Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΛΟΡΗΣ




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ 

Ο Ανδρέας Μαλόρης γεννήθηκε στην Αχέλεια της Πάφου. Σπούδασε ιατρική στη
Θεσσαλονίκη και στο
Johannesburg της Νοτίου Αφρικής και από το 1991 εργάζεται στη Λεμεσό.
Το 1981 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα γράμματα με τη συμμετοχή του στον Πρώτο Πανελλαδικό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Ε.Φ.Ε.Κ.Θ. όπου και
βραβεύτηκε με το Πρώτο Βραβείο Ποίησης.
Το 1983 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Τα τριάντα ποιήματα».
Το 1997 εξέδωσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Τα μπαλόνια άφαντα» η οποία και βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο από τις Πολιτιστικές υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου.
Το 2003 εξέδωσε την δεύτερη του συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Τίποτα, τίποτα» η οποία επίσης βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο.
Το 2012 εξέδωσε την τρίτη του συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Εκκαθάριση προσωπικού».
Το 2015 εξέδωσε την δεύτερη ποιητική του συλλογή με τον τίτλο «Με
διαστρέβλωση ελαχίστη».

Διηγήματα και ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε λογοτεχνικά
περιοδικά και ανθολογίες ποίησης και διηγήματος. Διηγήματά του έχουν
μεταφρασθεί και δημοσιευθεί στα Αγγλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Βουλγαρικά και Τουρκικά.



"ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ" (1983)


καταγραφή α’  ’76-77



ΑΡΧΗ


Εδώ η αρχή
Αχνάρια στην πίσσα
Άνοιγμα στα χιόνια
Διάσωση απεγνωσμένη
Σκιστή βροχή και πέτρες
Άνεμος άνεμος και τείχη
Υπογραφή όνομα τέλος.


ΠΡΟΜΗΝΥΜΑΤΑ


Λικνιζόμασταν ατάραχα στη θάλασσα
Της Κερύνειας
Ζώντας έκθαμβα σε φόντο
Παρωχημένων τραγουδιών.
Α! σπαταλημένα προμηνύματα
Ανελέητα σφυροκοπήματα
Τι το αλλόκοτο βρίσκατε
Στα φερσίματά μας;

Άλλωστε οι πληροφορίες
Ήσαν αντικρουόμενες,
Σε παρενθέσεις κλείναμε
Τα λαχανιασμένα σινιάλα
Των καιρών.
Επί πλέον θα μπορούσαμε μετά
Να τους εγκαλέσουμε
Για την κατάφωρο παραβίαση
Και τις αναπότρεπτες συνέπειες
"Επί της πέριξ εν γένει περιοχής".


ΣΤΟΧΑΣΤΡΑ


Τέλος πάντων θέλαμε να επιβιώσουμε
Και τα δάκτυλα της γης
Κρατούσαν το σφυγμό μας.
Κι' ο κόσμος στα μπαλκόνια
Χειροκροτούσε
Χωρίς να ξέρει το γιατί.

Μπροστά η γη μας έμπαινε
Σε νέο κτηματολόγιο.
Καιγόμασταν
Ψιθυρίζοντας
Μικρές, μικρές συλλαβές.


ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΥΣΗ.


Πλανηθήκαμε σε πολυτάραχους κόσμους
Ξεπουλήσαμε τα τελευταία χαμόγελα
Στην κάθε ξένη αγορά
Και περιμέναμε.
Μα θυμάμαι καλά ήταν απόγευμα
Που το σύνθημα
Σήμανε την παύση.

Μείναμε όρθιοι
Με μια παράξενη
Παραμόρφωση
Στο πρόσωπο.




ΑΛΛΑΓΗ


Και μετά η αλλαγή
Με αλυσίδες που σέρνονταν ακόμη
Στα κόκκαλα και στο γέλιο
Κι εμείς ...
Μείναμε σκυφτοί
Στην άλλη όχθη
Του κόσμου

Κοιτάζοντας
Τα σιντριβάνια
Να ξανακτίζονται
Και τον κόσμο
Ανάποδο στα πεζοδρόμια.




ΜΗΤΕΡΑ


Γιατί να σε θυμάμαι πάντα έτσι;
Έξω στο κατώφλι
Με το κόσκινο στην ποδιά σου
Καθάριζες στάρι, μπορούσε και σησάμι
Ή και φακές
Τα περιστέρια στην ταράτσα
Μετρούσαν τις ώρες, τους κόπους, τα δάκρυα
Κείνη την απέραντη λίμνη μοναξιάς
Που χανόσουνα
Μετρούσαν, μετρούσαν ...
Άνοιγα το ξωπόρτι
Έτριζε και μετά γαλήνη
Σαν σε παλιά εκκλησία
Που ο Χριστός σε κοιτάζει
Κάθε φορά για πρώτη φορά
Μα ναι, θα 'ταν Άνοιξη τότε
Στα μάγουλα σου άνθιζε μια ανεμώνη
Και γινόμουν ξανά μωρό στο στήθος σου
Ήθελα να την κόψω
Και με φίλαγες
«Το φαΐ είναι στο τραπέζι»
Αχνιστό με μια δόση αμέτρητης αγάπης
«Μητέρα έκλαψες πάλι σήμερα;»
Το φαγητό ήταν αλμυρό

Έξω το κόσκινο
Αμέριμνο αμέτοχο
Ταξιδεύει μ' έκσταση παλινδρομική
Το στάρι
Χιλιάδες μικρές παλάμες
Ζητωκραυγάζουν
Χιλιάδες μικρά χειροκροτήματα
Για σένα
Που χανόσουν σε μια έκσταση
Παλινδρομική
Που χάθηκες. 




ΑΠΛΗ ΘΥΜΗΣΗ


Τα παιδιά πέταξαν τις πεπονόφλουδες
Στην παστρικιά αυλή σου
Και θυμάμαι που είπες:
"Να 'ρτη ένα πλάσμα τι θα πει;"
Ήρθαν όμως οι άλλοι, μάνα.
Κάθισαν στην αυλή σου.
Αυτοί δε μιλούσανε.
Δίπλα στο βασιλικό σου
Αυτοί σκοτώνανε.








ΚΡΙΤΙΚΗ


Ο ίσκιος μας
Εξατμιζόταν ακατάσχετα
Σ' εκείνες τις πύρινες
Συντεταγμένες

Υπήρχε πάντα η πρόθεση
Να μας καταχωρήσουν
Στον κατάλογο των υποψηφίων
Θυμάτων

Μας περιέλουσαν ύστερα
Μ' όλα τα χρώματα της οικουμένης
Κ' έμεινε στο πρόσωπο
Μια πινελιά
Ανάξια κριτικής.



ΞΕΡΩ ΠΩΣ


Ξέρω πως
Φίλοι με το ανείπωτο
Στην άκρη της παλάμης
Ξεψυχούν
Άλλοι
Ρώτησαν μια φορά
Και πνίγονται
Σε μια λίμνη μοναξιάς
Μοιραίας.


  

η μετάβαση ’78-79



ΑΓΑΠΩ


της Τούλλας

Αγαπώ τα δέντρα που ξέρουν
Πότε να πρασινίσουν
Ν' ανθίσουν
Να πεθάνουν

Αγαπώ εσένα
Που ξέρεις να μένεις πάντα πιστή
Στις στιγμές της επαπειλούμενης βοής
Την ώρα που όλοι μ' απαρνούνται με
Προηγούμενες ικεσίες
Οπισθοχώρηση
Περιχαράκωση
Υπόσχεση
Και τέτοια

(Γι' αυτό την αγαπώ
Που δε μ' αναγκάζει
Να εκφράζουμαι
Με σύνθετες λέξεις). 

  


ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ


Ταξιδεύουν εδώ μ' έναν ήλιο δραπέτη
Σκέψεις λιτές με σήμαντρα μνήμης
Ιδέες και στόχοι
Ψηφιδωτά με σιδερένιες βελόνες
Προσχεδιασμένες επάλξεις
Στο κάστρο του κόσμου
Αποφάσεις
Μάσκες
Και στίχοι. 
  



ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ


Αν η ζωή μου στροβιλίζεται
Σαν φύλλο σε φθινόπωρο
Πάντα θα λαχταρώ
Τον άνεμο του Οκτώβρη.



ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ


Το τσιμέντο με βαραίνει
Τα τείχη γκρεμισμένα
Η πολιτεία δραπετεύει
Πού είναι ο ήλιος;

Βοήθεια κράζω σε σας
Μα γιατί γελάτε;
Στ' όνομα του ανθρώπου
Πέφτει ο ουρανός
Ένα δοκάρι!


ΑΝ ΜΗ ΤΙ ΑΛΛΟ


Γεύση μεταλλική όπως κι ο χωρισμός
Χαμόγελα και μορφασμοί
Μια κάποια συνάντηση
Αν μη τι άλλο,
Έφυγες

Φιλιά στο στόμα όπως και το κρασί
Χειραψίες κι ευχές
Μήπως είναι γιορτή;
Αν μη τι άλλο
Αλλάζει ο καιρός

Σιωπή που προσμένει το θάνατο ή το πρωί
Γράφοντας τη νύχτα
Για τα πουλιά που φύγαν
Αν μη τι άλλο
Ένα γράμμα για σένα

Χρόνος και δείκτες ο αμέτοχος εαυτός μου
Γωνίες και δρόμοι
Με φώτα ή χωρίς φώτα
Αν μη τι άλλο
Σ' αγαπώ και μου λείπεις. 



