Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΠΕΡΤΗΣ






Καρτερούμεν μέραν νύχταν


Καρτερούμεν μέραν νύχταν, να φυήσει ένας αέρας
σ' τούντον τόπον πόν' καμένος τζι εν θωρεί ποττέ δροσιάν,
για να φέξει καρτερούμεν το φως τζείνης της μέρας,
πον' να φέρει στον καθέναν τζαι δροσιάν τζαι ποσπασιάν.
Την Μανούλλαν μας για πάντα μιτσιοί μιάλοι καρτερούμεν
για να μας σφιχταγγαλιάσει τζαι να νεκραναστηθούμεν.

Η ζωή μας εν για τζείνην τζαι ζωή μας τζείνη ένι
τζαι πως τρώμεν δίχα τζείνης τζι είμαστιν βασταεροί
εν γιατί με τ' όνομάν της είμαστιν ποσκολισμένοι
πον' το βκάλλουν που τον νουν μας μήτε χρόνια με τζαιροί
ξυπνητοί τζαι τζοιμισμένοι εν για τζείνην η καρτκιά μας
που διπλοφακκά για να ρτει τζαι να μείνει δα κοντά μας.

Τα λαμπρά μας ούλλον τζι άφτουν τζι οι καμοί μας εν σιούσιν,
εν' συμπούρκισμαν φουρτούνας των τζυμάτων του γιαλού
ετσ' οι λας εν' που παθθαίνουν όντας ξένοι τζυβερνούνσιν
έχουν μέσα τους φουρτούναν τζι αν τους έχουν προς καλού
τζι όσον τούτοι τζι αν καρδκιούνται που την Μάναν χωρισένοι
η αγάπη τους περίτου γίνεται δρακοντεμένη.

Πκοιος αντίκοψεν ποττέ του, τον αέρα για το τζύμμαν
τζι έκαμεν το για να αλλάξει φυσικόν τζαι να σταθεί;
Ομπροστά στον Πλάστην ούλλοι εν είμαστιν παρά φτύμμαν,
εν' αβόλετον ο νόμος ο δικός Του να χαθεί
τζαι για τούτον μιτσιοί μιάλοι για την Μάναν λαχταρούσιν
εν' η γέννα, εν' το γάλαν, εν' τα χνώτα που τραβούσιν.

Είντα γάλαν ήταν τότες τζείντο γάλαν που βυζάσαν
ας αμπλέψουν να το δούσιν, είμαστιν ούλλοι εμείς.
Αν περνούσιν μαύρα χρόνια σγοιαν τζαι τζείνα που περάσαν
'Πο μας ένας έντζε βκαίνει που την στράταν της τιμής
Μητ' επλάστρηκεν ποττέ του, τζι αν πλαστεί τζι ανοίξει στόμαν
νεκρόν εν να τον ξεράσει τζαι του τάφου του το χώμαν.









Βούττημα ήλιου


Άρκον ποννά με παίρνουσιν οι τέσσερις κ̌ι εμέναν,
μέσα σ’ κ̌ειν την ανακατωχ̌ιάν
έλα κ̌ι εσού στην εκκληχ̌ιάν,
μεν αντραπείς κανέναν.

Αγάπουν σε εξωψυχ̌ής κ̌ι εννά σε καταχνώσουν·
αν είσαι κόρη σπλαχνικ̌ή,
μεν περαρκήσεις, έρκου κ̌ει,
πριχού να με λουκκώσουν.

Τους ζωντανούς εν πόχουσιν μάχ̌ην κ̌ι εν τους χωνεύκουν,
τους πεθαμμένους συγχωρούν·
εν φούχτα χώμαν κ̌ι εν μπορούν,
κόρη, να τους παιδεύκουν.

Ππέφτει τους πκιον μακάριση κ̌αι ψυσικόν διούσιν,
γιατί ‘πού τον ψεματινόν
πηαίνουν στον αληθινόν
κόσμον, κ̌ι εννά κριθούσιν.

