Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ

«Περί ουσίας και περιουσίας»  (2010)




Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ


Κανείς ποτέ δεν έμαθε, κανείς δεν είπε
από πού πηγάζει, πού επιτέλους εκβάλλει
ο άγνωστος ποταμός, ο Βώκαρος της Κύπρου.

Η Πυθία δαφνομίλησε στους προγόνους μου:
ποτίζει τα άγρια θηρία και μεμιάς ημερεύουν,
πλημμυρίζει κι έτσι πνίγει τους πολιορκητές,
διανοίγει δίνες να καταπιούν τις τριήρεις τους.

Να 'ναι αυτός που δροσίζει τους νεκρούς
που γλυκαίνει τα χείλη των νέων σαν φιλούν,
που ανακουφίζει τα μάτια των μανάδων;
Αυτός ανάβλυσε γλυκό νερό στην Αλυκή
και μυροβολεί την άγια κάρα του Λαζάρου,
του Ονήσιλου όπου μελώνουν μέλισσες;

Ποιος τον ονόμασε Βώκαρο; Πού ρέει; Πώς;
Να 'χει άραγε στο νερό μέταλλο που σφίγγει
τη γροθιά του λαού, το στήθος της εργάτριας;
Θα ποτίζει υπόγεια το στάχυ της Μεσαορίας
και πρέπει να ήταν ο συνοδός του Παύλου
να του απάλυνε τις πληγές των ραβδισμών.

Ήρθαν γεωλόγοι και τον ταξινόμησαν ρύακα,
Άλλοι τον είπαν χαράδρα που δεν κελάρυσε.
Μα οι νεκροί μας του οφείλουν πολλά
αφού πότιζε δενδροστοιχίες οραμάτων
να ρέουν μέσα μας, πανώριος μύθος.


Φικάρδου (Φθινόπωρο, 2007)



 Η ΑΡΙΑΔΝΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ


Αναθεματίζεις τη μοναξιά σου, μα δες,
την Αριάδνη δες, που ξέχασε ο Θησέας
κι ας τον διέσωσε, ας τον έστησε ήρωα,
ας τον ακολούθησε τυφλά, δίχως μίτο,
για χάρη ας πέταξε το στέμμα της Κνωσού.

Σπαράζεις; Η Αριάδνη πιο πολύ από σένα,
παρατημένη στις αιχμηρές ακτές της Νάξου,
όχι σε πέλαγος πνιγμένη μα σε στεριά.

Μα ήρθε ο Διόνυσος να την πάει στην Κύπρο,
η αύρα να της ανοίξει τα βαριά ματόκλαδα,
ο ήλιος να της ροδίζει τα μάγουλα άδοντας:

Ποταμός ρέω στη θάλασσα σου,
δρόσος στη φυλλωσιά σου,
μαζί κι οι δυο ένας ναΐσκος,
ήλιος με φεγγάρι, ένας δίσκος.

Μην κλαις. Ο φλοίσβος θωπεύει την ελπίδα,
ο νέος έρως ελαύνει νεκτάριος λυτρωτής.
Αν δεν μπορεί να σου χαρίσει την ευτυχία,
τουλάχιστο σε φυγαδεύει απ' τη δυστυχία.

  
  


ΒΑΔΙΖΕΙ



Βαδίζει ο Αινείας σε πέτρες καυτές,
με τον παράλυτο γονιό στον ώμο.
Κρατά το μικρό Πατρίκιο που κλαίει:
'Ζ. ε ι ο παπάς μου. Να! Το χέρι του καίει!'
Πλάι γυναίκες ασάνδαλες τρικλίζουν
ως τον ορίζοντα, το διάπλατο κελί.