ΟΙ ΦΙΛΟΙ


Ξεχνώ τους παλιούς μου φίλους
Πολύ γρήγορα
Δεν έχω συνηθίσει να ψηλαφώ
Τις ουλές στα μάγουλα
Μια νύχτα όμως θα τους ακούσω
Ν' ανοίγουν την πόρτα κρυφά
Γιατί θαρρούν πως κοιμάμαι τα βράδια
Και βάζοντας φωτιά στο πρόσωπο
Θα τους υποδεχτώ όρθιος
Χαμογελώντας για να μη φοβηθώ
Είμαι πολύ μικρός
Για να ξεκάνω με μια μολυβιά
Όσους έχουν επιζήσει. 



  

ΟΤΑΝ ΦΥΓΟΥΜΕ


Ίσως να εκτροχιαστούμε κάποτε
Ταξιδεύοντας με οδηγό
Μια υστερόβουλη απόφαση
Θα σου κρατώ το χέρι
Δείχνοντας σου τα δέντρα
Να μας εγκαταλείπουν
Την απόσταση να μακραίνει
Με φόντο τους εαυτούς μας
Επεξεργασμένο σημείο του χρόνου

Δεν έχει σημασία
Αν εκτελούμε μια εκδούλευση
Ή φεύγουμε από ανάγκη προσωπική
Ότι αφήνουμε πίσω
Μας κατασκοπεύει
Κρυμμένο στην αβεβαιότητα
Κανείς δεν ξέρει
Πότε φεύγει
Και πότε μένει.



  

ΠΑΝΤΑ ΒΙΑΣΤΙΚΟΙ


Τη μέρα που με θράσος
Τολμήσαμε να πούμε
Φτάνει πια
Δεν υπάρχουν άλλα σταυροδρόμια
Εκείνοι
Αυτοί, όλοι
Ήσαν έτοιμοι
Με το δάχτυλο στη σκανδάλη

Εσύ, εγώ
Ο άλλος, η άλλη
Δον Κιχώτες των καιρών
Πόσες φορές το 'χουμε σκεφτεί
Μα πάντα ξεροκέφαλοι
Και πάντα βιαστικοί. 


  

ΠΑΓΙΔΑ


Είναι καλοστημένη παγίδα λέμε
Να στεκόμαστε αντίκρυ
Σαν δυό ανόμοιοι εφιάλτες
Στην ίδια πάντα νύχτα

Μα είναι και στιγμές
Που αισθανόμαστε ερημίτες
Στο ψιθύρισμα της απρόβλεπτης
Προδοσίας
Και τα χέρια σφίγγουν
Και τα βλέμματα ψάχνουν
Για κάτι αβέβαιο
Στα παραπετάσματα των ματιών.



Η ΑΜΥΝΑ


στο Γιώργο

Σήμερα όσο κι αν τραγουδάς
Αν μπορείς βέβαια να τραγουδάς
Είναι για να κρύβεις
Την πρόσβαση της βροχής
Στα ευάερα κι ευήλια διαμερίσματα
Στα υπόγεια του ονείρου
Στο άλλο πρόσωπο της άμυνας.


ΜΙΑ ΜΕΡΑ


Θα 'ρθει κάποτε μια μέρα
Με κάποια πολλαπλότητα
Στο φέρσιμο της
Μια μέρα όμορφη ίσως
Που η ιστορία δε θα ρωτά
Για κάτι που δε φταίξαμε

Κοιτάζοντας σε ίσια στα μάτια
Κτίζοντας τη σωστή έκφραση
Που θα μας σώσει
Ξεγελώντας όλα τα σκοτάδια
Θα 'ρθει και για μας
Κάποτε μια όμορφη μέρα.



  

καταγραφή β’  ’80-82



ΠΥΓΜΑΛΙΩΝΕΣ


Κύπριε,
Του αφρού και των τύψεων.
Με σκονισμένο το πρόσωπο
Η θαλασσινή σου χειραψία
Δεν βραβεύει πια το άνοιγμα των ρόδων.
Και όμως οι στίχοι αυτοί πάντα επιστρέφουν
Με μολυβένια λόγια
Στους καπνούς της συνεύλευσης,
Σε φανούς θυέλλης
Στις συσκοτισμένες πόλεις.
Για σένα,
Το άρωμα της λεμονιάς,
Το σχήμα του ναύαγιου,
Οι στίχοι αυτοί μελοποιούν
Τους βηματισμούς σου
Κτυπώντας το δικό τους άλλο ρυθμό
Στην πέτρα.
Στις παρυφές του πενταδάκτυλου
Και πάλι,
Νέοι Πυγμαλίωνες λαξεύουν
Το μελλοντικό σου απολίθωμα.




ΥΦΕΣΗ


Στο νησί αυτό της πλοκής των φύλλων
Και του αοράτου
Νιώθω μια ταραχή παράξενη που δεν ξέρω,
Ρίζες τρελές να ταξιδεύουν σ' έναν κόσμο
Που δεν έμαθα πόσο θα κρατήσει.

Στο νησί αυτό των λαχανιασμένων βημάτων
Προσμένω το θρόισμα το αληθινό,
Το μήνυμα το τελευταίο,
Και σπάζω ένα κλωνάρι στη σκιά
Των αγαπημένων προσώπων.

Στο νησί αυτό κρατώ ανοιχτό
Ένα παράθυρο και μια μνήμη
Που πάντα θα την ξέρω,
Σ' έναν κόσμο που δεν έμαθα
Πόσο θα κρατήσει.



ΕΝΔΟΤΙΣΜΟΣ


Κι'όταν ξανά πέφτουν πυροβολισμοί
Μην αναβάλλεις την κρυφή σου συνάντηση
Αγκάθια είναι που ματώνονται
Πολεμώντας την κυριαρχία του ρόδου

Κάθε που πλακώνει το νέφος
Μην ουρλιάζεις άσκοπα
Στο Μπέλφαστ
Ή στη Βυρητό
Οι μηχανές θα δουλεύουν
Στις δέκα το πρωί
Στην ίδια σειρά

Μέσα στα σμήνη
Των αποδημητικών πουλιών
Διακρίνεις τα παγωμένα μέλη
Του ενδοτισμού. 


  

ΣΤΟ ΡΥΘΜΟ ΤΟΥ ΜΠΛΟΥΖ


Πρόσεξε καλά μικρέ μου ποιητή
Τον τρόπο που εναλλάσσονται
Τα χρώματα
Γιατί θα γλιστρήσεις επικίνδυνα
Θα σκύψεις επικίνδυνα
Αυτοί που κίνησαν για τις φωλιές
Της Άνοιξης
Χάθηκαν χθες
Σ' ένα φως κόκκινο ομιχλώδες
Μην αρνιέσαι το παραλήρημα του πυρετού
Γιατί είναι τα αιμάσσοντα τραύματα
Που μας σώζουν
Να είσαι ένας άγγελος φυγάς
Στο σχήμα μικρής γροθιάς
Μια φυσαρμόνικα
Στο κέντρο της συμφόρησης
Στον ίδιο πάντοτε
Ρυθμό του μπλουζ


. 

ΒΑΜΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ


«... Κάθε απόγευμα
εκατοντάδες νέγροι με κορόέλλες και
βαμμένα πρόσωπα ψάχνουν
τα δολοφονημένα παιδιά τους»
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ 1981

Αυτό είναι το τέλος
Πρέπει να 'ναι το τέλος
Το αισθάνομαι στα πόδια της μύγας
Που μ' απομυζά
Στα δάχτυλα εκείνης
Που συνεχίζει να μ' αγγίζει
Ξανθιά ετεροκινούμενη
Με νύχια στιγματισμένα
Δεν υπάρχει διέξοδος
Το βουητό πλησιάζει
Είναι οι μέλισσες της παραφροσύνης
Και οι δορυφόροι δολοφόνοι
Αποχρωματίζομαι

Τώρα πρέπει να 'ναι το τέλος
Βαμμένα πρόσωπα
Ανιχνεύουν πτώματα
Μικρών νέγρων
Η αποσύνθεση πρέπει να καταγραφεί. 



ΠΑΡΑΜΙΛΑΣ


Τώρα τα τραγούδια παραπατάνε
Λαμπάδα που πάει να σε ξεχάσει
Τώρα οι μάσκες παρελαύνουν με ύφος
Οι νύχτες σε κατακλέβουν
Και συ παραμιλάς. 



Η ΣΕΙΡΑ


του Λεύκου

Αυτοί που στη σιωπή
Των κεκλεισμένων θυρών
Ένιωσαν την αποσύνθεση
Αυτοί που στη λογόρροια
Των ποιητών
Συνέλαβαν κάποιους δεσμούς
Αυτοί που στ' άσφαιρα πυρά
Της τηλεόρασης
Προετοιμάζονταν για τις επόμενες κραυγές.

Αυτοί
Μαζί με πολλούς άλλους
Ξύρισαν το κεφάλι
Κι αποδήμησαν.



ΠΑΕΙ ΠΙΑ ΚΑΙΡΟΣ


Πάει πια καιρός
που μες στ' ασθενοφόρα της εξουσίας
χαροπαλεύω με απελπισία.

Είμαι ο ίδιος
μαχαιρωμένο σώμα αμφιβολίας,
απύθμενη χαράδρα σιωπής,
λεκιασμένο συμβόλαιο προδοσίας.