Αν μεν μου κάμουν κόλλυφα στες τρεις, με σαραντάριν,
μήτε στον χρόνον λουτουρκάν,
πάρουμουν για παρηορκάν
κάμε μου τουν την χάριν.

Βούττημαν ήλιου κ̌ι ύστερις τέλεια ποννά σιγράσει
κ̌αι πόνν’ αδκειάσουν τα στενά,
πον έχ̌ει πλάσμα να περνά,
για να σε ξηφαράσει,

έλα κ̌ι εσού στο μνήμαν μου κ̌αι μες στον μπότην άψε
αϊταφίτικον κ̌ερίν,
κάπνισε, κόρη, νακκουρίν
νομάτισ’ με κ̌αι κλάψε.







H φτώχ̌εια


Φτώχ̌εια, που κάμνεις τόσους λας να πκιάννουσιν καλάθιν,
να καρτερούν ‘πο ‘κει ‘πο δα έναν βούκκον ψουμίν,
φτώχ̌εια, που η χαρά ποττέ κοντά σου εν εστάθην
κ̌ι όσοι σε δούσιν, κλώθουσιν κ̌αι βρίσκουν αφορμήν
να μεν σε χ̌αιρετίσουσιν, με να σου κοντοφτάσουν,
φτώχ̌εια, πον έχουσιν καρτκιάν να σου χαμογελάσουν.

Φτώχ̌εια, που νιάτια κοκκαλιείς κ̌αι που τα μαρανκιάζεις
κ̌αι πον τ’ αφήνεις να χαρούν μήτε μιαν σταλαμήν,
που φευκατίζεις κ̌αι πολλούς κ̌αι που καταρημάζεις
κ̌αι ‘που την πείναν καταλυείς τ’ άχαρόν τους κορμίν,
που τους βωβώννεις κ̌ι εν μπορούν τα θέλουσιν να πούσιν,
πον τους αφήνεις να καμμούν, μήτε να κ̌οιμηθούσιν.

Φτώχ̌εια, που ‘σαι πάντα χ̌χ̌υφτή κ̌αι παραπονημένη
κ̌αι που σε τρώ’ η μισταρκά κι η βαρετή δουλειά,
που παρπατείς με το κονκ̌ιόν κ̌αι βαρυκαρτισμένη,
γιατί εν εδοκ̌ίμασες με χάδιν, με φιλιά,
φτώχ̌εια, κ̌ι αν τρων το δίκ̌ιον σου οι λας οι παραπάνω,
ποττέ μεν απορπίζεσαι κ̌ι έχ̌ει Θεόν ‘που πάνω.

Εσούνι κάμνεις την τιμήν περίτου τιμημένην,
την αθρωπκιάν ψηλόττερα ακόμα να σταθεί,
κ̌ι αν σ’ έχουσιν ποριψιμιάν κ̌αι τσαλαπατημένην
κ̌ι εν πλάσκεται μήτε ψυχ̌η για να σε λυπηθεί,
τούτα ούλλα τα κάστια, πον το μαρτύριόν σου,
σηκώννουν σε κ̌αι βκάλλουν σε ψηλά πον ο Θεός σου.





Το στομόχ̌ειλόν σου


Έχεις γλυκύν στομόχ̌ειλον πολλά,
πον το ‘χει άλλη μια μέσα στην χώραν.
Όπκοιος σε δει το γαίμαν του χογλά,
λουβάρκα να ‘χ̌ει, δκια τα ‘πού καλά
να το φιλήσει κ̌ι εν θωρεί την ώραν.

Ίντα να πω κ̌ι εγιώ που καταυτίς
για σέναν κ̌αι το γαίμαν μου χ̌ιονώννω!
Μιαν σταλαμήν να μου φιαρευτείς
να σε φιλήσω κ̌ι ύστερις ευτύς
‘πο τουν τον κόσμον τότες ξηχρεώννω.




Θωρώ σε κ̌ι ούλλον έναν αρωτώ


Θωρώ σε κ̌ι ούλλον έναν αρωτώ
ίντα λοής η ομορτκιά σου ένι,
δέρνω τον νουν μου, χάχ̌χ̌ιω, πελλετώ
κ̌ι οι κόποι μου, του κάκου, παν χαμένοι.

