Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

30 ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ


30

Θα  μπορούσα να σου δώσω
λίγη απ' τη θλίψη μου
είναι ξανθιά, είναι λεπτή και έχει όμορφα μάτια.
Την κρατώ ζεστή, κάτω απ' το μαξιλάρι
μέχρι πού βαραίνουν οι ώμοι τα βράδια.

Θα μπορούσα να σου δώσω αρκετή απ' τη θλίψη μου,
μα φοβάμαι
μη δεθείς κι εσύ μαζί της.

31

Δεν καταλαβαίνω,
γιατί ενώ εγώ ελπίζω πολύ,
όλοι λένε πως δεν έχω καμιά ελπίδα.

43

Μυρίζει θάλασσα η κάθε αυγή…
θα ‘ναι μάλλον
που σκέφτομαι το κύμα.



Από τη συλλογή Όλες οι μέρες χιόνι 2005



ΚΛΑΙΡΗ ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ


ΗΞΕΡΑ ΜΟΝΟ

Ήξερα μόνο ν' αγαπώ
μες στη σιωπή
χωρίς τους φλοίσβους
του νερού
χωρίς το θρόισμα
των φύλλων
τα χρώματα
τις αστραπές
του ουράνιου τόξου.

Ήξερα και ξέρω ακόμα
ν' αγαπώ απλά
χωρίς ενδοιασμούς
και ιδιοτέλεια.
Μόνο για την Αγάπη.

Ιούνιος 2007

Από τη συλλογή Αμφορείς της μνήμης  (2011)



ΑΛΕΒ ΑΝΤΙΛ


ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Ξυπνάς ακόμη τις νύχτες
και σκέφτεσαι τι θα 'παιρνες μαζί σου
αν έπρεπε να φύγεις
άλλη μια φορά
κι άλλη μια φορά να ξαναρχίσεις;
Ο κανόνας του πρόσφυγα:
μια βαλίτσα για τον καθένα,
δυο για την οικογένεια.
Μήπως θα πάρεις τα σημειωματάρια σου,
τις φωτογραφίες;
Ποια από τα αγαπημένα σου παπούτσια;
Το καλό χειμερινό σακάκι, βέβαια.
Ίσως ένα απ' τα περσικά χαλιά
- μα τότε δεν παίρνεις τίποτε άλλο.
Τι θα διέσωζες;
Μήπως σε ταράζει ακόμη
η αντίθεση ανάμεσα στη νοοτροπία
του πολιορκημένου που αποθηκεύει τα πάντα
για κάθε απρόβλεπτη έλλειψη,
ακόμη και απομεινάρια παλιών κεριών
για την περίπτωση που θα κοπεί ξαφνικά
το ηλεκτρικό ρεύμα
και τη λογική του πρόσφυγα
ότι μπορεί να κατέχει στ' αλήθεια
μόνο μια βαλίτσα με αντικείμενα;
Όλα τ' άλλα είναι τυχαία.
Δεν είναι στ' αλήθεια δικά σου.
Όλα τ' άλλα πρέπει να τ' αφήσεις πίσω.



ΝΕΒΗ ΑΣΤΡΑΙΟΥ


Εδώ να μείνω

Θέλησα να εγκαταλείψω πολύβουες πόλεις
και μηχανές του κόσμου που μου σφυρίζουνε στα σωθικά
για να βρεθώ μακριά από ανθρώπινα συναπαντήματα.
Μου είπες να μην κρατώ σφιχτά στη σκέψη μου
το κούφιο όνειρο φυγής εδώ να μείνω
να ψάξω μέσα μου να βρω έμενα.

