπαρίσσια του γείτονα του Φιλήτα, βλέπω να πέφτουν αλεξιπτωτιστές...
«παπά τι είναι;»
«οι Εγγλέζοι ... κάνουν ασκήσεις στους άμμους...»
«μα δεν έφυγαν οι Άγγλοι;» διερωτούμαι με αφέλεια ......
και ακούω μετα από πολύ μακριά... το καλημέρα από κόκορα...
«ακούεις τα τούτα; Είναι από την Τουρκία.
«μα είναι τόσο κοντά η Τουρκία;
Εκεί λοιπόν, θυμάμαι τον πατερα μας τον Τάκη, άγγονα του Κωστουθκιού, του Κώστα Γεωργιάδη του δήμαρχου, που έφερε το νερό το τρεξιμιό στου Μόρφου, που έκαμε το δημόσιο μας κήπο. Θυμάμαι τα γιαφίτικα, τα βαλέτσια, τα σιεκέρικα, τα γκρέιφρουτ, τα μανταρίνια, τις τεράστιες συκιές δίπλα από τη διάτρηση που μας έβγαζε νερό απο τη γη. ‘Εξι ίντζες νερό....

Θυμάμαι τα πρωϊνά ξυπνήματα για να πάμε να ποτίσουμε. Θυμάμαι τον ιδρώτα που έτρεχε από όλο του το κορμί, θυμάμαι το φκυάρι του, τις δισσιές, τα αυλάτζια, το πετράβλακα, το τρακτούδι για το τσάπισμα, το λίπασμα, το ψέκασμα... Θυμάμαι την αγωνία για τον παγετό, την αγωνία αν θα βρέξει, αν θα αλμυρίσει το νερό. Την αγωνία... «πόσα εν παν φέτος τα πορτοκάλια, πόσα εν να δώσει ο Σιακόλας, πόσα ο Σαμάρας, πόσα η ΣΟΔΕΜ....»
Θυμάμαι τη μάνα μου να προσέχει τον άντρα της να μεν πάθει τίποτα από την αγωνία... θυμάμαι τον ηλιακό της, το σφογγάρισμα, το δειλινό καφέ με τις αγαπημένες τις φίλες και ξαδέλφες, Λέλλα του Μιχάλη του Χατζηκυριάκου και Παναγιώτα του Κώστα του Κατσιάμη.
Τον περίπατο της στις Σαββάκενες, δηλαδή στη θεία Αγάθη του Σαββάκη του δασκάλου, με τις κόρες, τις πρώτες μου δασκάλες, Νίτσα και Θάλεια, στο σπίτι τους, στο δρόμο που πηγαίναμεν προς το γυμνάσιο, στην κυμωνος, απέναντι από την ΕΣΣΟ.
Θυμάμαι τα βράδια που οικογενειακώς πηγαίναμε να δούμε τηλεόραση, στη θεία Αίγλη του μακαρίτη του Χαράλαμπου Χατζηαντώνη κορη της Σιαμπανους, και στου Ευγενή που ήταν ο πρώτος που έφερε μαυρόασπρη τηλεόραση στου Μόρφου. 1963.
Θυμάμαι την οδό μας ... οδός Τρικούπη.

Θυμάμαι το καρτερίμι μας να κάνει παρέα στη γιαγιά μου την Παναγιώτα και την Χατζίνα μάνα της Ευρούς του Γιάγκου, τον Λαπουρίδη με το ποδήλατο του, τον ψάλτη, τον κουρέα, τον βιβλιοπώλη, τη γυναίκα του Ελπίδα, τη γιαγιά Θιωνίτσα,