Πάει πια καιρός
που σύναψα σχέση δολιοφθοράς,
σύντροφος αρπακτικών πουλιών
μιας λεύτερης χώρας.

Είμαι ο ίδιος
νησί οργισμένου ωκεανού
άλογο στην ανία των σαλονιών,
ο ήρωας ζωγραφιάς μικρού παιδιού.

Είμαι ο ίδιος
το ύφος στη ματιά
του αγνοουμένου.



ΘΕΛΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΜΗ


Λέω να κρατήσω την άμμο του καλοκαιριού
Στα μάτια,
Όλα τα θαύματα
Σε μια νύχτα.
Κι ανασηκώνουν τους στίχους
Εκρήξεις πολέμου,
Απαράλλαχτες οι ειδήσεις της μέρας.
Και προχωρώ
Θέλοντας και μη.


ΒΑΣΙΚΑ


Όχι δε φταίνε τα πεσιμιστικά μυθιστορήματα
Ποτέ δε μιλούσα πάρα πολύ
Βασικά ήμουν ποιητής
Παραδέχομαι και παύσεις αδικαιολόγητες
Αλλά ύστερα το κάθε τι
Έχει μια τέλεια σκοπιμότητα
Δεν χρειάζομαι τα λόγια
Για να πάλλομαι σαν γνήσιος απεργός
Ούτε την επανάσταση για να βρυχάμαι
Και μετά στις εγκεφαλικές κοιλότητες
Ποιός ξέρει πόσες πόρνες σαπροφυτούν;
Έτσι λοιπόν εξακολουθώ εγωιστικά
Να καταμετρώ τους φόνους
Στην εφημερίδα
Μα σάς παρακαλώ
Δεν ήμουν ποτέ ηδονοβλεψίας
Βασικά ήμουν ποιητής
-




ΜΕ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΕΛΑΧΙΣΤΗ   (2015)



Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΟΥ


Ποίηση είναι η τέχνη
να επισκιάζεις την πραγματικότητα
να κομματιάζεις τους λίθους της ζωής σου
μέχρι που να μην ξέρεις πού στέκεσαι
στο παρόν
στο μέλλον
ή στο μηδέν.

Έτσι απροσδόκητα
εναγκαλίζεσαι ερωτικά θέματα
στα ενδιάμεσα ασπάζεσαι ενίοτε
την πολιτική
κι αέναα επιζητάς την πολυτέλεια
της ηδονής,

κρατώντας όμως μιαν απόσταση
ασφαλείας,
όπως τη γλάστρα στο μπαλκόνι
το μισάνοικτο κάγκελο του κήπου
το μάτι στην κλειδαρότρυπα.

Κι όλα αυτά να επαναλαμβάνονται
σε μύριους τυχαίους δήθεν
κύκλους,

καθώς εσύ, ζώο βαρύ,
ποδοπατάς τους κήπους των αισθημάτων
με ύφος.


   

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ


Μη μου μιλάτε
για ήχους ελικοπτέρων
παν' από σώματα νεκρά
μέσα σε κήπους που ανθίζουν,

για δυνάμεις δήθεν αδίστακτες
κι άπειρα μακρινούς πολέμους.

Μιλάτε μου μόνο
για μάτια που εξακοντίζουν πόθους
μέσα στην πλήξη του πλήθους,

για κορμιά που διαγράφονται γυμνά
όταν τα λάβαρα πέφτουν,

για τις προθέσεις των χεριών,
όταν τα φώτα σβήνουν.

  

ΕΞΤΡΕΜΙΣΤΗΣ


Πριν σ' αφυπνίσουν
τούτα τα κυνηγημένα βήματα
έξω στους αδιάφορους δρόμους
προχώρα βαθιά μέσα στις σελίδες
των αγαπημένων σου ποιητών,

και σκέπασε καλά τα γυμνά σου μέλη
που κείνται αφύλαχτα
στους λογής-λογής εξτρεμιστές.

Τώρα που γύρισες πίσω
από τις άγριες Ινδικές ακτές
κρύψου καλά μέσα στο πλήθος
των παλιών σου οργασμών,
και σφάλισέ με τρίδιπλα
στο τελευταίο σου συρτάρι.

Αγαπημένη,
σκέπασε καλά τα γυμνά σου μέλη. 




ΤΩΡΑ


Τώρα απαγγέλλω
μια θάλασσα πνιγμένων στίχων
παραπατώντας στην ακτή
μπροστά σε αδιάφορο πλήθος.

Τώρα επιστρέφω
στις χαμένες νύκτες
κι ούτε καν άρωμα στην απαλάμη
από σώματα που μήδισαν
οριστικά.

Τώρα προσαρμόζω επιμελώς
τα φυσικά μου σύμβολα
στους κωδικούς των ημερών.

(Αποκτώντας επικίνδυνα
μια τάση ασυγκράτητη
παγιδευμένου φωτός.)




ΙΝΔΙΚΟΣ ΩΚΕΑΝΟΣ


Επιστρέφεις
και ο χρόνος ξανακυλά
στις ράγες του γυμνού σου
εφηβαίου,

στη στάση των ανασασμών
ακινητοποιείς το σύμπαν
με έναν ακόμη οργασμό υπογράφεις
τη νέα καταδίκη.

Σε κοιτάζω απ’ το παράθυρο
που φεύγεις,
δεν υψώνεις χέρι
κι ο δρόμος άγρια γη,
δεν κοιτάζεις πίσω
κι ο κόσμος ήπειρος χαμένη.

Γέρνω στο βρεγμένο σου σεντόνι
κι η ξαφνική σιωπή του ωκεανού
μου λέει πως
τώρα πια σε χάνω.

 




ΑΝΩΝΥΜΕΣ ΜΕΡΕΣ

(Orange Free State)

Γυρνάς ακατάπαυστα
από το κράτος της Οράγγης
μέχρι το Τρανσβάαλ.
Κι όμως όπου κι αν πας
κάποιος πάντα θα σε ακολουθεί.
Κάποιος με μάτια ραδιενεργά,
μ’ εκπληκτικές ακτίνες διόρασης
θα σε περιμένει στη γωνιά.

Κάποιος θα 'ναι πάντα κρυμμένος
κάτω από τα γεφύρια της μνήμης.
Θα κρυφοκοιτάζει,
θ’ ανασαίνει,
θα σφυρίζει,
θα επιμένει.

Γυρνάς,
μα σηματοδότη δεν έχει πια
η δική σου πορεία,
τα φώτα ένα-ένα σβήνουν,
σκιές νέγρων, κόμποι βουβοί
ξεχύνονται στους δρόμους.

Ξημερώνει
ακόμη μια μέρα,
ανώνυμη μέρα,
το τέλειο βούρκο
που θα σε καταπιεί.




Ο ΚΟΣΜΟΣ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΕΔΩ


Ακόμα θυμάμαι
τις αλλεπάλληλες νύκτες
που τα χείλια σου ακόρεστα
εκατόφυλλο στόμα
στάζαν' ζωή.

Τότε που μου 'λεγες
μη φοβάσαι τους δείχτες,
είν' ο χρόνος ατέρμονη ψύξη,
μα τα σώματα ναοί φωτιάς.

Το πως επιστρέφεις τώρα
θέλω να πω,
στη σιωπή μου ήχος καυτός,
μέσα σε λάμψεις κανίβαλος μάγος,
τώρα που ελπίζω
ο κόσμος να τελειώνει εδώ.



ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ


Μια ζούγκλα
με κόρες ιθαγενών πανέτοιμες
να μου χλευάζουν
τις συμβάσεις,

ένα πρωινό με αμυγδαλωτά μάτια
και το ποτάμι
(αχ αυτό το ποτάμι!)
που όλο μπαινοβγαίνει μέσα μου
κουβαλώντας με κανό
τη δίψα
μύριων μελαχρινών σωμάτων.

Απλώνω τα χέρια
αρπάζω αυτή την Άνοιξη
απ' το γιακά,
προσεκτικά της διαβάζω
τις υποχρεώσεις της
και μετά την αφήνω και πάει...




ΚΛΕΜΜΕΝΕΣ ΛΕΜΟΝΙΕΣ


Τώρα σέρνεσαι,
φίδι στους καλαμιώνες της καρδιάς,

στα σκοτεινά μου ερμηνεύεις
σονάτες παραμυθίας
την πήλινη μου αντοχή περιγελάς,

και μου καταλογίζεις
και της κλεμμένης λεμονιάς την τύψη.


ΤΑ ΣΥΝΕΡΓΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ


Θαρρείς πως μόνο εσύ αξιώθηκες
τα σύνεργα της λήθης;

(Κι ανοίγω τα φυλλαράκια
του ονείρου,
ντάλα μεσημέρι που φυσά διαπεραστικά
ο ήλιος.)



ΓΥΡΙΣΕΣ ΠΙΣΩ


Γύρισες πίσω
και κανείς δεν πρόσεξε
πόσες φορές γονάτισες
κανείς δεν υπολόγισε
ίο τίμημα της επιστροφής.

Γύρισες πίσω
και κανείς δεν έστερξε
επί τον τύπον των ήλων.

Γύρισες πίσω
κι ήταν σαν να μην έλειψες
ποτέ.

Η δειλία
- η αποφυγή κάθε περιττού κινδύνου -
ως θέση απέτυχε.


ΕΘΙΣΤΕΙΤΕ!