Από τη συλλογή «Πρόκληση» 2010




ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ


STELLA MARIS

Εκεί που τελειώνει ο χρόνος
κι η γαλάζια μου ανάσα
κοιτάζει ανταριασμένη το γκρεμό
η χαράδρα μια θάλασσα
και συ το αστέρι
μ' ανοιχτές αγκάλες σιγανές ικεσίες
σαγηνευτικές κι απόμακρες
μου φωνάζεις να 'ρθω κοντά σου

Θαμπή αμαρτωλή αθωότητα
το χαμόγελο της γλυκιάς ζωής
μεσ' από κάτασπρο χιόνι
κι αβυσσώδεις μαύρες ρουφήχτρες

«Η γλύκα πηγάζει απ' το μαύρο»
είπες

κι έλαμψες αιώνες κι αιώνες
εκεί που τελείωσε ο χρόνος



Ανθολογία σύγχρονης Κυπριακής ποίησης-Η Κύπρος μετά το '90




ΚΑΤΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗ- ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ


ΤΗΣ ΚΥΡΑ-ΑΓΑΘΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΟΡΦΟΥ

Έπλυνε βιαστικά τα πιάτα
κι έβαλε τις καρέκλες στη θέση τους
πριν φύγει από το σπίτι της
στη Μόρφου
η κυρά-Αγάθη•
σαν θα επέστρεφε
να μην το έβρισκε ασυγύριστο.
Σήμερα τη θάψαμε
σε κάποια ακατάστατη γωνιά της Λευκωσίας
δεκατέσσερα χρόνια απόσταση
από τους πορτοκαλεώνες της Μόρφου.
Κι ήταν Γενάρης
μα μύρισε λεμονανθούς και πάστρα
το ταξίδι της
στην ωραία Μόρφου των ουρανών.


Από τη συλλογή Το ταξίδι της Ραχήλ  (1991)




ΝΕΣΙΕ ΓΙΑΣΙΝ


ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΤΑΛΗΚΑΝ

ΙΙ

Το όνομά σου
έγινε ένας κόμπος μες στο στήθος μου
που όλο τον λύνω
καθώς του έρωτα το κάψιμο κι ο πόνος της ψυχής μεγαλώνουν.
Μα αν ο έρωτας δεν είναι χαρά
γιατί μας χρειάζεται;

θα πρέπει να υποβάλω αίτηση
(όλοι γνωρίζουν την περίπτωσή μου).

«Αιτούμαι άδεια να περάσω στην άλλη πλευρά
λόγω αθεράπευτου πάθους...».
Ένα ερωτοχτυπημένο λουλούδι
πεθαίνει
με τα όπλα στραμμένα επάνω του.
- Ο έρωτας εντοπίστηκε στη γη του κανενός
κι ομολόγησε πως είναι ένας τρελός δραπέτης.




ΖΕΛΕΙΑ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ


ΤΑ ΜΠΛΕ ΑΛΟΓΑ

Έρχονται σιγά σιγά τα σύννεφα
Έρχονται βροχές
Οι τεθλασμένες σκιές στην άσφαλτο

Μικραίνουν οι μέρες
Μικραίνουν τα έντομα
οι σφυρίχτρες με το στραγάλι της νύχτας

Μέσα στον κύκλο των παιδιών
Μέσα στο καλάθι
είναι τα παράπονα
οι μικρές διακοπές
είναι τα ψαθάκια
τα δαγκωμένα μήλα
είναι η γριά κουρούνα
στον θερισμένο κάμπο
είναι τα αχτένιστα μαλλιά της Βαλεντίνας
είναι η μάνα που φεύγει βιαστικά το πρωί
η ανεστραμμένη ώρα της Σιντερέλας

Μέσα στο όνειρο είναι
τα παιδιά,
η πιο μεγάλη της
αμαρτία τα χαλασμένα
αλογάκια, τα βάψανε μπλε, έκρυψαν τις οπλές
στα μάρμαρα,
τα παιδιά ρίχνουν νομίσματα
απ' τις σχισμές απ' το στόμα απ' τις
χωρίστρες
τα μπλε αλογάκια τρώνε τα νομίσματα
και δεν κουνιούνται

Γιατί ρωτάνε τα παιδιά,
Γιατί δασκάλα
Ήρθε το φθινόπωρο;


Ανθολογία Σύγχρονης Κυπριακής ποίησης 2011




ΜΑΡΙΑ ΘΩΜΑ



JULIETTE

Ο χρόνος είναι το πιο εύθραυστο κλαδί
μαδάει φυλλορροεί και σπάει
με την απόγεια αύρα
Κοιμάται ξεσκέπαστο
με ανοιχτά παράθυρα
το πιο φιλάσθενο παιδί
ο χρόνος της ζωής μου