Θυμάμαι στο περβόλι τους απέναντι από το σπίτι μας ήταν το χαράκωμα - να προφυλακτούμε από τα τουρκικά βομβαρδιστικά, 1964
Θυμάμαι τους Παττίχηδες, τις Παττιχούδες, τους Γιασεμίδηες, με το μυστήριο υιό τον Χάρη, και τον Μιλτή, που έφυγε στα 18 του για πάντα στην Αμερική, έριξε, είπε, μαύρη πέτρα πίσω του...
Θυμάμαι το Κώστα Μόντη, το θειο και νονό μου , να μας επισκέφτεται , τις Κυριακές και να δει τον γαμβρό του Συλβεστρο και αδελφή του Ειρήνη....
Δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα διάλογο του πατερα μου μου με τον γειτονα μας Χάρη την εποχή της ΕΟΚΑ Β, την εποχή της διχόνοιας και της αφέλειας, που λέει ο παπάς μου,
«ε Χάρη εν να φέρετε τους Τούρκους ρε ... και ο Χάρης να απαντά:
«παρά κουμουνισμό καλύτερα Τούρκους, κύριε Τάκη..»
Θυμάμαι τις εκρήξεις μεσ’ το σκοτάδι, τις διαδηλώσεις, τους τσακωμούς μεταξύ μας, τον φανατισμό, τα ύποπτα αυτοκίνητα παρκαρισμένα για πολλές νύκτες στη γειτονιά μας,
Δίπλα μας η Ελισάβετ και ο Πολίκκος της κυρίας Σοφούλας – θυμάμαι που πήγε στρατιώτης το 64 - η εποχή που άρχισε ο εφιάλτης της εισβολής που δεν πολυκαταλαβαίναμε τι ήταν, δεν φανταζόμαστε τι ήταν...Θυμάμαι τα ελληνικά πολεμικά αεροπλάνα που πέρασαν πάνω από τα κεφάλια μας, τι ενθουσιασμός, τι περηφάνια, τι ήχος....
‘Ηταν η πρώτη και τελευταία φορά που πέρασαν πάνω από την Κύπρο.... άδικα τα περιμέναμε το 74, «η Κύπρος ήταν μακριά....»

θυμάμαι τους πρόσφυγες από τον Καραβά και την Λάπηθο μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου 1974 να γεμίζουν τους δρόμους τα καρτεριμια και μεις να κάνουμε πρόβες με το συγκρότημα που δημιουργούσουμε με τον Τάκη το Πισία και τον Κουλλη Μελαιση.
Μετά φυγαμε και γίναμε και μεις πρόσφυγες...


Θυμάμαι την κυρία Καλή, του μηχανικού του Τοουλατσιάκκη τη γυναίκα, την θκειά μου την Αθηνά, δεν ήταν θεία μου ... αλλά μπορεί και να ήταν, όλοι μας λίγο πολύ είμαστε συγγενείς.
Την θυμάμαι τελευταία φορά, όταν σαν πρωταγωνίστρια σε αρχαία τραγωδία, βγήκε από το σπίτι και έκλαιγε τον άγγονα της, τον Πολίκκο, συμμαθητής μου, γείτονας, παιδικός φίλος ... Ιούλιος 1974..... μου θύμισε τη μάνα του ‘Αντη Φιλήτα 10 χρόνια πριν ...το ίδιο σπαρακτικό κλάμα, στην ίδια τραγωδία 1964 ....
Πιο κάτω ο καινούριος μας γείτονας, ο κύριος Γιώργος Αναστασιάδης, ο άντρας της κόρης του Πουλλαόφωνου, καινούριο, μεγάλο πλούσιο σπίτι,
από τη βεράντα του θα άκουε BBC και βλέπαμε άφωνοι τα Τούρκικα μεταγωγικά, κάπου προς το Δκιόριος να πετούν προς Κερύνεια. Ιούλιος 1974
Αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε....
Μετά φύγαμε... 14 Αυγούστου 1974, ημέρα Τετάρτη.
Θυμούμαι τα χελιδόνια που έπαιζαν μαζί μας, ερχόντουσαν από την Αγία Παρασκευή μας και μπαίνανε γρήγορα και χαμηλά μεσ’ την Τρικούπη και φεύγανε προς του Τορνάρη, πεντάδρομο και ξανά πάλι.... μέχρι να μας διακόψει η Ελένη να πάμε για φαγητό και διάβασμα.... ή μέχρι να μας καλέσει η Αγία Παρασκευή στον εσπερινό... ο παπα-γιαννής, ο ψάλτης ο Γιαννής ο Σκαπούλλης και ο Λαπουρίδης, τα εξαπτέρυγα, ο μάκρυς, πράγματι πολύ ψηλός.... και ο γέρο παπα-χαράλαμπος να κάθεται πίσω στο ιερό.