Εθιστείτε
στην άδεια καρέκλα απέναντι,
στο παρελθόν των εσωτερικών σας χώρων,

στα υγρά βήματα της αναχώρησης,
στα άδεια μπαλκόνια των βλεμμάτων.

Εθιστείτε
στις διαμαρτυρίες των σκιών που κόπασαν,
στην ερμητικότητα των περιττών εξηγήσεων.

Εθιστείτε
στην έλλειψη του φωτός,
το σκοτάδι να δούμε τώρα.

Εθιστείτε
στη σκόνη, στο κάτω-κάτω
θα σας εξοικειώσει με τη στάχτη.

Εθιστείτε στον έρωτα
ή και στην έλλειψή του,
το ίδιο κάνει.






   τίποτα, τίποτα  (2003)                  


  ΤΙΠΟΤΑ


"...here I opened wide the door
darkness there and nothing more"
Edgar Allan Poe


     Κτυπάει η πόρτα, μα δεν είμαι εδώ. Μου 'χει κάνει έξωση το αλκοόλ κι απουσιάζω. Το δωμάτιο ποιος τ' άδειασε ξαφνικά; Ποιος είμαι, πού πάω; Κολυμπάω μέσα σε κούφιο  λεμόνι, μια αιωρούμαι, μια βυθίζομαι, ανάποδες,
πρόσθιο, πεταλούδα, κρόουλ: Τίποτα. Έρμαιο μιας χαώδους κι άγνωστης βαρύτητας, αδύνατο να σταθεροποιηθώ σ' ένα σημείο. Λικνίζομαι πάνω-κάτω
απλωμένος σ' αόρατη γόνδολα, ακουμπάω τη μια  στο βούρκο της Βενετίας και την άλλη ανέρχομαι, ανεβαίνω, ανεβαίνω, ανεβαίνω, κολλάω τη μύτη στο
φεγγάρι και μετά κατρακυλάω ξανά στις πλαγιές του απόλυτου κενού, πέφτω, πέφτω...
     Ανάσκελα στο πάτωμα, το ταβάνι στριφογυρίζει γιαταγάνι, τώρα είναι που θα μ' αποκεφαλίσει, σίγουρα τίποτα πια δε με βοηθάει, «η ποίηση, η ποίηση, μόνο η ποίηση θα με σώσει», σκέφτομαι, και κει που ο δήμιος ανασηκώνει το λεπίδι αρπάζομαι απ' τα μαλλιά μιας ελάχιστης αξιοπρέπειας που μου 'χει
απομείνει κι ανασηκώνομαι. Κουτσά στραβά κάθομαι, βγάζω με κόπο το μαύρο μπλοκάκι απ' την τσέπη κι αρχινάω:

Τίποτα, τίποτα

Δε μου βγαίνει. Μαγκώνω. Κάποιοι εν τη απουσία μου, μου στόμωσαν τις σκέψεις, άδικος κόπος, το κλείνω. Το ξαναμπήγω στην τσέπη, κάνω να σηκωθώ και παραπατάω, πέφτω βλήμα στον καναπέ, λέω όπου να 'ναι το ταβάνι ανεμίζει και πάλι το σπαθί, η γόνδολα του εμετού φερμάρει και κει ξανακτυπάει η πόρτα.
     Ξεδιπλώνομαι μουδιασμένος, ανοίγω ενστικτωδώς τα πόδια όσο μπορώ και πασπατευτά από έπιπλο σε τοίχο κι από τοίχο σε έπιπλο, τρεκλίζοντας, ανοίγω. Πίσω απ' τη μισάνοιχτη πόρτα φωτίζει βραχύσωμη γυναικεία μορφή, οικεία φυσιογνωμία - σε δόσεις η μνήμη πάει κάποια να μου θυμίσει - το πρόσωπο της όμως κει που ξεκαθαρίζει, ξαφνικά θαμπώνει και τη χάνω, τσαλαβουτώ βασανιστικά μια στο παρόν και μια στο παρελθόν, γέρνω πίσω-
μπροστά, ανοιγοκλείνω τα μάτια μου σφικτά: Τίποτα. Δε θυμάμαι τίποτα. Είναι στη μέση και το ελαφρυντικό του ακαταλόγιστου, πού ξέρεις μπορεί και να τη γνωρίζω, σκέφτομαι, την αφήνω να περάσει.
     Μ' ακολουθεί στο σαλόνι, την ακούω πίσω να ψελλίζει: «συγνώμη, συγνώμη, δεν ήξερα...μη μ’ αγνοείς, κοίταξέ με... » κι εντούτοις δε γυρίζω να τη δω, διατηρώ παρ' όλα αυτά ακέραια την απέχθειά μου προς ό,τι μελοδραματικό, πατώ όσο γερά γίνεται στα μάρμαρα της αυτοκυριαρχίας και αρθρώνω: «Δε χρειάζονται εξηγήσεις, άδικος κόπος, μη μιλάς»,
σημάδι ότι θα πρέπει κάπου να την ξέρω, αλλά πού;
     Σκύβω και μπουσουλώντας αγκαλιάζω διάπλατα το χαλί, συμμαζεύω από κάτω το άτακτο κοπάδι των άδειων κουτιών της μπύρας, τις μαντρώνω
στη γωνία, τσαλακώνω τις σκόρπιες εφημερίδες, χώνω τα κουβάρια κατ' απ' το πουφ και το τραπέζι, κρύβω με τρόπο άτσαλο τα χάπια πίσω από το μαξιλάρι και μηχανικά τη βοηθάω να καθίσει: Συρρικνώνεται. Τα ποδαράκια της ίσα που ακουμπούν στο πάτωμα, λυγίζει μπροστά, φέρνει τις δυο της απαλάμες στο πρόσωπο και ξεσπάει σε λυγμούς. Λέει πράματα ακαταλαβίστικα, στην παραζάλη ίσα που ξεδιαλύνω δυο με τρεις φράσεις το πολύ, κινάει και πάλι κάποια να μου θυμίσει, μα μου διαφεύγει, έχει
όντως το κλάμα της κάτι γνώριμο, διακρίνω κι έναν τόνο ανεξήγητα απολογητικό, ένοχη λες για κάτι τραγικό που μου συμβαίνει και που όμως αγνοώ:
     «Όταν έφευγα... δεν ήξερα πόσο...πόσο σ' αγαπ...αγαπ... τώρα όμως... θέλω, θέλω να... μην κοιτάς που καθόμουνα σήμερα στη...στη... δίπλα σε
κείνον...πληγώθηκες μα... τίποτα... σχέση απελπισίας, η μοναξιά είναι που μας σπρώχνει σε άθλιες αγκαλιές, μόνο εσένα σκέφτομαι...στο 'γραψα.,. στις
αφιερώσεις... των βιβλίων, στις κάρτες... στους δίσκους "ότι και να συμβεί θα 'μαι πάντα, δίπλα σου, μέσα σου, παντού"... συ με είχες διώξει...η στάση
σου, θυμάσαι; Γιατί δε θυμάσαι;»
     Τίποτα δε θυμάμαι. Αι στην οργή! Είμαι σίγουρος ότι δεν την ξέρω, τι τον κρατάω εδώ αυτόν το νάνο! Με τη γυναίκα μου πάει κιόλας χρόνος που
παντρευτήκαμε, αυτή εδώ στο σαλόνι μιλάει για κάτι εντελώς πρόσφατο, δεν ξηγιέται το τόσο της πάθος. Ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία, δε μου λέει τίποτα, μου είναι πέρα για πέρα άγνωστη, αδύνατο να 'χα μπει ποτέ σε τέτοιο σώμα, εξάλλου μου φαίνεται τόσο εύθραυστη, μια πορσελάνινη κουκλίτσα μέσα κι έξω, δεν ανακαλώ, οι γυναίκες που 'ξερα ήταν δυναμικές, πιλότοι κι αλεξιπτωτίστριες - τόσο τολμηρές κι ατίθασες - φως φανάρι θα πρόκειται περί τρελής.
     «Σας παρακαλώ, η γυναίκα μου είναι στο μπάνιο, όπου να 'ναι βγαίνει, μια γυναίκα όλη κι όλη αγάπησα στη ζωή μου, γι' αυτό και δε θέλω να τη χάσω, σας ικετεύω φύγετε μη σας δει, οι γυναίκες που αξίζουν πληγώνονται πολύ εύκολα, ξέρετε. Αυτή που ακούς να πλατσουρίζει στο νερό είναι το πεπρωμένο μου, αν τη χάσω θα τρελαθώ, φύγετε όσο είναι νωρίς, πριν βγει και σας αντικρίσει, σας παρακαλώ».
     Συνεχίζει να κλαίει μ' αναφιλητά, αλλά ο πόνος είναι δικό της μονοπώλιο, πέφτουν τα δάκρια της, μα δε μ' αγγίζουν, ναι, με προστατεύει τελευταίο
αδιόρατο στρώμα παγετού, βλέπω, μα ως εκεί, ίδια φακός φωτογραφικής αδύνατο να παρεισφρήσουν μέσα μου οδύνες κι ευαισθησίες. Το μόνο που με
κάνει τώρα είναι μη χάσω τη Μούσα της ζωής μου
αυτήν που όπου να 'ναι βγαίνει, έχει κιόλας κλείσει τη βρύση, ακούω μάλιστα το τσαφ - τσαφ του ο ντε τουαλέτ, θα πρέπει άρα να βιαστώ.
     Την αδράχνω απ' το μπράτσο και την τραβάω αποφασιστικά, «μα ελάτε επιτέλους, θα πρέπει να φύγετε», της ξεφωνίζω, κι αυτή εξαντλημένη απ' το
κλάμα αφήνεται στην οργή μου, τη σέρνω στο χολ, αγνοώ τον καθρέφτη που χασκογελά σατανικά, ανοίγω την πόρτα και τη σπρώχνω έξω. Τη σκουντάω
μέχρι τις σκάλες και ψυχρά με μάτια που γυαλίζουν, την παρακολουθώ κατόπι που με το δεξί στην κουπαστή κατεβαίνοντας, στροβιλίζεται στα σκαλιά σαν
ξεγραμμένο φθινοπωρινό φύλλο. Στέκομαι για λίγο στο κεφαλόσκαλο, αφουγκράζομαι προσεκτικά και μόλις τα βήματά της σβήνουν, μπαίνω μέσα, κλείνω την πόρτα, τρέχω γρήγορα γρήγορα στο μπάνιο κι ανοίγω: Μέσα κανείς. Ανοίγω και τη βρύση: Σταγόνα δεν τρέχει!
     Πανικοβλημένος τρέχω στο παράθυρο, ξεριζώνω τις κουρτίνες, ανοίγω διάπλατα, ακουμπάω τους αγκώνες στο περβάζι και κρεμάμενος κοιτάζω
κάτω: Τίποτα. Την ψάχνω στο δρόμο, στη γραμμή του ορίζοντα, στο θαμπόγυαλο του καταδικασμένου ηλιοβασιλέματος: Πουθενά. Τρέχω έξω να την προλάβω, κουτρουβαλάω στις σκάλες, βγαίνω στο δρόμο με την ψυχή στο στόμα, κοιτάζω δεξιά, αριστερά: Τίποτα .
     Σκυφτό κουρασμένο σκυλί περνάω απέναντι, σωριάζομαι στο παγκάκι της στάσης και γυρνώντας προς την πολυκατοικία, μου ξεφεύγουν τα μάτια, πετάνε ψηλά σαν πεταλούδες, πάνε αντίκρυ και μετέωρα φτερουγίζουν μπροστά στο παράθυρο. Ναι, με βλέπω καθαρά: Είμαι ακόμα εκεί ψηλά. Απολιθωμένος την ψάχνω κάτω στο δρόμο όπως πεθαμένο δέντρο τη ζωή και μοιάζω μες στο σκοτάδι που πλακώνει μια φιγούρα άχαρη, ένα περίγραμμα χωρίς πνοή. Το μπλοκάκι, το μπλοκάκι, πού είναι το μαύρο μου μπλοκάκι;
     Αψηφώ περαστικούς, γείτονες και γνωστούς - επιμένουν να με χαιρετούν όπως πάντα εύχαρις κι ανίδεοι - βγάζω το δεφτεράκι απ' την τσέπη, παίρνω
το στυλό και σμιλεύω ποίημα:

Όλοι λεν πως
στην έκφραση τον έχει κάτι παράξενο
πάντα στην ίδια θέση, στο μέσο
ούτε δεξιά, ούτε αριστερά
ούτε γέλιο, ούτε λύπη
κάτι σαν ξύλινο προσωπείο
Ιντιάνικου θεού.

Κάποιοι λεν πως πίσω
είναι μια γυναικεία μορφή
που από καιρό τον αιχμαλωτίζει
άλλοι λεν πως είδαν μόνο σκιές
κι άλλοι
(οι πιο πολλοί)
δεν ξέρουνε τίποτα
τίποτα, τίποτα
ένα τεράστιο τίποτα.




ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ  (2012) 




 ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ


     Πρασίνιζα ακατάσχετα. ένα λεπτό ακόμη σε κείνη την παχύρρευστη μούχλα του γιατρού Σαμαρά και θα βλαστούσα. Θα 'πρεπε το δίχως άλλο να ξεφύγω. Ένα σάλτο μορτάλε απ' το μπαλκόνι θα ήταν μια κάποια λύση, ίσως η μοναδική υπό τις περιστάσεις λύση, αλλά το ύψος δεν ενέπνεε αρκετή εμπιστοσύνη. Ένας όροφος ουσιαστικά, μαζί μ' ένα μίζερο ισόγειο, τίποτα παραπάνω. Δύσκολα πεθαίνεις από τόσο ύψος. Το πολύ-πολύ να καταλήξεις παραπληγικός ή με μόνιμη εγκεφαλική βλάβη, σκέφτηκα, ίσα - ίσα για να σε τσουλάνε μετά από γιατρό σε γιατρό κι από κλινική σε κλινική σαν χαζοχαρούμενο πεπέ σε καροτσάκι. Θα ήταν καλύτερα να πηδήξει εκείνος απ' το παράθυρο. Με τόσα χρόνια στην πλάτη δε θ' άντεχε, ©α διαλυόταν σαν πήλινος κουμπαράς.
     Όλα ξεκίνησαν με την επιστολή που μου χούφτωσε η τσούλα της υποδοχής πρωί-πρωί, με το έμπα μου στην κλινική όπου δούλευα σαν λογιστής. Το 'λεγε ξεκάθαρα: Με απέλυαν άρον-άρον από το λογιστήριο. Λόγοι οικονομικής περισυλλογής επέβαλλαν δήθεν εκκαθάριση προσωπικού:

«Διά την Κλινική, γιατρός I. Σαμαράς.
Πρόεδρος τον διοικητικού συμβουλίου».

Κι όμως δεν ήταν η πρώτη φορά που η πλάτη μου πάγωνε απότομα την τελευταία βδομάδα. Την προηγούμενη ακριβώς, η κλήση κάτω απ' την πόρτα μού συστήθηκε το ίδιο αδιάφορη και κρύα: Η κατάσχεση του σπιτιού, ελέω αφελών επενδύσεων και οικονομικής κρίσης, ήταν ζήτημα ημερών.
     Έντεκα και κάτι, ήμουν στο γραφείο του γιατρού Σαμαρά. Καθόταν με τη ράχη της καρέκλας μπροστά απ' το γυαλί της τζαμαρίας, σκυφτός μέσα σ' ένα φρικτό αλλοπρόσαλλο χαρτομάνι από αποδείξεις, ημερολόγια, χρεώσεις και ιστορικά ασθενών. Χώρια οι ακτινογραφίες που τις χρησιμοποιούσε για καρμπόν. Το μόνο που τον ενδιέφερε όμως μέσα σε όλη εκείνη τη σαβούρα - στον συμψηφισμό μια αδιόρατη ικανοποίηση τού τράβαγε τα χείλη - ήταν η
σούμα της ημερήσιας είσπραξης στον μακρύ κατάλογο των ασθενών του. Γι' αυτό και κάθε τόσο άπλωνε το χέρι και με το μεσαίο δάκτυλο βαρούσε τα πλήκτρα μιας λιλιπούτειας υπολογιστικής που είχε χωμένη στο δεξί συρτάρι του γραφείου. Στην κρίσιμη φάση μάλιστα της σούμας, με κίνηση αποφασιστική κατάφερνε το τελειωτικό κτύπημα στο ENTER, έσκυβε για λίγο στο συρτάρι, γεράκωνε την αύξηση του ποσού κι ακαριαία τ' αυτιά του φωτίζονταν.
     Φιγούρα γκρίζα, μέσα κι έξω: Παντελόνι και πουκάμισο, φρύδια κι αραιά μαλλιά, όλα σε αποχρώσεις γκρίζες, ειδικά τ' αξύριστά του γένια που κολυμπούσαν μέσα σ' ένα γκρίζο βρόμικο και ρηχό. Το όλο σύνολο έδενε, εν ολίγοις, σ' ένα κατασκεύασμα θλιβερό κι απερίγραπτο. Παρόλα αυτά, σκεφτόμουν, κείνη η άθλια μορφή είχε κατορθώσει να εμπνεύσει δέος και σεβασμό σ' όλη την επικράτεια, ίσως γιατί όντως το γκρίζο εμπνέει σεβασμό στα βελάζοντα πλήθη, ίσως όμως και γιατί ως πρώην βουλευτής του απελθόντος κυβερνώντος κόμματος εξακολουθούσε να βολεύει τους ημέτερους με επιτυχία. Μανούλα στον μικροκομματισμό, άσος στις ίντριγκες και τις διαπλοκές, περνούσε ακόμη η μπογιά του.

«Καλημέρα σας. Είμαι δω για την αποζημίωση... μετά την απόλυση
μου θα...»
«Ξέρω, ένα λεπτό, κάθισε...» 