Κυλάει και κελαρύζει σαν ρυάκι
δεν περιμένει δεν ακούει
δεν αρκεί
Φλυαρεί και τρωγοπίνει
ξοδεύει και ξοδεύεται
το προστυχότερο παιδί
ο χρόνος της ζωής μου



Ανθολογία σύγχρονης Κυπριακής ποίησης-Η Κύπρος μετά το '90




ΡΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ-ΣΤΑΥΡΟΥ


ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ ΜΟΥ

                             (Αποσπασματικό)

Το φως του φεγγαριού
κάνει κύκλους πάνω απ' τα δέντρα
ψάχνει ακούραστο κι αδάκρυτο
τους αγνοούμενούς σου
ξεδιπλώνοντας τους στοχασμούς του
ένα-ένα
διηθώντας τις αναμνήσεις του
μια-μια
σκορπίζοντας το χλωμό του βάλσαμο
απ' τη μιαν άκρη ως την άλλη σου,
Νησί μου,
να γαληνέψει τις πληγές σου.
Πάνε κι έρχονται
τα βράδια του
απ' τις πορτοκαλιές της Μόρφου
ως τις θάλασσες της Αμμόχωστος
κι ακόμα
ως τα ερημικά μοναστήρια της Καρπασίας
με τα ορφανεμένα καμπαναριά.
Πάνε κι έρχονται,
κι ύστερα πάλι ξανασμίγουν.
Πιάνονται χέρι-χέρι
και στήνουνε χορό
γύρω απ' τον Πενταδάκτυλο
τραγουδώντας ένα τραγούδι από γαλαζόπετρα
που το βαφτίσαν Λευτεριά.

 Από τη συλλογή  Του Νησιού μου  (1984)




ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΪΜΑΚΛΙΩΤΗ


ΣΤΟ ΚΑΡΟΥΖΕΛ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Έκανα την ευχή
χαζεύοντας πυροτεχνήματα.
Έκανα την ευχή,
τρελή ευχή,
ν' ανέβω εγώ ξανά
στο κόκκινο αλογάκι
στο καρουζέλ του χρόνου.
Και να με ταξιδέψει
στην αρχή
να κάνω κύκλους πάλι,
να γίνω ένα παιδί.
Έκανα την ευχή,
κύκλους να κάνω!
Ν’ ακούσω πάλι
μουσική,
να ζαλιστώ.
Να δω ξανά τα πρόσωπα
τ' αγαπημένα
των παιδικών μου φίλων,
Τα χρώματα
τα ξεχασμένα
των παιδικών μου ελπίδων.
Ν' ανέβω αν γίνεται ζητώ
στο καρουζέλ του χρόνου!

Από τη συλλογή Ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα  (2011)




ΝΙΚΗ ΚΑΤΣΑΟΥΝΗ


ΓΥΡΙΣΜΟΣ

Μέρα τη μέρα τριγυρίζω
μα πίσω σβηούν τα βήματά μου
έχουν χαθεί τα χώματα μου

Σπίτι παλιό στην παραλία
πόλη μου 8ύμηση παλιά
φεύγουν οι τόποι σαν πουλιά

Νύχτα η νύχτα δεν τελειώνει
πόλη μητέρα μου χαμένη
αγκάλη που με περιμένει
Όρθρου καμπάνες σας ακούω
φτωχά ξωκλήσια ερειπωμένα
πουλιά ορφανά, παγιδεμένα

Χρόνο το χρόνο μου μετράω
μέρες πληγές που με πονάτε
νύχτες αιχμές με διαπερνάτε
Πόλη και σπίτι κι ακρογιάλι
Γυάλινοι κόσμοι που ραγίσαν
θρύψαλα τη ψυχή μου αφήσαν

Μέρα 8α ζήσω ν' αντικρύσω
Πόλεις, αρχέγονες μητέρες
Νύχτες να λάμπουν σαν ημέρες
Σπίτια ξανά ζωντανεμένα
Φίλους και γέλια από παιδιά
Κι έρωτες πάλι στην καρδιά.