Μέλλιμον είσαι όρωμαν, δροχ̌ιά,
για μυρωδκιά των φκιόρων είσαι; πε μου,
μεν κ̌ι είσαι τάχατες θεάς οχ̌χ̌ιά;
χ̌ιαστίζω, πον εχ̌ιάστησα ποττέ μου.

Ό,τιν κ̌ι αν είσαι, πε μου, να χαρείς,
γιατί λλιοψυχούν όσοι σου μπλάζουν,
βαστά σε η καρτκιά σου να θωρείς
μιάλους μικ̌κ̌ιούς για σεν ν’ αναστενάζουν;

Νεράδ’ αν είσαι τόπου κανενού,
φανέρωσ’ μού το πκιον να μεν σε λάμνω,
ανκ̌έλισσα αν είσαι τ’ ουρανού,
να μάθω κ̌αι να ξέρω ίντα κάμνω.



Η Γιαλλούρα


-- Βρα Γιαλλουρού, άκου, φακκούν.
-- Μανά, εν το καπρέτιν
Το γέριμον τζ΄είν το σ΄οιρίν,
Τζι άμα πεινάσει νακκουρίν,
Κάμνει το σπίτιν φέττιν.

-- Μμα, κόρη, ττακκουρούν πολλά.
-- Εν τ'αππαρίν αλώπως
Τζ΄ είν το συζίνιν τζιαί διψά,
Σκαλίζει τζιαί πορτοκλωτσά
Τζιαί σσ΄ειέται πκιόν ο τόπος.

-- Κόρη, ψίχου τζι εβ βούριστρον.
-- Εν το ταυρίν σιούρου
Τζι εσ σύγκοντα η κατσελλού
Πων την εσσ΄οινιασες αλλού
Τζι έβαλεν την πωβούρου.

-- Τούτον εν πλάσμαν, ττακκουρά.
-- Ούσσου πκιον τζιαί φοούμαι.
Μεν τζι έν το ζώδκιον του σπιδκιού
Του γέρημου τ' αλακαδκιού·
Βρίξε πκιόν τζι έν τζ΄ οιμούμαι.

Εβριξεν η μανούλλα της .......
Τζι εθώρες την γιαλλούραν
Να σ΄ονοστεί μεσ' την αυλήν
Τζιαί μάτσ΄ου μάτσ΄ου πκιόν φιλίν
Με τζ΄ είνον που 'ττακκούραν.

Πάνω σε τζ΄ είν την σταλαμήν
που κρούζει τζι ανασταίννει
Την μιάν τζιαί την αληθινήν
Τρεμουσ΄ασμένην μιάφ φωνήν
Ακουσεν να ξεβαίννει.

-- Α, που να σ' έχω στοθ Θεόν,
κόρη μ', αγκαλεμένην·
Εν τούτος ζώδκιον τζι αππαρίν
Τζιαί το σ΄οιρίν τζιαί το ταυρίν
Που σ' έσ΄ αγκαλιασμένην;




Στην ομορκιάν της


Τόμου’ φανείς, λαμποκοπά ο τόπος,
σπαγιάζουνται τζι οι λας που σε θωρούν,
που τους αντζέλους έφυες αλώπως,
τζαι κλαίουν, το στραφείν σου καρτερούν.

Κάθε σου κλώσμαν, γέλιον τζι αμμαδκιά σου
αννοίει στράτες πό 'χουσιν κρεμμούς,
παράδεισος έν' η κορμοστασιά σου,
μμά συμπουρκά τζαι πόνους τζαι καμούς.

Ο Πλάστης έβαλεν τα δυνατά του
τζι έκαμέν σε με τόσην μαστορκάν
τζι αν σ’ άφηκεν να φύεις που κοντά του,
έν' που το σκέφτηκεν στην υστερκάν.