Βαδίζει ο πρόσφυγας προς την Ιταλία,
τους Τρώες μη στρέφοντας πίσω να δει,
καθώς έπεφταν απ’ τα βυζιά της Ελένης.
Βαδίζει, περνώντας απ' την Κύπρο να βρει
τη μάνα Αφροδίτη, μαζί της να ανασύρει
τη χαμένη κάρα του συζύγου της Χαρίτας,
να την αρμόσουν στο σώμα να 'ναι ακέραιο.*

Πιο γενναίος απ' όλους ο πρόσφυγας
που του αρκεί ο ήλιος να βαδίζει εμπρός,
ένα κεραμίδι στο χέρι να το ξαναστήσει,
μια βάρκα να σωθεί για να επιστρέψει.*

 
Λατσί, Παραλία Ττάκκα (Σεπτέμβρης, 2008)




ΔΙΑΔΡΟΜΗ Β (2003)
Σι βόλε


ΠΟΙΗΣΗ


Είδες εκείνο το δύτη το δεινό
που καταβύθισε το σώμα του
και αναβάπτισε την ψυχή του;
Τον είδες που έπλασε υποβρύχιες αρχιτεκτονικές
κι αγάλματα από χίλια μέταλλα
και ζωγραφιές με μύρια χρωστικά του υγρού
μέσα στη μουσική των ενδοθαλάσσιων ποταμών;
Η ποίηση είναι, που ξέρει
τι είναι πλούτος του άδυτου.
Αυτή είναι, που βιώνει όσα δε φαίνονται
από το ύψος του στεγνού αέρα
και μπορεί, σαν καλεστεί,
ν' αναδυθεί στην επιφάνεια
και να σώσει
όσους πνίγονται στα ρηχά.
Κι ακόμα να τους φανερώνει
μέσα στην ανταύγεια της ματιάς της
τον ήλιο που γεννιέται στο βάθος
της αποκάλυψης.





 ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΗ ΘΕΑ


Άλλα ζήταγες, Αθηνά, με τον Ηρακλή σαν μας έσωζες
απ' τις Στυμφαλίδες Όρνιθες. Ούτε τιμές, ούτε εκατόμβες.

Σε βλέπω αθόρυβα να αφαιρείς την πανοπλία, χαμαί
να ακουμπάς την ασπίδα, το δόρυ σαν τούφα χιονιού,
να κυματίζεις με τη διάφανη χλαμύδα, αύρας χάδι,
να ξεγλιστράς νεράιδα, για να τον βρεις στο βράχο σας.

Σας ατενίζω απ' εδώ: ο αγαπημένος σου, φεγγαρολουσμένος
σου προσφέρει τα νεκρά πουλιά, μα εσύ τα βλέπεις άνθη,
την αγκάλη του βρίσκεις ουρανό να σε χωράει ολόκορμη.

Σε περίμενα μα αποκοιμήθηκα... βλέπω όχλο απ’ το μέλλον,
ανάστατο γιατί έδωσες παράδειγμα κακό σε εστεμμένους
να ρίχνουν το στέμμα για θνητούς: για μια κυρία Σίμσον,
για ένα Τόντι Αλ Φαγιέτ... για ένα Ντι Μάτζιο η Μονρόε.

Ξυπνώ, ξαναδιαβάζω Σοφοκλή, Έρως ανίκατε μάχαν,
και Ευριπίδη, έρας' τι τούτο θαύμα; συν πολλοίς βροτών,
και πάλι Δάντη, l’  amor che move il sole e l’ altre stelle.

Ομολογουμένως τη φύσει ζην, μπλε με κίτρινο για πράσινο,
ενώστε κασσίτερο χαλκό να χαρείτε μπρούντζινο άγαλμα.

Και μια θεά δικαιούται να αγαπά με ανθρώπου καρδιά
χωρίς φραγμό και νόμο. Αφήστε τους ενωμένους σ’ ένα
αγκάλιασμα. Μα αν τους χωρίσεις σε τείχος σινικό

το δρασκελούν με το επί κοντώ κοντάρι της αγάπης,
ανταμώνουν σε σάρκα μία, και σας αφήνουν άφωνους
ψηλά στις πολεμίστρες, κι άποτους στη fontana amorosa..