ΕΛΕΝΗ ΚΕΦΑΛΑ


ΜΟΝΩΔΙΑ

...Επινόησα τον κόσμο για χάρη σου
έφτιαξα τη θάλασσα, τα βουνά και τ' αστέρια
γέννησα φως απ' το σκοτάδι
κι έκανα τη μνήμη μου καθρέφτη να σε βλέπω.
Την έβδομη μέρα
έσβησα απ' τη μνήμη του Θεού τον κόσμο
κι έμεινα μόνη
στην αμνησία των αιώνων
να σε θυμάμαι...


Ανθολογία σύγχρονης Κυπριακής ποίησης-Η Κύπρος μετά το '90





ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΣΙΑΤΟΥ



ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΝΕΑ

Δεν υπάρχουν νέα
Πλοία φεύγουν
Άνεμος τρελός μας πλησιάζει
Οι μεγάλοι δρόμοι
Αόρατοι μοιάζουν
Διάπλατα ανοίγουν
Στενά και κτίρια
Μέσα στην μπόρα
Δημοπρατούν την αγωνία
Και το φόβο
Απόψε θα σκοτώσουν
Ένα αγόρι

Ένας ποδηλάτης
Διασχίζει την πλατεία
 Ρουφάει το ποδήλατο η άσφαλτος
Γίνεται θάλασσα
Πιο κάτω
Αμετακίνητα τραπέζια
Στον πεζόδρομο
Τρέμουν από το κρύο
Παρκαρισμένα αυτοκίνητα
Φύλλα πέφτουν
Φύλλα στη θύελλα
Γεμίζουν δάκρυα πλανόδια
Ψυχή στους δρόμους
Τρίζει το ξεχασμένο πόμολο
Της πόλης
Όπως παράθυρο από μέσα
Στο δικό της λαβύρινθο
Η πόλη ολόκληρη
Χωρίς αισθήσεις



Από τη συλλογή Σκοτεινή συγκατοίκηση  (2014)




ΒΕΡΑ ΚΟΡΦΙΩΤΗ


Η ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ

Σβήνει το πανηγύρι
όλα κυλούν
τόσο απαλά
στο παραθύρι του Φθινοπώρου
το κύμα, η βάρκα του ψαρά
ο φλοίσβος
που τα βότσαλα φιλά
φαίνεται πιο συγκρατημένος
ο ήλιος
το παιδί ξεχάστηκε
μες στο θαμπό ουρανί
ένα ακύμαντο σεντόνι
σκέπασε
πέρα του ορίζοντα τη γραμμή
η αφή της θάλασσας
έγινε ακόμη πιο τρυφερή
έχει μια τόσο διάφανη
επιδερμίδα
που δε σου αφήνει
καμιά αμφιβολία

Χαμήλωσαν οι τόνοι

Ανασαίνεις την ατμόσφαιρα
να λούζεται γυμνή
μες στην ανέμελη θαλπωρή

Παράξενη ευτυχία
να είσαι μόνη

Από τη συλλογή  Πού πορευθώ από  το πρόσωπο σου (1999)






ΣΟΝΙΑ ΚΟΥΜΟΥΡΟΥ


ΑΝΑΤΡΟΠΗ

Όλα π' αγάπησα
δραπέτευσαν μεσάνυχτα
Τα καράβια
πήραν τους δρόμους τ' ουρανού
Τα δέντρα
τριγυρνούν στη σιωπή των άστρων
και το φεγγάρι
πνίγεται σ' ένα πηγάδι
τραυματισμένο
Τα τοπία
ανατράπηκαν παράλογα
κι' εγώ αναζητώ
μιαν άλλη ταυτότητα
μέσα στο σύμπαν
Για να μπορέσω ξανά
να υπάρξω
δίχως πόνο.


Όκτώβριος 1998



Από τη συλλογή Ο ενδιάμεσος χρόνος  (1999)





ΝΙΚΗ ΛΑΔΑΚΗ-ΦΙΛΙΠΠΟΥ


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΕΝΤΑΔΑΧΤΥΛΟΥ

                        (απόσπασμα)

Χτες έπλυνα όλους τους νεκρούς
κουβέντιασα με τις χαμένες μου φίλες
είπαμε για τα παιχνίδια που έμειναν πίσω
για τη στενή φραγή με τους γρύλους
και για εκείνα τ' άφτερα κλωσσόπουλα
στην πατρική αυλή μου.