     Δεν εδέησε να σηκώσει το βλέμμα. Αρειμάνιος συνέχιζε να μπαινοβγαίνει στα χαρτιά μηχανικά, ψηλαφητά, σχεδόν τυφλά. Συμπλήρωνε τα ευρήματα και διεκπεραίωνε τους φακέλους με ευλάβεια, αργά και σταθερά, σίγουρος πέρα για πέρα για το απεριόριστο του χρόνου του στον πλανήτη. Ακουμπούσε μετά τους φακέλους στ' αριστερά, στη θέση των εξερχόμενων, και καθώς η ώρα
περνούσε, τα χαρτιά στοιβάζονταν το ένα απάνω στο άλλο με διαρκώς αυξανόμενη ετοιμόρροπη κλίση. Τρεις φορές μάλιστα, πίστεψα πως ο άτσαλος πύργος θα σωριαζόταν στο πάτωμα, και τρεις φορές χίμηξα να τον συγκρατήσω, μα ξανακάθισα: Κατά έναν παράξενο τρόπο, ο μουντός εκείνος σωρός κρατιόταν ακόμη όρθιος παρόλο το φορτίο. Λίγο όμως να τον ακουμπούσα στα θεμέλια, λίγο να τον άγγιζα και θα 'πεφτε. Θα γινόμουν ρεζίλι. Γι' αυτό κάνοντας δεύτερες σκέψεις, κράτησα μια λογική απόσταση
ασφαλείας, ευχόμενος από μέσα μου κάποια στιγμή να σωριαστούν όλοι οι φάκελοι στο πάτωμα και να χρειαστεί τρία τέρμινα να τους συμμαζέψει. Κάνω κάπου-κάπου τέτοιες ευχές.
     Το δωμάτιο μύριζε όχι τα κλασικά ιώδια και αλκοόλ, αλλά ένα περίεργο κράμα από μπαγιάτικα πεθαμενίστικα μαλλιά και τηγανητό κρεμμύδι: Ο όροφος, εκτός από γραφείο, συστέγαζε και το ενδιαίτημά του, που μοιραζόταν μετά τον θάνατο της γυναίκας του - από πρόωρη γεροντική άνοια - με τη δεύτερή του σύζυγο, μια ξεχαρβαλωμένη Βουλγάρα, παλιά χορεύτρια που σίτεψε. Γι' αυτό κι από τη διπλανή πόρτα ακουγόταν ο ήχος τσιγαρίσματος σε τηγάνι: Η κυρία Σαμαρά θα τηγάνιζε ποιος ξέρει τι αηδίες. Και δεν ήταν
Μόνο αυτό. Την αποπνικτική ατμόσφαιρα πολιορκούσε κι ένα
αμπαλάζ από βρόμικο πατσουλί που γυρόφερνε στον αέρα από ώρα. Κάνα μπουκαλάκι φτηνή κολόνια, σκέφτηκα, που θα σούφρωσε από καμιά γριά άρρωστή του στην κλινική. Ατμόσφαιρα με άλλα λόγια αμιγώς εμετική. Όλα τα γερασμένα απομεινάρια της  ζωής που ξέρω, έχουν αυτό το κουσούρι: Μαζεύουν γύρω τους ό,τι φανταστείς. Τι τα κάνουν ένα βήμα πριν την εξαφάνισή τους;
     Είχε κρεμάσει και το σακάκι - φως φανάρι μόδας της δεκαετίας
του εξήντα ραμμένο σε εμποροράφτη της εποχής - σ' έναν ξεχαρβαλωμένο προπολεμικό καλόγερο, που βρισκόταν στητός ακριβώς δίπλα μου στ' αριστερά, ίσα-ίσα για να με τρελαίνει: Απ' την τσέπη του πολυκαιρισμένου πέτου, κρέμονταν ένα λιγδιασμένο τσαλακωμένο καρό μαντήλι - το δίχως άλλο κι αυτό ιστορικής αξίας - που οι μύξες του είχαν στεγνώσει, δίνοντάς του μια στέρεα όψη. Δεν αντέχω αυτά τα μαντήλια. Κάθε που τα βλέπω να καταχωνιάζονται στις μύτες γριπωμένων συνταξιούχων ή να κρέμονται από ξεφτισμένες τσέπες ηλικιωμένων, κάνω την ίδια σκέψη: Κάποιοι θα πρέπει να τα πλένουν τούτα τα πατσαβούρια. Φέρνω στον νου τη διαδικασία πλυσίματος ενός τέτοιου μαντιλιού, ακούω το ξερό κριτς-κρατς κι ανακατεύομαι.

«Ξέρετε, κύριε...»
«Μια στιγμή...»

Ως εκεί. Το ίδιο απότομα ξανασίγησε. Βυθίζοντας το σώμα του περισσότερο στα χαρτιά, έμοιαζε τώρα πιο πολύ με λουόμενο που τον τραβάει ρουφήχτρα στα έγκατα μαύρου ωκεανού παρά με επαγγελματία γιατρό. Ήταν γνωστός γι' αυτή του την ικανότητα: Σου απαντούσε πάντοτε μονολεκτικά, δυο-τρεις λέξεις το πολύ, αφήνοντας σκόπιμα να αιωρείται στην ατμόσφαιρα κάτι αόριστο κι ημιτελές σαν απειλή. Και μετά την απαραίτητη παύση των δέκα
αιώνων που ακολουθούσε, συμπλήρωνε ακόμη ένα μισόλογο και ξαναχανόταν. Και συ εκεί: Να εύχεσαι διακαώς να 'ναι μόνο προσωρινή η βουβαμάρα του, να μην είναι τίποτα εγκεφαλικό και σου προκύψει μια αχαμνή σάρκα στα χέρια, που θα πρέπει μετά να μεταφέρεις στο πλησιέστερο νοσοκομείο απλωμένη σαν άδεια κάλτσα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου σου. 
     Τη θανατερή εκείνη ηρεμία του γραφείου διέκοπτε μόνο η βαριά του ανάσα, που γινόταν όλο και πιο ανατριχιαστική, καθώς ο αέρας μετά δυσκολίας περνούσε μέσα από τις πυκνές κατακίτρινες τρίχες των ρουθουνιών του, λυγίζοντάς τις μέσα-έξω σαν κατάξερα στάχυα.
     Δεν επέμενα άλλο. Το είχε σκοπό να συμπληρώνει φακέλους μέχρι τη δευτέρα παρουσία και σίγουρα δεν είχα την υπομονή ν' αναμένω έναν Ιησού να δώσει τέλος σε κείνη τη φρίκη. Λες και διάβασε όμως τη σκέψη μου, ανασήκωσε για πρώτη φορά τα μάτια απ' τους φακέλους και κοιτάζοντάς με πάνω απ' τα μισοφέγγαρα των πρεσβυωπικών του γυαλιών, ίσα που ψέλλισε:

«Μισό λεπτό...»

     Μισό λεπτό. Και μετά τι; Καταχείμωνο και η σόμπα σβηστή. Πάγωνα, τα δόντια μου κροτάλιζαν, χουχούλιαζα τα χέρια, μάταια   όμως. Σηκώθηκα και νευρικά άρχισα να περπατώ πάνω-κάτω, μπροστά απ' τη βιβλιοθήκη σαν νευρόσπαστο. Για να περάσει η ώρα, άρχισα να περιεργάζομαι τα βιβλία, έχοντας το κεφάλι λυγισμένο δεξιά. (Πάντα διαβάζω τους τίτλους των βιβλίων στα ράφια με λυγισμένο το κεφάλι δεξιά, θα 'χει να κάνει με την ηλίθια κατασκευή του εγκεφάλου μου). Μου πιάστηκε όμως το σβέρκο και
ισιώνοντάς το, έβαλα στόχο να διαβάσω τους τίτλους με όρθιο τώρα κεφάλι. Μου βγήκαν τα μάτια. Ξανακάθισα. Εξάλλου δε βρήκα τίποτα το ενδιαφέρον: Μόνο παλιά ιατρικά βιβλία των αρχών του αιώνα με σκοροφαγωμένα ξώφυλλα, παλιές ερωτικές νουβέλες και διαλυμένα περιοδικά που για τον φόβο των Ιουδαίων δεν τολμούσες ν' ακουμπήσεις. Πού και πού παραταγμένα στα κενά ανάμεσα στα βιβλία, φρικτά κιτς μπιμπελό, πλαστικές όρθιες άγκυρες, παναγίτσες και κορνίζες με τον Σαμαρά έφηβο σε πόζες αλά Τσινετσιτά: Το μάγουλο γυρτό ν' ακουμπά στη φούχτα κι ανάμεσα στα
δάχτυλα τσιγάρο σβηστό. Κι ακόμη γαλαζόπετρες, μάτια αντιβασκανικά, φτηνά κομπολόγια... Αυτό με σκοτώνει: Παίρνεις έναν φτασμένο γιατρό, πρώην βουλευτή, κι αυτός δεν έχει διαβάσει ένα βιβλίο της προκοπής. Να μη θεωρεί κανένα άλλο βιβλίο σημαντικό στη ζωή του εξόν από τα απαραίτητα για την οικονομική του ευμάρεια και τη συντήρηση της καταραμένης του ματαιοδοξίας. Τους μισώ αυτούς τους τύπους.
     Βυθισμένος καθώς ήταν στα χαρτιά δε θα πρόλαβε να κατανοήσει τη φύση της τελευταίας εν ζωή πτήσης του: Πλησιάζοντας από πίσω, και γυρνώντας τον αστραπιαία προς το τζάμι, τον έσπρωξα με δύναμη. Η βαριά καρέκλα, με τον Σαμαρά θρονιασμένο σαν Καρδινάλιο, πέρασε μέσα από την τζαμαρία, θρυμματίζοντας την με κρότο. Πριν χαθεί στο κενό, πριν το χάος τον καταπιεί μια για πάντα, πριν τον χορταστικό γδούπο της πτώσης στο τσιμέντο του πεζοδρομίου, οι ματιές μας για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου
ξανασυναντήθηκαν.
     Κατεβαίνοντας τις σκάλες, στον προθάλαμο του ιατρείου κάθονταν ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Η γριά ακίνητη, ανέκφραστη, σκυφτή με σταυρωμένα τα χέρια κι ο γέρος γερμένος μπροστά ακουμπούσε σ' ένα μπαστούνι. Είχε ύφος απλανές κι οι κινήσεις του κεφαλιού του αργές και σπασμωδικές, παρκινσονικές. Ένευε σε κάτι σκιές που πλανιόνταν ύπουλα στον απέναντι τοίχο.















Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

ΕΥΑ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ





Σημάδια για το δρόμο  (2015)


Ομολογία


Τα βράδια που μονάχα
το λευκό του γιασεμιού
μας τραγουδούσε
με μύησες στις σιωπές σου

Και τις λάτρεψα.



Η μελωδία της σιωπής


Είναι γαλάζια
των ονείρων μου τ' ακρότατα
και είναι οι λέξεις μου
αρώματα της άνοιξης
που σμίγουν σε γιορτή
της μελωδίας.

Με τη σιωπή μου τραγουδώ
για την αγάπη μου
και οι γλάροι συντροφεύουνε
τους ύμνους...


   

Επιτέλους...


Τώρα, σταγόνες ιερότητας
αναδύονται μέσα από το ανείπωτο
γαλάζιο σου
κι η αγιοσύνη αγκαλιάζει
την κατάργηση του χρόνου.



Με σιγουριά


Θα την θυμάμαι
των ματιών σου την αλήθεια
ακόμα κι όταν θα 'χεις προσπεράσει.
Την αίσθηση απ' το χάδι σου
θα την κρατήσω
ακόμα κι όταν όλα
θα 'ναι παρελθόν.


Αντιθέσεις


Συγκεχυμένα πλάνα
εκπνέουν ασθμαίνοντας...
Παγώνει ο χρόνος
και στο βωμό της ανάγκης
καθηλώνονται
δειλά σκιρτήματα.

Όμως εκείνη,
παλεύοντας πεισματικά
να νοηματίζει
το άπιαστο
τη μακρινή ελπίδα
ιχνηλάτησε
και τη σιωπή της ιερότητας
αξιώθηκε.


Αγρύπνια


Μονάχα το φεγγάρι
συντροφεύει
την ατέλειωτη αγρύπνια μου.
Ο Ιούνης ξεσπάθωσε,
το παλιό αμνημόνευτο αίμα
αχνίζει ξανά
κι όλα στροβιλίζονται
στη δίνη του μυαλού μου.

Τώρα,
εν μέσω επερχόμενου τυφώνα
αναζητώ το φως που απόδιωξα
έναντι οποιουδήποτε αντιτίμου.




Ανάμεσα σε δυο φεγγάρια


Αόρατοι φόβοι
μικροσκοπικές βελόνες
εισχωρούν αργά
και με τρυπάνε...
Ανάμεσα σε δυο φεγγάρια
παρεμβάλλονται οι σιωπές
του νεκρού χρόνου
και η προσμονή του ανέλπιστου...




Η σιωπή



Τώρα τα δύσκολα έπονται
του αύριο η σιωπή ανατέλλει...


Κάποτε ο Ιούλης..


Άκρως αποθαρρυντικά τα δεδομένα
πολλαπλών ματαιώσεων συνέχεια...
ο ήλιος του Ιούλη
κόντρα στο αξεδιάλυτο του ονείρου.

Κυμάτισμα ελπίδας
με την πρώτη άχνα της ανατολής.
Κατάθεση ψυχής
ανάμεσα στα φτερουγίσματα
των γλάρων
και των φιλιών το ατέλειωτο προσμένοντας.

Κάποτε ο Ιούλης τρελάθηκε
της ανείπωτης θλίψης
και της χαράς που λαχτάρησα
η συνύπαρξη
σ' ένα πανηγύρι των ανατροπών...

Με τη λαχτάρα του Αυγούστου
ξεγελάστηκα.




Οι παγωμένες μέρες του Γενάρη


Οι παγωμένες μέρες του Γενάρη
περπατούν τα απογεύματα στην παραλία
με κατακόκκινους επιδέσμους στο σώμα τους.
Περπατούν χωρίς πρόσωπα
κι έχουν δυο μάτια
που καθρεφτίζουν τη θλίψη
ατέλειωτων αιώνων ερημιάς...

  

Ανησυχώ...


Εκείνες τις μικρές λεξούλες
που σου χάρισα
τις θέλω πίσω.
Τώρα που αλλάζει ο καιρός
ανησυχώ μήπως παγώνουν...



Ανάμνηση


Μέτρησα τις μέρες, λίγες μόνο.
Μάζεψα τις νύχτες με φεγγάρι
να 'χω να σου στείλω κάτι
με τ' αστέρια που μου χάρισες.

Τώρα, το όνειρο μπερδεύτηκε
με την αλήθεια των ματιών σου.
Το πολύ του ελάχιστου
χάθηκε μέσα στο απέραντο τίποτα.

Και η ανάμνηση
λύπη που αιμορραγεί...


  

Ενόραση


Αιώνες περπάτησα γυμνή
ανάμεσα στις φυλλωσιές του Αυγούστου
και τις πηγές που δεν στέρεψαν.

Αιώνες ξεδιάλυνα των μαντείων τα ανερμήνευτα,
ξέροντας πως οι ανακατωμένοι αέρηδες
ήταν η ίδια η ζωή.

Τα καμώματα των καιρών πληθαίνουν
- μοίρα του ανήσυχου Ιθακήσιου-

Αιώνες αγρύπνησα
να ανιχνεύω τα σημάδια
από ήχους άλλων ουρανών...

Αιώνες χαράχτηκα
με το λευκό των γιασεμιών
σε αυλές με το αγιόκλημα της λύπης.

Ανήσυχοι
      θα καταθέτουν
         πανσελήνους.

               Οι αιώνες μου.

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ - ΦΩΤΙΑΔΟΥ





Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ  (2014)


ΕΝΟΧΕΣ


Μην τις κοιτάς
Δεν έχουν πρόσωπο
για να κοιτάξουν στον καθρέφτη
Δεν έχουν μάτια
να μην ακούνε τις σιωπές
που ζωγραφίζονται στους τοίχους
Είναι μπογιές με ακαθόριστα υλικά
Με χρώμα νοθευμένο
Σε μια αντίστιξη του γκρι που επιμένει
Κι όταν καθίσουν στο τραπέζι
δήθεν προσεύχονται
ο' ένα Θεό που συγχωρά το ασυγχώρητο
Ύστερα τρώνε φλυαρώντας δυο μπουκιές από τη μνήμη
Ψίχουλα μένουν και τα ρίχνουνε σε γάτες και σκυλιά
να 'χουν να λένε πως αγαπούνε τη ζωή
Κάποτε σβήνουν το κερί
Φεύγει και το χλομό ημίφως
Τον έρωτά τους αγκαλιάζουν στο σκοτάδι
λίγο προτού γεννήσουν έναν ακόμα θάνατο 



ΜΕΡΙΔΙΟ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ


Πέντε ώρες πριν από το χάραμα
καθόμουνα α' ένα τραπέζι
Και με κουζινομάχαιρο
έκοβα τη νύχτα σε μερίδες
Για τους ληστές και τους φονιάδες
γι' αυτούς που προσκυνάνε τ' άδικο
στήνουνε λιτανείες
τις ανομίες όλες περιφέροντας
μήπως κι αγιάσουν
Κι ως το πρωί μετρούσα τα υπολείμματα
Κι ήταν ακέραιη η νύχτα στο σεντόνι μου 



ΥΠΟ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ


Ωραίο το κέλυφος
Επίχρυσο κάλυμμα
Μικρή χαραμάδα για την εισροή οξυγόνου
Γυάλινος θόλος για μια υποψία ουρανού
Μέσα φιλάσθενη μια πεταλούδα
περιμένει το σύνθημα για να πετάξει
Το κέλυφος πρέπει κάποια στιγμή να ανοίξει
αν το ορίσουνε Θεοί και ημίθεοι
με κεραυνούς και δωρεές



ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΥΓΡΕΣ


Η χαλασμένη στέγη κάποιας σύναξης
άνοιγε πού και πού το πέρασμά της
σε μια ψιλή βροχή
υγραίνοντας τις λίγες λέξεις
που μαλακές πέφτανε
επάνω στις κλειστές αισθήσεις
Ριγούσανε εκείνες σαν παρθένες
που κάναν έρωτα
πρώτη φορά με την ψυχή τους



ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ


Κοιμήσου μικρή μου πόλη
με όλα τα φώτα σου ανοιχτά
Τώρα που δεν αχούν τους ήχους οι άνθρωποι
εσύ απερίσπαστη θε να κοιτάξεις τις ρωγμές
τις γρατσουνιές πάνω στους τοίχους
Κάπου το συρματόπλεγμα έχει σχιστεί
και μια καρδιά σε σχήμα τριαντάφυλλου
ανάσκελα ατενίζει τ' άστρα
Κοιμήσου μ' ανοιχτές προθέσεις
Ως το πρωί σαν υπνοβάτης
θ' αντανακλάς την ύπαρξή σου


ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ


Η ευτυχία γράφεται με ήττα
Πολλές φορές θα πέσεις
στα πεδία των μαχών σου
ανυπεράσπιστος και κάποτε δοσίλογος
με άναρθρες στιγμές
Κι άλλες φορές θα κλείσεις στο κελί τους
δυο τρεις μικρές επαναστάσεις
και τις σημαίες θα διπλώσεις
μην τις ερωτευτεί ο άνεμος
Η ευτυχία γράφεται ανορθόγραφα
Χωρίς κανόνες δίχως τονισμούς
Σαν λέξη μονοσύλλαβη
Σαν δίφθογγος χωρίς διαλυτικά 