Τζι είπεν: στον κάτω κόσμον ας την πέψω,
για να ξηννοιάσω πκιον, να ποσπαστώ,
μέμπα τζαι ξηστρατίσω τζαι μπερτέψω
τζι εγιώ, σγοιαν τους αθθρώπους, κολαστώ.

Τζαι πόφοα τζι εμείς εννά του πούμεν:
τους νόμους του για τέθκοιαν ομορκιάν
πως εν νέν' βολετόν να τους κρατούμεν,
γιατ’ έχουμεν τζαι γαίμαν τζαι καρκιάν 





Τ' αμμάδκια της


Τ’ αμμάδκια σου τζι η θάλασσα εν έχουν δκιαφοράν
τζι όπκοιος τα δει τζειμέσα τζει πάει να ταξιδέψει,
ταξίδιν πον το έκαμεν καμμιάν άλλην φοράν,
γιατί μές στην παράδεισον ορπίζει να κονέψει.

'Μμα τόμου μεσοπέλαα χαλάσει ο τζαιρός
πόν' να δικλήσεις να τον δεις τζαι να τα πελλετήσει,
εννά του μείνει του φτωχού ορμός ποττέ γερός,
πον έσει ξέρην πκιον να δει τζι ορπίδαν ν’ αρμενίσει!

Εννά τριχομαλιάζεται, να κλαίει μανιχός του
για το ταξίδιν πο' 'καμεν τζι εστάθην ο χαμός του.
Tζι εγιώ ο κακομάζαλος που χάσσω τζαι θωρώ τα
τζαι λαμπασμένος ύστερις τζαι λαωμένος πρώτα.



Το φιλίν σου


Αν ήτουν βολετόν για να ξηχάσω
πως είμαι ζωντανός τζαι παρπατώ,
τον Πλάστην μου να τον παραμερκάσω
που πάντα μου ποκούμπιν τον κρατώ,
τότες ξηχάννω τζείνον το φιλίν σου.
Αμμά τζαι φούχτα χώμαν να γινώ
μιαν τζι η ψυσή μου έν' τωρά μαζίν σου
εννά 'ν' τζαι τότες… Εν σ’ αλλησμονώ.




Καλώς τους, καλώς ήρτετε


Χαιρετισμός στους αδελφούς απ' την Ελλάδα, που απαγγέλθηκε στους Πανελλήνιους αγώνες στο Στάδιο της Λεμεσού το Μάη του 1929.

Καλώς τους, καλώς ήρτετε, ψυχή, καρτκιά δική μας,
της Μάνας της αξήχαστης κ̌αι γέννημαν κ̌αι θρέμμαν.
Τώρα που μας εμπλάσετε, σιούσιν οι καμοί μας,
τωρά καταλαββαίννουμεν πως ζ’ιούμεν κ̌ι εν εν ψέμαν,
χίλια κακά σκουλλίζουν μας κ̌αι βάσανα μας τρώσιν
κ̌ι έχουμέν τα προχ̌χ̌έφαλον κ̌αι για κρεβατοστρώσιν.

Παιχνίδιν εγινήκαμεν της λύπης, συντροόλα.
Ορτοποδούν ξένα παιδτκιά της μητριάς κοντά της;
Μπορούν με διπλοπροσωπκιάν να ζ’ιούν, εν πράμαν κ̌ιόλα;
Τα στήθη της εν μάρμαρον, βυζάκα τα βυζ’ιά της,
κ̌ι αν έχουν γάλαν, πκοιος πελλός πά’ να τα πιππιλλίσει,
πον ομπυασμένον κ̌ι, άμα φά’, ποττ’ εν κ̌ι εννά λαχτίσει!

Τέθκοιαν ζωήν δκιαβαίννουμεν, που κόλαση λοάται,
συμπαλισμένη λαμπρακ̌ιά τα μέσα μας δκιαζώννει.
Ο καταρράχτης σιωπά, κοξ’ιάζει για κ̌οιμάται;
Έτσι κ̌ι ο σκλάβος εν καμμά, μήτε ποττέ μερώννει,
γείρνει κ̌αι πα’ στην Μάναν του μερόνυχτα ο νους του,
ούλα τον ήλιον πον βκαίνεει έξω ‘πο τους γυρούς του.