Κουβέντιασα με τα σκοτωμένα περιστέρια
έγινα ένα με τους ίσκιους
Άκουσα τις ρίζες που δεν πρόφτασαν
να μεγαλώσουν,
πόνεσα ακόμα μια φορά.

Τόσοι νεκροί τόσοι χαμένοι.
Γράφω ονόματα γράφω ονόματα
δεν έχω άλλο τετράδιο -
γέμισαν τα τετράδιά μου από ήρωες.

Είκοσι μαρτυρολόγια
δε φτάνουν για την Κύπρο.

Μνήμη, εκείνα τα παιδιά
ήταν οι αγαπημένοι μου φίλοι,
εκείνα τα κοριτσόπουλα
ίδια η ψυχή μου.

Μνήμη,
τ' αυγουστιάτικα σούρουπα
κράτησε το πρόσωπο τους.

 Από τη συλλογή Το τραγούδι του Πενταδάχτυλου  (1986)



ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΜΑΝΤΑ-ΛΑΖΑΡΟΥ


ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ


2
Μόλις συνάντησα τον εαυτό μου.
Τι κρίμα πού του αντιστέκομαι ακόμη.

Είμαι κοχύλι στην έρημο της κλειστής καρδιάς σου
γίνομαι κορυδαλλός στο κλαδάκι της αγάπης σου.



11
Γυναίκα στη θάλασσα.
Κοιτάζει -θαρρούνε- τον ορίζοντα,
καράβια και ναύτες φευγάτους.

Κλαίει- θαρρούνε- αποχαιρετισμούς.
Θανάτους.

Κι' όμως αυτή κοιτάζει δίχως έγνοια
τον πλάνητα μοναχικό της εραστή.
Με το παραδεισένιο φως πού κόσμους
δεν χωρίζει στα μαγικά της μάτια
λούζεται σε αφρούς ψιθυρισμάτων,
παραδίνεται στην αύρα των ονείρων του.

Κι' αγαπιέται αξόδευτη ομορφιά πάλι και πάλι.
Γυναίκα.

(Αμαθούς, 2006)



Από τη συλλογή Το μέσα φόρεμα (2011)




ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ



ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ ΒΟΥΚΟΥΡΕΣΤΙ
                  
                   Για τον Andrey Gritsman

Στο Βουκουρέστι υπάρχει
μια πανίσχυρη και μυστική  οργάνωση γυναικών
με μαντίλες και χοντρές κάλτσες,
που συνήθως κρατούν μια πλαστική σακούλα.
Σκουπίζουν τις εκκλησίες,
πουλούν κεριά,
ταζουν τα αδέσποτα σκυλιά,
ανοίγουν το  μπουκάλι του κρασιού του παροδίτα
και κουβεντιάζουν καθημερινά με τον Μπρανκοβεάνου
και την κόρη του Σάφτα.
Ξεσκονίζουν το ένδυμά της
πριν πιάσουν  το θρήνο για τους τέσσερίς τους γιους 
και βάζουν το μαργαριτάρι που έπεσε από το περιδέραιο
στη θέση του.
Συγκεντρώνονται στο εργόχειρό τους,
παρόλο που ούτε τα μάτια, ούτε ο φωτισμός τις βοηθούν
και φροντίζουν να ανατέλλει ο ήλιος στη σωστή ώρα
κάθε μέρα.





Από τη συλλογή Προς Αμυδράν Ιδέα (2013)





ΛΙΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ



ΚΗΠΟΣ ΚΑΙ ΣΙΩΠΗ

Μέσα μου ο σπόρος θ’ ανατείλει

Λουλούδι της θάλασσας η νιότη
και καρύδια στις μασχάλες
μπουμπούκια έτοιμα να δροσίσουν
τις μέρες και τις νύχτες της ανατολής

Έλα μέσα μου
σαν ωκεανός
αγνοώντας τα όρια
σαν δροσινό λουλούδι
που τις νύχτες αμφορέας
αρμέγει τ9 άρωμά του
σαν κήπος
που ολόκληρος μετέχει στη γέννηση