Θυμάμαι το ψιλικατζίδικο του Λεατζη, κουφέττες, τύχες, πασατέμπο, ππιριλιά, σβούρες και καρτούες με τους ποδοσφαιριστές του ΑΠΟΕΛ, της Ομόνοιας, του Πεζοπορικού.
Θυμάμαι τις λαμπρατζιές το Μεγάλο Σάββατο με πρωταγωνιστή το Γαβριηλούδι, τον Νίκο Καρναρο τον κατασκευαστή του Ιούδα και τους δίπλαρους, αδελφούς Δημητρίου που ήταν υπεύθυνοι του ήχου...
Τον πεντάδρομο με τους καφενέδες, Καθαρά Δευτέρα ο Θεοτόκης Κουταλιανός, με την παρέα του να ξεκινούν το γλέντι από τις 10 το πρωϊ και να τελειώνουν αργά το βράδυ... μέχρι το βιολί του να θέλει να πάει κοιμηθεί.
Θυμάμαι τις μαθητικές παρελάσεις και γιορτές με το δάσκαλο τον Σώζο τον Χαραλαμπίδη να διευθύνει την φιλαρμονική του Διγενή Ακρίτα και αργότερα του Β Γυμνασίου, τον Κώστα Καλαθά παλαιότερα με τα τύμπανα και τις σάλπιγγες να μας θυμίζουν με το αιοθυνόν την εθνική επέτειο, τον Κώστα Κασιανό, πρώτα στο Ελληνικό Γυμνάσιο και μετά στο Γεωργικό. Και πάντα όλοι τους να μαζεύονται στο σωματείο να κάνουν ορχήστρες, χορωδίες, θέατρα με νέα παιδιά, που από το τίποτα γινόντουσαν σπουδαίοι μουσικοί και ηθοποιοί.
Και γω να ονειρεύομαι....
Ο Πάμπος ο Κουρέας, μπάσο, ο Φοίβος Λοϊζου άλτο σαξόφωνο, ο Καλαθάς, ο Κέλλας τρομπέτα, ο Φύτος ο Παττίχης τύμπανο, εγώ μαγεμένος με τη στολή τους και όνειρο ζωής εκείνο το τύμπανο. Το τύμπανο το παρέλαβε ο αδελφός μου ο Νίκος και μετά το όνειρο έγινε πραγματικότητα. Φόρεσα τη στολή της φιλαρμονικής του Β Γυμνασίου Μόρφου. Ο Τάκης Πισίας μπροστά με τον Άριστο Κιλάνη από τη Ζώδια, τρομπέτα, η Νίκη Ταλιώτου και η Αίγλη Ερωτοκρίτου δίσκους, ο Σωλομονίδης, Αγγελος Ευσταθίου τρομπόνι, ο Φοίβος Μυριάνθους κόρνο, ο Ανδρέας Μιχαηλίδης, η Αθηνά Αριστοτέλους κλαρίνο, ο Λοφίτης, ο Σιαηλής...
Να διασχίζουμε την Kίμωνος, την Ερμού και καταλήγουμε στην πλατεία της Αστυνομίας η του Διοικητηρίου, της Μητρόπολης του Αγίου Μάμα, των δημοτικών σχολείων. Να πάμε μετά στο Τριανό το ζαχαροπλαστείο, στο Βαλέτσια, στο Μορφώ, να κεραστούμε αθώο ερωτικό χαμόγελο, από τις συμμαθήτριες μας και να θέλουμε να μη τελειώσει ποτέ αυτή η στιγμή, αυτή η ζωή.....
Θυμάμαι, το καλοκαιρινό απόγευμα στο Διγενή Ακρίτα, ατέλειωτα παιγνίδια μπάσκετ εκεί πίσω στο γήπεδο του Θωμά, του Κυριακίδη, του Φρυδά, του ψηλού του Κωνσταντινίδη, του Συμεωνίδη, του Πασιά, του Σκαπούλλη, του Αργυρού, του δάσκαλου του Σολομωνίδη, του Πρόδρομου του προπονητή και διαιτητή, του Φύτου Νουφρίου... που μας ταξίδευσαν και μας γνώρισαν την ΠΑΕΚ στην Κερύνεια, τον Πεζοπορικό στη Λάρνακα.
Θυμάμαι τις χειμωνιάτικες Κυριακές με τις πρωϊνές μαθητικές κινηματογραφικές παραστάσεις στο ΡΕΞ, στο Απόλλων, στο Πάνθεον, να περιμένουμε το διάλειμμα, να ανταλλάξουμε χαμόγελο με την συμμαθητρια...κρυφά από τους παιδονόμους....
Θυμάμαι το μεσημέρι στην αυλή μας για το ψητό αφού ακούσουμε πρώτα το κυπριακό σκετς απο το ΡΙΚ. Απόγευμα όλοι, μα όλοι στο δημοτικό γήπεδο - με γρασίδι παρακαλώ - να καμαρώνουμε την ομάδα του Διγενή. Και να ζούμε για ένα γκολ, για μια νίκη απέναντι στις μεγάλες ομάδες, για ένα άγγιγμα στο τέλος από τον Χαριλλή, τον Ευτιμή, τον Χρίστο και Μιχάλη Σκαπούλλη, τον Τσιάκκα, τον Κούη, τον αδελφό του το Πάμπο Τσίγκη, που ακόμα δεν το πιστεύουμε πως χάθηκε μες την προδοσία. Θυμάμαι τα ντέρπυ με την ΑΕΜ, τα ταξίδια στην Αμμόχωστο, στο Παραλίμνι, στην Πάφο, στη Λεμεσό. Μελλοντικές πατρίδες.....