Η θάλασσ’ άλλαξεν ποττέ τον τόπον της, αλλάσσει;
Χ̌ίλιοι ανέμοι κ̌ι αν φυσούν κ̌ι αν την ανακατώσουν,
‘πού κ̌εια χαμαί που ‘πλάστηκεν ποττέ της εν ταράσσει.
Έτσι κ̌ι εμείς το ίδιον κ̌ι ακόμ’ αν μας σκοτώσουν.
Το γαίμαν, ποννά χιονωστεί κ̌ι η γη να το ρουφήσει,
εννά διψά την Μάναν του κ̌ι ακόμ’ αν ποστρανκ̌ίσει.

Είμαστιν κ̌είνοι που ‘μαστιν, κ̌ι εμείς κ̌αι τα παιδτκιά μας·
ο σπόρος εν ο ίδιος, το ίδιον χωράφιν,
όσον κ̌ι αν πολλυνίσκουσιν τες πλήξες, τα κακά μας,
εν μας λυούν κ̌ι αν μάχουνται με βόλιν, με χρυσάφιν·
αν άλλασσεν το φυσικόν εύκολα του πλασμάτου
κ̌ι ο Πλάστης ενν’ αντρέπετουν για τουν τα έρκατά του.

Εν μας εφοηκ̌κ̌ιάσασιν οι μαύροι κ̌ειν οι χρόνοι,
κάψιμον κ̌αι παλλούκωμαν, σφάξιμον κ̌αι κρεμμάλλα·
το γαίμαν εποστόμωσεν πολλούς κ̌αι ποστομώννει
κ̌ι αν πάθουμεν χ̌ειρόττερα κακά ‘πο τούτα κ̌ι άλλα,
γλιτώννουμεν ‘που την σκλαβκιάν, στέκεται κ̌ι η τιμή μας,
στιμιάζεται κ̌ι η Μάνα μας περίτου κ̌ι η φυλή μας.

Ας κάμουν μ’ ό,τι θέλουσιν κακόν αδερφοσύνην,
την γην πηγήν ας κάμουσιν, τον κόσμον να χαλάσουν
κ̌αι πολασέλα μέσα δα ας άψουσιν καμίνιν·
άλλους να ψήσουν κ̌αι πολλούς να κατακομμαδκιάσουν
κ̌ι ας φάσιν τα κριάτα μας ατοί κ̌αι χ̌χ̌υλλολόιν,
με πρώτον, μήτε ύστερον εν το μαρτυρολόιν.

Τώρα, σγοιαν είστε μέσα δα, ο τόπος χαροπκοιέται·
σγοιαν νεφικόν τα βάσανα φεύκουν ξηδκιαλυσμένα,
καθένας μας, που σας θωρεί τωρά, ξαναγεννιέται.
Γίνουνται τα πικρά γλυκ̌ιά, τα όξινα μελένα,
μυρίζουν κ̌αι τα κόκκαλα τους λας πον πεθαμμένοι
κ̌ι εν οι ψυχές μας ούλλες μια κ̌αι παρηορημένη.

Θαρκούμαστιν κ̌ι εν όρωμαν πως είστε ομπροστά μας·
δκιαλοϊσμένοι χάχ̌χ̌ιουμεν, ψήχου κ̌ι εν πελλετούμεν,
αλάφρωσεν, φτεροπετά η άχαρη καρτκιά μας,
αλώπως εν κ̌αι ξέρουμεν μήτε ίντα λαλούμεν,
πκιάννει μας το τρεμουχ̌ιαρκόν κ̌ι εν κι η φωνή πνιμένη,
εν παραπάνω ‘πού χαρά τούτον ό,τιν κ̌ι αν ένι.