Έλα μέσα μου
            προτού γεννηθώ



 Από τη συλλογή Ανάγλυφα σχήματα και δρόμοι (2003)




ΔΑΦΝΗ ΝΙΚΗΤΑ


ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΑΠΟ ΖΑΧΑΡΗ

Κρύβω στις τσέπες
τριαντάφυλλα από ζάχαρη
και περπατώ στους ζεστούς
διαδρόμους του
κόκκινου λαβύρινθου
 -Ακούω τα βήματα σου-
Η γυναίκα με το διάφανο φόρεμα
ισορροπεί στις άκρες των δακτύλων της
καθώς ένας άντρας με κεφάλι αλόγου
και ξερά χόρτα στο χέρι
υποκλίνεται με χάρη μπροστά της
Βγαίνω σε ξέφωτο
γεμάτο μυρωδιές από παραμύθια ξεχασμένα
στον πάτο της λίμνης με τα χιλιάδες νούφαρα
Τι κάνουν τα πράσινα μικρά ποντίκια με τα ξωτικά;
-Ακούω τα βήματα σου-
Ψάχνω να βρω τη γυναίκα
αυτή με τα λευκά πέταλα στο μέτωπο
να τεντώνει πάνω σε στρώμα που γράφει
σ' αγαπώ
το ατροφικό κορμί της.
Στο τέλος ανοίγω την κόκκινη πόρτα
και τότε ξαφνικά ο καθρέφτης-


Ανθολογία σύγχρονης Κυπριακής ποίησης-Η Κύπρος μετά το '90





ΝΤΙΝΑ ΠΑΓΙΑΣΗ-ΚΑΤΣΟΥΡΗ


ΠΡΟΣ Π Ο Ι Η Τ Η ( 1 )

Κερύνεια, Λάπηθος, Καραβάς.

Η ώρα της δοκιμασίας
σε βρήκε βυθισμένο
στ' αναγνωστήρια, στις βιβλιοθήκες,
στις βιογραφίες και στα χρονικά.

Αποδελτίωνες τη σοφία αιώνων,
συμβουλευόσουνα τους αιωνόβιους πατέρες,
ήθελες να είσαι πέρα για πέρα βέβαιος
πως εσύ και μόνο εσύ
κάτεχες τη μαγεία της ποιητικής
και την αισθητική αντίληψη του λόγου.

Μόρφου, Κυθρέα, Βατυλή.

Μα η ώρα της δοκιμασίας είχε έρθει.
Κι εσύ χωρίς αιδώ,
κυνικά κι απροκάλυπτα,
άρχισες να μοιράζεις αυτόγραφα στις πλατείες,
να εγκαινιάζεις μπουάτ με τ όνομά σου,
να τυπώνεις αυτοκόλλητα με τ όνομά σου,
να διοργανώνεις εκδηλώσεις με τ' όνομά σου,
να διαφημίζεις σοκολατάκια με τ' όνομά σου,
να μολύνεις τα τηλεοπτικά δίκτυα με τ' όνομά σου.

Δίκωμο, Γιαλούσα, Ακάνθου.

Μα η ώρα της δοκιμασίας είχε έρθει.
Κι εσύ χωρίς αιδώ,
κυνικά και απροκάλυπτα,
άρχισες να επαιτείς κριτικές και διθυράμβους
να εκλιπαρείς κριτικούς και εκδότες,
να συντάσσεσαι με κριτικούς και εκδότες.




ΕΛΛΗ ΠΑΙΟΝΙΔΟΥ


ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ

Μου ξέφυγε στους λαβύρινθους του διαδικτύου
Καθώς περιφερόμουνα σε άγνωστους
Και σαγηνευτικούς δικτυοτόπους.

Τώρα ποιος ξέρει πού περιπλανάται
Δίχως περιβολή κι αχτένιστο
Δεμένο χειροπόδαρα με ακτίνες Χι
Και Ρω κι υπεριώδεις και υπέρυθρες.

Σε ποια αστέρια κι αστεροειδείς
Πλανήτες και απλανείς
να βρήκε, το φτωχό μου, καταφύγιο;

Έτσι κι αλλιώς, εγώ για δεύτερη φορά
Θα σε πενθήσω, φίλε μου,
Γιατί το ποίημα που χάθηκε
Προοριζόταν για μνημόσυνο.