Θυμάμαι το Ξερό, τον ποταμό του Κάμπου, την Πεντάγια, τα μπάνια στου Σιάχουρου, και στο κέντρο του Γιαννή. Κόκα κόλα, κατεϊφη, και παγωτό....

Θυμάμαι το φεστιβάλ πορτοκαλιού, τους χορούς, την τόμπουλα, το δρόμο με τα καλοκαιρινά σινεμά, τα παράνομα πάρτυ, τον θεολόγο μας τον Διορίτη που μας απόβαλλε γι’ αυτό, τα ποδήλατα μας, τους περιπάτους στα περβόλια τη νύχτα,
Θυμάμαι τους γάμους, με τα τραπέζια μέσα στους δρόμους, τις ορχήστρες, τους χορούς, τα πλουμίσματα, απου βάλει παραπάνω....
Θυμούμαι που ήρθε η Βίσση στο Απόλλων το καλοκαιρινό του Βαγορή , ο Βιολάρης, ο Μακάριος, η πριγκίπισσα Ειρήνη, η Τζένη Καρέζη, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, τον Μπιθηκώτση, την Ζωή Λάσκαρη, στο ΡΕΞ, ο Αλεξαντράκης, ο Παναγιωτάκος, πρέσβης της Χούντας... θυμάμαι απέναντι από το Μοντάλτο που κατέβηκε από τη λιμουζίνα του, εγώ με το τύμπανο μπροστά να μαγεύομαι από την ομορφιά της κόρης του....... θυμάμαι το συγκρότημα GMG με τους Νάκη Λαδόμματο, Νάσο Πίτσιλλο , τον Νίκο Γεωργιάδη, τον Σούλλη απο το Ξερό, και τον Κύπρο Κουρή που αποψε μας φιλοξενεί στο νέο θέατρο των Σόλων στο σχολείο του, που ονόμασε Ηeritage – κληρονομιά …κληρονομιά στο τόπο , κληρονομιά στου Μόρφου.
Θυμάμαι το Αρχαίο Θέατρο του Ανδρέα Μανώλη το δασκάλο, στους Σόλους, θυμάμαι το Μιχάλη Ζεμπύλα, το Γιάννη Ποδηναρά, την Τότα Εκκέσιη, τη Δώρα Σάββα από το Ξερό, να μας ταξιδεύουν στην αρχαία Ελλάδα μας. Ηλέκτρα, Αίας, Εκάβη, Ιφιγένεια εν Ταύροις.... θυμαμαι να ακουμε στο τρανσιστορ την απιστευτη νικη του Παναθηναϊκου επι του Αγιαξ, και ο ερωτας να σμιγει με το κυμα της κοκκινης μας θαλασσας απεναντι απο το θεατρο.το πρωτο φιλι...

Θυμάμαι την Πιτσιαήνα στην αγορά, τη Θέκλα τη νοσοκόμα στου γιατρού του Κλείτου του Ιακωβίδη, τότε δήμαρχος, τον ποδηλατά στον πεντάδρομο, τον Φώτη τον Σκαρπάρη στον κύκλο της Αγίας Παρασκευής, τον παπλωματά απέναντι από του Τορνάρη, τον Τσιτσινια με τα σουβλάκια του, τον Γιώργο τον καθαριστή θεος μακαριση τον,, απέναντι από την Τράπεζα Κύπρου, το Μασούρα στο Συνεργατικό Παντοπωλείο, τη Συνεργατική Τράπεζα, το μουσικό τον Ττόμα, αλήθεια από πού ήταν ο Ττόμας?.....