Μήαρε η παράδεισος εννά ‘χει τόσην χάρην
κ̌αι κ̌είνοι πον κ̌ει μέσα κ̌ει χαίρουνται παραπάνω;
Εννά ‘χουσιν, σγοιαν έχουμεν εμείς, τουν το καμάριν
κ̌ι ας είμαστιν δα κάτω δα κ̌αι κ̌είνοι ψηλά πάνω;
Παράδεισος για λλόου μας εν η γλυκ̌ιά θωρκά σας,
να σας σφιχταγκαλιάζουμεν κ̌αι νά ‘μαστιν μιτά σας.

Με τες ευκ̌ες μας συντροφτκιάν αγκαρδτκιακά κ̌αι κνήχ̌ια,
αδέρτκια μας, στην Μάναν μας κ̌ει κάτω τόμου πάτε,
αρκήν ‘πού την κουρίδαν της ως στων ποδτκιών τα νύχ̌ια
να κάμετε ‘πού τα φιλιά να μεν την παραιτάτε
κ̌αι να της πείτε κλάμοντα ίντα κακά τραβούμεν,
να ‘ρτει το γληορύττερον, να νεκραναστηθούμεν.








Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

ΝΕΝΑ ΦΙΛΟΥΣΗ





ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ


Γυρεύω κάτι παλιά γενέθλια
Τριμμένα στις γωνίες
ιδρωμένα
σαν τη φωτογραφία με τον παππού
το Πάσχα που γύρισες και πάλι νέος.

Ανοίγω την πόρτα να μπει το αύριο
τα δωμάτια γίνονται επίπεδα
οι παιδικές απορίες γίνονται εκπομπές
στο ραδιόφωνο για ερευνητές
συλλογικού πόνου και συγγραφείς.

Οι γονείς μας θυμάμαι σαν φαντάσματα
έφτιαχναν τα ρούχα μας στο μεσοΰπνι
με μια τρυφερότητα Θε μου-
Κι η λαχτάρα τους γέμιζε
τις τσέπες των ονείρων μας
καλοκαίρια και φως.




ΑΠΟΡΙΑ ΕΝΗΛΙΚΑ


Όταν χειμωνιάζει ξαφνικά κι αντέχουμε
το ποίημα λείπει πάλι
και περιμένουμε.
Η λήθη τότε αναδιπλώνεται
καλοκάθεται στο σαλόνι μας, πίνει καφέδες
και καπνίζει.

Ποιοι φίλοι να 'ναι τάχα
Που τραγουδούν την απουσία μας;
Αχνίζει σπίτι μας η ανάγκη
κι έξω χαράματα οι άρτοι θυσιάζονται.
Γιατί επιμένουν όμως
γιατί επιμένουν
οι αθώες γυναίκες
να κουβαλούν τις δωρεές μας.


Από Ανθολογία Σύγχρονης Κυπριακής Ποίησης
εκδόσεις  Μανδραγόρας





ΝΥΧΤΕΣ ΙΟΥΛΙΟΥ


Τη νύχτα η οργή κατακάθεται σαν τον καφέ
υποχωρεί αντιστρόφως της υγρασίας
ζώντες και τεθνεότες σιγομιλούν σε μικρές βεράντες
και υποσελήνιους κήπους
μονόλογοι βαρείς για την καρδιά
μα οι απόντες είναι χαρούμενοι.
Κάποτε μάλιστα σωπαίνουν τα πολύχρωμα πέταλα
στα παράθυρα και αργά, νυσταγμένα τα υφάσματα
παύουν να ενδύουν τα κορμιά μας.

Μόνο έτσι μεγαλώνει ο τόπος.




ΜΕΤΑΓΝΩΣΗ


Εμείς που γεννηθήκαμε κοντά στη θάλασσα
γνωρίζουμε ανάγνωση του κυανού
έχουμε πλήρη επίγνωση του λευκού
μετρήσαμε χιλιάδες φορές τα πράσινα του νερού.
Προβλήματα έχουμε στο κόκκινο –όχι των άλλων
το δικό μας αίμα.
Βάλαμε ένστολους να φυλάνε έξω απ’ το δέρμα μας
αν βγει ή αν χαθεί επί σκοπού
να ξαναγράφεται η ιστορία του
με άλλα επίθετα και προσδιορισμούς
με άλλη διάσταση και αρώματα.