Θα προσπαθήσω όσο μπορώ
Αυτό το ποίημα που χάθηκε
να το αναστήσω από μνήμης.

Προοριζόταν για μνημόσυνο.
Μνημόνευα στιγμές ανεπανάληπτες
Που εγώ για δεύτερη φορά τις έχασα.
Και που πλανώνται τώρα στις ιστοσελίδες.

Θα προσπαθήσω ν’ αναστήσω
Το ποίημα που χάθηκε στους λαβυρίνθους
Του Είναι και του Τίποτα.

Θα ‘τανε κάτι σαν ανάσταση για σένα, φίλε μου.






ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ


ΑΝΕΙΠΩΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

φοβάμαι την κουκουβάγια στο λαιμό σου
τ’ ανείπωτα λόγια, πριν απ’ τον πυρπολισμό
τις αναβάσεις μας σε ράφια σαν βιβλία,
διανοητικές ανταλλαγές, ερωτευμένων ματιές,
κι όλα τα όνειρα που ξυπνούν τα βράδια,
περιπλανώμενες γάτες.
τα λόγια που ηχούν σαν βδέλλες
τα «έτσι είν’ η ζωή», τα «τι να κάνουμε;»
τα υγρά χαρτομάντιλα, τα σκισμένα γράμματα
τις φωτογραφίες τις ζεστές και τις κινούμενες
μνήμες, μνήμα•
το αξημέρωτο αύριο.
η σκουριασμένη κουκουβάγια στο λαιμό σου
το σπάραγμα των ονείρων μου
η κατακρεούργηση της γυναίκας
εντός μου: θύμησες θέλω θάνατος
η σκιά μου.

Από τη συλλογή Ο μέγας κηπουρός (2007)




ΝΑΣΑ ΠΑΤΑΠΙΟΥ


Η ΘΑΥΜΑΤΟΠΟΙΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Έχω ένα περιβόλι μαγικό
Περιφραγμένο
Το ορέγονται πολλοί
Και τριγυρνούν απέξω
Μα δεν τολμούν να μπουν
Εχει εξωτικά φυτά
Και τους τρομάζουν
Εκπέμπει ευωδιές μεθυστικές
Τους προκαλεί λιποθυμία
Άλλωστε στερούνται φαντασίας
Και επιπλέον
Δεν φαντασιώνονται στον έρωτα
Έχω ένα περιβόλι μαγικό
Περιφραγμένο
Η μάλλον μια σχολή
Να διδαχθείς να μάθεις
Αν είσαι έτοιμος γενναίος
Έλα στο περιβόλι αυτό
Για να σε ξεναγήσω
Πως απ' το τίποτα
Γεννιέται η Ιστορία
Και από τον λεπτεπίλεπτο μου μίσχο
Θέλεις δεν θες θα ανθοφορήσεις


Από τη συλλογή Φασγάνου δίχα  (2009)




ΜΟΝΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ


ΑΓΡΥΠΝΙΑ

Σ' έχουν καλέσει και σένα σε Αγρυπνία;
Κάθε πρωί
μου φέρνουν τη σφραγισμένη πρόσκληση
Δυο περιστέρια ακούω να φτερουγίζουν μακριά
Ώρα μία ως τρεις τα μεσάνυχτα
Αγρυπνία
υπέρ των αιχμαλώτων
υπέρ των προσφύγων
υπέρ των διωκομένων
των αγνοουμένων
των πληγέντων
Και αγρυπνώ
Στο γκέτο καρτερώντας το βήμα του δασκάλου
Στη φυλακή με τον απεργό πείνας
Στο τείχος του αίσχους
Στο συνοικισμό του πρόσφυγα
Στην πλατεία με το φοιτητή της ειρήνης
Στη νεκρή ζώνη
Στο δρόμο της επιστροφής

Στην αλύτρωτη γη
Απόψε, έλα κι' εσύ
Ν' αγρυπνήσουμε μαζί
Θα νικήσουμε τον ύπνο
υπέρ των αδικουμένων


Κάτοπτρον έρωτος και θανάτου (1997)





ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ



ΣΤΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Στα απογεύματα της σιωπής
ακούγονται μόνο τα φύλλα
σαν ψιθυρίζουν ύμνους στον ήλιο
και κανένα παιδί σαν παίζει στο δρόμο
με τις ελπίδες του αύριο να χτυπούν
σαν μπάλες στου τοίχους της γειτονιάς.
Ο μονότονος θόρυβος δεν ξυπνά
τον βαθύ ύπνο… ίσως μια καμπάνα
που χτυπά χαρμόσυνα και το γάβγισμα
των σκυλιών που αγανάκτησαν.