Το εστιατόριο του Τσιριπιλλή, τα σιάμισιη, το παγωτό του Ακη του Μουζούρη απέναντι από τον Κήπο, το Μαύρο τον Ταξιτζή, τον Χαριλλή τον Μυριάνθους, τον Χελιδονιά το δάσκαλο, τον Τζίρκο, τον Γιώργο το Χαραλαμπίδη, τον Ανδρέα Καραολή, τον Πέτρο Κούλινο τον φαρμακοποιό, τον Γιαλλουρίδη το γυμνασιάρχη, τον Μονοβουκα, τον Γιαννακα, τον Μακρυγιωργη, τον Πίττα, τον Τταπη, τον Πετρώνδα, το Γιάννακα, το ΧΧαραλάμπους , τον φωτογραφικό όμιλο, τον Μερακλή, τους Παλαόντηδες, μεγάλη Μορφίτικη οικογένεια, τους Χαμάληδες, τον Ματραλλη, τον Σιδερά τον βιβλιοπωλη, τον Καρναρο, τους Σιαμπτάνηδες, τον Κάνθερ καφετζή του Διγενή, τους Πρατσήδες που χάρισαν το Πολύκαρπο στου Μόρφου, τον Μελαϊση, τους Σιαηλήδες, τον ΄Ανθο Ροδίνη, το Σιλβέστρο, το Θωμά τον οδοντογιατρό, τους Κολάντηδες, τον Φτυμή το φωτογράφο, τον Πάμπο τον Σαββίδη με την Μαρούλλα του, τον Πάμπο Ραγιά, που επίσης μας χάρισε τον γιόκα του, τον θυμάμαι ακόμα να τραγουδά και να ονειρεύεται, τον Ταλιώτη τον οδοντογιατρό, τους Κουρήδες, τον Καραπούτσιο, τι δυνατή φωνή θεέ μου μεσ’ το γήπεδο..... τον αλευρόμυλο του Γιαλλουρίδη, χάθηκε στην Κερύνεια... τους Δαμασκηνούς με τον υιό τον αγνοούμενο, τον Φρυγκα, τα λεωφορεία του Θρασύβουλου και του Χατζή, τους Κουδουνάδες, τον Κρίτωνα Αριστοτέλους, τους Μαιφόσιηδες, τους Στρόππους, τον παπα-Αντώνη, τον Κέπεσιη που μας εμάλλωνε άμα εκόβαμε λουλούδια από το φράκτη των περβολιών της Μητρόπολης, τον Παπάχαραλαμπο τον Κούρη στο κατηχητικό... τον Φυτίδη τον δάσκαλο, το Γεωργικό Γυμνάσιο, την Εμπορική, το άγαλμα του Λουκή Ακρίτα στο έμπα του Μόρφου στα γυμνάσια,

Θυμαμαι το άγαλμα του ΄Αντη Φιλήτα, στο σωματείο που κτίστηκε το 1960, το Σερράχη ποταμό, το γεφύρι, το κατώτερο, το αρρεναγωγείο, το παρθεναγωγείο... τον ελιόμυλο του Αζζά κάτω από το αρρεναγωγείο, τους λοκουμάδες της γιαγιάς του φίλου Κούλλη, την τζιαμή, το τούρκικο δημοτικό, δεν μας είπαν ποτέ και τίποτε για την ύπαρξη Τούρκων Μορφιτών.... χωριανών μας......


Θυμάμαι τους Κυριακήδιες... τους αδελφους Ευσταθίου, τον Χίλμο τον αστυνομικό, τον Τζιτζιολή τον εφημεριδοπώλη, τους αδελφούς Χρυσοχού, τον Σύμο στο κουρείο του, τον Σιηττή, τον Αδιόριστο, τον ΄Ανυφτο, τον Κατσαο, τον Ατσιάρη, τους Κοκότσηες, τους Πελεκανήες, τον Μαυροκορδάτο, τον Πηλάσα, τον Παπέττα, τους Σερτάρηες, τον Πάτσιο το δάσκαλο, τους Χαλοφτήες, τους Κουπάρηδες, τους Καβαλλάρηδες, τους Νούφριους, το Μουζούρη, τους Λαμπρήδιες, τον Μισηρλή, τους Χαλοφτήες, τους Κεήδες, τον Κατσιάο, τους Κεντώνηδες χαρισαν και αυτοί το λεβέντη τους, το Φούρνια, το Βότση, τους Σολέα, τους Μαρτάες, τους Πυλαβάες, τον Πίτσιλλο, τον Λαδόμματο, τον Πετρίδη, τους Στρόππους, τους Φρίγγιδες, τον Φυτή τον ράφτη....


Θυμάμαι τους δρόμους, τα σπίτια, τις γειτονιές που δεν είναι τίποτε χωρίς τους ανθρώπους, χωρίς τους Μορφίτες και τις Μορφίτησσες. Γιατί Μόρφου υπάρχει ώσπου υπάρχουν Μορφίτες....



HOME









Η ΚΥΠΡΟΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