ΕΠΙΒΙΩΣΗ I


Τα πρωινά καταδύομαι
στη βυθισμένη μέρα της μεγαλούπολης
Στα καταστήματα υπάρχει έλλειψη
από φιάλες οξυγόνου
Μαυραγορίτες εξαγοράζουν τη συνέχεια
διεκδικώντας τις τελευταίες χρυσές ελπίδες μας
Καταδύομαι κρατώντας μονάχα την αναπνοή μου
δασκαλεμένη να κρατώ σιγή ιχθύος



ΕΠΙΒΙΩΣΗ II


Επιχείρηση διάσωσης
Ούρλιαζαν μες στη νύχτα τα πυροσβεστικά συνθήματα
αγνοώντας τη βιολογική καύση των ονείρων μας
Πονάνε οι αποξηραμένες θλίψεις;




ΜΝΗΜΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ


Έσταζε η βρύση από τη μνήμη
Χρόνια δεν μ' άφηνε τις νύχτες
να κλείσω απ' έξω τη φωνή μου
Εκνευριστικές οι υπενθυμίσεις της
Τιπ ταπ εικόνες θορυβώδεις
Λόγια που ξύριζαν τα όνειρα
Φωτογραφίες που αλλοίωναν το σώμα
και σκοτεινές φιγούρες πρόβαλλαν
Η μουσική από τη διπλανή απουσία
μία κραυγή στη διαπασών
Έξω ο κόσμος κυοφορούσε τη ρουτίνα του
Το νέο παιδί γεννιόταν λερωμένο
ατάιστο, απότιστο
με μάτια αιωνόβιου θανάτου

Σηκώθηκα απ' τη σκέψη με μισόκλειστη την πρόθεση
ψάχνοντας για διακόπτες φωταγώγησης
Θα πρέπει να 'χαμε διακοπή ηλεκτρικού
όπως συμβαίνει μετά την καταιγίδα 



ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΩΣ ΠΑΡΑΛΟΓΑ


Γεννιόμαστε με δυο δάχτυλα κρασί στις πεθυμιές
Οι ώρες μας χορεύουν ζαλισμένες εξαρχής
0 κόσμος μας ανάποδα γυρίζει
από τη δύση ως την ανατολή
Για τούτο ζούμε πρώτα στο σκοτάδι
Μετά σαν άτυχοι ορειβάτες
στο πεπρωμένο μας επάνω γαντζωνόμαστε
Αρχίζουμε για λίγο την ανάβαση
μέχρι τις παρυφές της λογικής μας






ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΜΙΑΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ


Έχουν εκλείψει πια τα κεφαλαία γράμματα
ΣΤΟ καθημερινό μας λεξιλόγιο
γράφουμε μόνο τις μικρές μας πράξεις
χωρίς τελείες και εισαγωγικά
πάμπολλα τα ερωτηματικά που παραλείπονται
χωρίς να είναι ευκόλως εννοούμενα
παρά μονάχα προσποιούμενα
πως δήθεν συνοδεύονται από θαυμαστικά 



ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΑΡΡΗΞΗ


Η μουσική τρυπάει τον μανδύα της νύχτας
Σαν κλέφτης ψάχνει για τα τιμαλφή της μέρας
Παλιά κειμήλια
Μοντέρνα αξεσουάρ
Ποτέ δεν θα τελειώσει
η φιλαρέσκεια της πλήξης



ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ


Έξω στους δρόμους μια φωνή ξυπνά
Μικρός λυγμός
μεγάλη ήττα κάποιας νύχτας
που ανακατεύει τα σεντόνια μου
Κανένας πλέον δεν μπορεί να κοιμηθεί
Η τελευταία μας βόλτα στο φεγγάρι
περιφορά μας σε μια έκλειψη
μας έριξε στην έρημο
σαν επαναστατημένους δορυφόρους
Πες μου πως θα φωνάξει δυνατά ετούτος ο λυγμός
Πες πως θα γίνει δάκρυ σαν σταγόνα
επάνω σε θολό καθρέφτη
που όταν πέφτει
μια ρωγμή σκαλίζει προς τα ενδότερα
ίδια με πέτρα που χαράζει την οργή της 


Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ


Χορεύω στις μύτες στιγμών
Μπαλαρίνα χωρίς ισορροπία αισθήσεων
μονάχα παραισθήσεων
Ο κόσμος είναι ωραιότερος
όταν αντίστροφα τον περιγράφεις
Απ' το Ωμέγα με επιφώνημα το Ω!

ως το στερνό μας Άλφα της μεταμέλειας



ΔΙΜΕΡΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑ   (2013)



Τις Κυριακές αφήνω ένα πουλί ελεύθερο να φύγει απ το στήθος μου
να φτερουγίσει πάνω στις κορυφογραμμές των δισταγμών

                                      ***

Δεν κάρπισαν τ' αμπέλια μου, κρασί δεν ήπιε η λογική μου
Ποτέ τρεκλίζοντας δε βγήκε η ανεράδα μου να ζωγραφίσει τη ζωή μου

                                      ***

Αφηνιασμένα άλογα απ' την καρδιά ξεχύνονται, στα σύνορα κινάνε
Να ξεπερνούν στα λόγια και τις λογικές, τους ισολογισμούς του κάθε χρέους

                                      ***

Τα πέλαγα που έζησα ήτανε θάλασσες κλειστές με βράχια γύρω
Δε με ταξίδεψαν, μονάχα με ξεβράσανε κουφάρι στις ακτές του τέλους

                                      ***

Σβήνει η μέρα τούς κρατήρες που ανάψαν τα φεγγάρια
Μια χούφτα λάβα απομένει να λιώνει τα φορέματα του ήλιου

                                      ***

Με δυο φτερά στα πόδια και σία χέρια πετάω πάνω απ' το βράχο
που μυτερό κι ολόρθο έστησε στο δρόμο μου ο φόβος

*** 

Κομμένες ήτανε σία δυο οι ώρες της πορείας
Ένα κομμάτι για τη θέληση κι ένα για την προκοπή του κόσμου

                                      ***

Τεχνίτης ήμουν με την έγνοια της διαύγειας και πάσχισα
της άμμου τις ρυτίδες απ' το χρώμα του γυαλιού να αφαιρέσω

                                      ***


Τη μουσική μου έβαλα στο γέλιο ενός παιδιού
να ηχολογεί στα βήματα του μέλλοντος
                                      ***

Με ένα γλάρο στο κρυφό το χτυποκάρδι μου ταξίδεψα
σε ουρανό και θάλασσα ανάμεσα κρατώντας το γλαυκό της νηνεμίας

                                      ***

Πελώριες οι νύχτες κρατούσανε φεγγάρια σε ομηρεία
Μικρές οι μέρες λευτερώνανε του ήλιου τις αχτίδες σ άλλο Σύμπαν

                                      ***

Προσεκτικά θα συλλαβίσω δύσκολα φωνήεντα
προσέχοντας τα δίφθογγο σε κάποιες διασταυρώσεις 

                                      ***

Έρωτας πειρατής ήρθε και ρήμαξε της νιότης τα προικιά
κουρέλια μιας καρδιάς αφήνοντας στο πέρασμά του

                                      ***

Τα βράδια πέφτουν με τους ψίθυρους της μέρας
κι αναχωρούν με τις κραυγές αναμετρήσεων

                                      ***

Κράτα εκείνη την αγάπη, που φτερά σού δίνει σαν τον Ίκαρο
μα ποτέ σιμά στη φλόγα δε σ' αφήνει, να μη λιώσεις

                                      ***

Λόγια σαν χάντρες κομπολογιού πήγανε κι ήρθανε σε χείλη αργόσχολα
Μέχρι που γίναν όπλα να σκοτώσουνε αθώους κι ένοχους αντάμα

                                      ***


Σαν άλογα καλπάζουνε τα χρόνια σε χλωρά λιβάδια
ποδοπατώντας άνοιξες για να 'μπει αξιοπρεπές ένα φθινόπωρο

                                      ***

Φυλάκισε μια κόρη μνήμη στο πιο ψηλό του κάστρου του παράθυρο
να αγναντεύει ολημερίς αγάπης σταυροφόρους

                                      ***

Το άγαλμα του Μεγάλου Στρατηλάτη όρθιο μες στην πτώση μας
κρατούσε τη λευκή του μάρμαρου γυαλάδα στα σκοτάδια

                                      ***

Ατέλειωτες ώρες κρατούσανε στα δίκτυα τους μια ευκαιρία
μα εκείνη σπαρταρούσε επώδυνα αρνούμενη την παράδοσή της

                                      ***

Κάπου ανάμεσα στη νιότη και στην ωριμότητα
ζύγιασα του δρόμου τις στροφές πίσω μου κι εμπρός μου

                                      ***

Με το φουστάνι μιας μικρής απόδρασης βγήκε μια βόλτα το φεγγάρι
τη μέρα να 'βρει που πολλά τού ιστορήσαν για το φως της

                                      ***

Περαστικές χαρές, αξεπέραστες θλίψεις, διαπερατές ευτυχίες
κεντήσανε κλωστή κλωστή των χρόνων τα προικιά

                                      ***

Ό,τι αγάπησε το μίσος μου το βάσταξαν δέντρα δίχως καρπό
Με φύλλα μόνο πού 'πεφταν κατακαλόκαιρα στο χώμα της ξηρής προοπτικής μου

                                      ***