Στα απογεύματα της σιωπής
απλώνουν τα ρούχα τους οι γυναίκες,
να στεγνώσουν μαζί με τα υγρά όνειρα
σαν ξεφεύγουν λόγω ζέστης κι ανάπαυσης.
Ένα ένα σαν εξατμίζονται στις απλώστρες
γυρνούν σαν σύννεφα μέχρι να ‘ρθουν
οι πρώτες βροχές να τα παρασύρουν
στο λιμάνι της θύμησης μέχρι να ξεψυχήσουν.
Μονάχα τα νιάτα απέναντι στο λευκό σπίτι
φτιάχνουν νότες, γελούν κι ανασαίνουν την ποίηση.


Από τη συλλογή Ανάμεσα στους ήχους,(2015)




ΕΛΕΝΑ ΤΟΥΜΑΖΗ


ΑΕΙ ΩΡΑΙΑ

Μια υποψία παιδιού
μια σπασμένη μετώπη ένα ακροκέραμο
-νάμαν πουλί να πέταγα -
το βλέμμα ενός άνδρα στο δρόμο
-υπάρχω ακόμη;

Δελφίνια αγγίζονται απαλά
κάτω από την επιφάνεια του Αιγαίου
απέραντο ασήμι
κεντρίζει

τη ναρκωμένη μνήμη
Ανοίγονται διάπλατα οι θύρες οι ολόχρυσες
καθώς κοιτάς τούς φοίνικες
τα περιστέρια
να ερωτεύονται στον άνεμο

Η θάλασσα
αεί
ωραία
ην και εστίν και έσται


(2.3.2002)

Από τη συλλογή Έρχου (2011)




ΝΕΝΑ ΦΙΛΟΥΣΗ



ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ

Γυρεύω κάτι παλιά γενέθλια
Τριμμένα στις γωνίες
ιδρωμένα
σαν τη φωτογραφία με τον παππού
το Πάσχα που γύρισες και πάλι νέος.

Ανοίγω την πόρτα να μπει το αύριο
τα δωμάτια γίνονται επίπεδα
οι παιδικές απορίες γίνονται εκπομπές
στο ραδιόφωνο για ερευνητές
συλλογικού πόνου και συγγραφείς.

Οι γονείς μας θυμάμαι σαν φαντάσματα
έφτιαχναν τα ρούχα μας στο μεσοΰπνι
με μια τρυφερότητα Θε μου-
Κι η λαχτάρα τους γέμιζε
τις τσέπες των ονείρων μας
καλοκαίρια και φως.


Ανθολογία Σύγχρονης Κυπριακής Ποίησης
εκδόσεις  Μανδραγόρας





ΒΑΣΙΛΚΑ  ΧΑΤΖΗΠΑΠΑ


ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ

Δεν κατανοούμε μήπως
και δε δεχόμαστε το τέλος
την έκρηξη εκείνη τη μικρή
που τον πυρήνα σπάζει
του θαύματος
της ζωντανής μας ύλης;

Έτσι τάχα διαφέρουμε
από τ’ άστρα
που σβήνουνε σε τροχιά
στη σιωπή
ή τους σπινθήρες
που κυλά αδιάφορα
ο άνεμος
στα ρείθρα των λεωφόρων;

Ή τέλος μοιάζουμε
με τις πυγολαμπίδες
που εν πτήσει χάνονται
μες στο σκοτάδι;

Και στάζει του φωτός
το κάλυμμα νεκρό
πάνω σε ξεραμένα φύλλα
και βότανα καμένα.


Από την ποιητική συλλογή Η μοναδική λέξη   (2010)