Το σώμα μας στάθηκε σκέτη ταλαιπωρία.




ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ


Όταν γυρίσω από τα δεσμά μου
θα με αναγνωρίσεις μητέρα
από μια ελάχιστη φαγούρα στο δεξί φρύδι
κι ένα ερυθρό σημαδάκι
στο αριστερό μπράτσο από μέσα.

Θα με αναγνωρίσεις ως αγνοούμενη που επανήλθε.
Με τα ίδια σημάδια μητέρα.
Κι ας μην έφυγα ποτέ.




ΑΓΓΕΛΙΑ


Πωλείται κήπος μεγάλος όσο ο κόσμος
με χιλιάδες τζιτζίκια
θροΐσματα, ανάσες
πράσινο όσο χωρά η μνήμη
αρωματικά παντού
δεντρολίβανο, φασκόμηλο, λουίζα
πωλείται με τη λεβάντα
τα βασιλικά, τα φούλια, πωλείται
το χώμα που πάτησαν τα ποδαράκια των παιδιών μου
σαύρες, παπαρούνες, χελιδόνια στο σύρμα
πωλείται λησμονιά κοντά στη θάλασσα.
Ευκολίες πληρωμής.



Από Φρέαρ 
Συλλογή Ακτήμων, Ακτίς, 2014.




  

Αυτόχειρας και ο Πόνος


Εδώ στη βάρβαρη σιωπή του έρωτα
περισσεύει κακία για όλα,
»απρόσμενα πάλι Ιούλιο καιρό
με τόση ζέστη το αίμα
τιμωρεί το καλόβολο των ενεργειών
την τόσο ελαφρά μας ευτυχία.

Αγαπημένα μοτίβα στις φωτογραφίες
τόσο άσπλαχνα εμφανίζονται οι αίτιοι
τώρα που δε γεννιέται κάλλος πια
αληθινό
η ποίηση συζητιέται μόνο
και οι γράφοντες πλανώνται - τόσο
άκαρδα τελείως διαγράφονται οι φωνές μας.

Η μόνη ανάγκη της επίμονης
στο αλησμόνητο επί συνόλου
κινείται ακόμα αυτόβουλα
κατάλοιπο της έγερσης.
Κι όταν κρυώνω τρίβομαι πάνω
σε ισκιωμένα σώματα μπορεί ανύπαρκτα
εραστών που αλήθεια δεν πόθησα.
Είναι λέω η φοβία του φωτός
που όλοι αγαπάμε.


Κοντά στην Πόλη


Εισαγωγή στο αίμα
αποχρώσεις μπλε σφαίρια
στον τοκετό της λέξης.

Στα περισσεύματα της αγάπης
εμείς φυγαδεύσαμε τις φωνές
και τα γαυγίσματα των θερινών δακρύων.

Η κυρία Μελίτα με τα πούρα της
(πολύ βαμμένα μάτια
πολύ μεγάλο σώμα
ζωή σε φωτογραφίες) γεμίζει ένα μπαλκόνι και
χορεύει με το ραδιοφωνάκι της
που παίρνουν άδεια οι φαντάροι.

Καλά σου είπα.
Πόνος τοκετού
άμα γραφτεί σχεδόν η πρώτη λέξη.



Λευκωσία 1989


Στίχοι θανάτου θυμίζουν το μικρό στρατιώτη
η επιδερμίδα του παρέμεινε ωραία
το παράπονο μας γίνεται σώμα
πάνω στην ώρα του θάβεται.
Κι ο θρήνος ήταν για τ' άνθη μας.
Τον κλάψαμε τρεις ημέρες.

Ύστερα συνηθίσαμε
βγαίναμε χαράματα
σαν τον αμετανόητο ληστή:
κι αν είσαι μάγκας βγες
αν είσαι μάγκας βγες.




Ανθολόγιο ποίησης και πεζογραφίας λογοτεχνών Λεμεσού